Supreme Court dismisses appeal on car damage claim, ruling original suit did not constitute legal notice to defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals against a First Instance Court judgment awarding damages for a car accident. The appellants argued the lower court erred in calculating interest from the second lawsuit's filing rather than the original suit's notification date, claiming this violated substantive law. The court rejected this, holding that the original suit targeted a different defendant and legal basis, meaning it could not constitute legal notice to the current defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 345, 346 of the Civil Code; The court held that a prior lawsuit filed against a different defendant and based on distinct legal grounds does not constitute legal notice to the current defendant, thereby precluding the application of limitation periods or interest calculations based on that earlier filing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 677 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 677/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕΖ" (πρώην "... ΑΑΕΖ"), που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Λιάπη.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Καπράρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2010 και 30-4-2010 και με αρ. εκθ. καταθ. 1630/ΑΥ/118/2010 και 1651/ΑΥ/120/2010, κύρια και πλαγιαστική αγωγή, αντίστοιχα, του Γ. Μ. του Π., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκαν με τις από 10-3-2010 και 30-4-2010 και με αρ. εκθ. καταθ. 1629/ΑΥ/ 117/2010 και 1652/ΑΥ/.../2010, κύρια και πλαγιαστική αγωγή, αντίστοιχα, του Π. Μ. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/ΑΥ/2011 μη οριστική και 18/ΑΥ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2014/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 26-9-2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1280/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 1104/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 11-12-2017 αίτησή τους και ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 8-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής τους, την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-12-2017 (αρ. κατ. 301/2017) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1104/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), μετά από την παραπομπή σ' αυτό της υπόθεσης με την υπ' αριθμ. 1280/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 2014/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε επίσης εκδοθεί με την ίδια ειδική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, η αντίθετη από 8-1-2018 (αρ. κατ. 20/2018), αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας ως άνω προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1104/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής και να συνεκδικαστεί με την από 11-12-2017 (αρ. κατ. 301/2017) αντίθετη αίτηση αναίρεσης λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, όπως ρητά ορίζει η διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1104/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με την ιστορική διαδρομή της υπόθεσης και προς πληρέστερη κατανόηση λόγω της πολυπλοκότητας αυτής, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Ο Γ. Μ. (αναιρεσείων στη δεύτερη από τις παραπάνω αναιρέσεις - αναιρεσίβλητος στην πρώτη) άσκησε την από 26-10-2005 (αρ. κατ. 4182/2005) αγωγή (αρχική αγωγή) κατά του Σ. Σ., της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ (που σήμερα δεν είναι διάδικοι) και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... AAE και ήδη ...
AAEZ (2η αναιρεσείουσα στην πρώτη αναίρεση - 2η αναιρεσίβλητη στη δεύτερη), στην οποία ισχυρίστηκε, ότι στις 4-5-2005, στη …., συνέβη τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο συγκρούστηκε η με αρ. κυκλοφορίας ...35 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο Α. Π., ήδη 1ος αναιρεσίβλητος στη δεύτερη αναίρεση - 1ος αναιρεσείων στην πρώτη, την αστική ευθύνη του οποίου κάλυπτε ασφαλιστικά η ...
ΑΑΕΖ (πρώην ... AAE), με το με αρ. κυκλοφορίας ...70 ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ. Σ. και ασφάλιζε η ... ΑΕΓΑ και ότι από τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, την οποία προσδιόριζε σε ποσοστό 95% για τον οδηγό του αυτοκινήτου και σε 5% για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, τραυματίστηκε ο ενάγων (Γ. Μ.) ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος, ο οποίος επέβαινε στη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Α.
Π., με τον οποίο συνδεόταν με φιλική σχέση. Στην ανωτέρω αρχική αγωγή του παθόντα Γ. Μ., η αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου συνίστατο στην είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά η μοτοσυκλέτα και η αμέλεια του οδηγού της μοτοσυκλέτας συνίστατο στο ότι ο οδηγός της εκινείτο πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής στο αριστερό μέρος του οδοστρώματος.
Με την αγωγή αυτή ο παθών, Γ. Μ., αξίωνε αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των 210.700 ευρώ, σε ολόκληρο από τους τότε αρχικά εναγόμενους. Σημειώνεται, ότι στη δίκη αυτή η ασφαλιστική εταιρεία του αυτοκινήτου (...
ΑΕΓΑ) άσκησε ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση κατά του οδηγού της μοτοσυκλέτας και της ασφαλιστικής αυτού εταιρείας, ήδη αναιρεσείοντες στην πρώτη αναίρεση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης (αναγωγή) κατά του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού του αυτοκινήτου, Σ. Σ. και κατά της Α. Σ. (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη).
Επί της αρχικής αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 28/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία δέχθηκε, ότι το ατύχημα προκλήθηκε από την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, Α. Π. (ήδη 1ος αναιρεσείων - 1ος αναιρεσίβλητος), διότι αυτός είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο.
Κατόπιν τούτου η αρχική αγωγή του παθόντα απορρίφθηκε ως προς τους τότε 1ο και 2η αρχικά εναγόμενους (οδηγό του ΙΧΕ και της ασφαλιστικής του εταιρείας), ενώ έγινε δεκτή ως προς την τότε 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, που κάλυπτε την ζημιογόνο μοτοσυκλέτα ... ΑΑΕΖ (ήδη 2η αναιρεσείουσα - 2η αναιρεσίβλητη) και το Δικαστήριο την υποχρέωσε να καταβάλει στον παθόντα-ενάγοντα (ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος) το ποσό των 44.315 ευρώ.
Επίσης, η ως άνω πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την προσεπίκληση με την ενωμένη με αυτήν αγωγή - αναγωγή (το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη). Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 28/2007 οριστικής απόφασης ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις. Κατά τη συζήτηση αυτών ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης ο παθών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της έφεσής του κατά του οδηγού του αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής του εταιρείας (...
ΑΕΓΑ) και έτσι η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 28/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας κατέστη τελεσίδικη μεταξύ του παθόντα Γ. Μ. και των υποχρέων του αυτοκινήτου (οδηγού και ΑΕΓΑ αυτού). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε τη μοτοσυκλέτα, ...
AAE και ήδη ... ΑΑΕΖ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 28/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και δίκασε την αρχική αγωγή του παθόντα. Στη συνέχεια, θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η έφεση του παθόντα κατά της πλευράς του αυτοκινήτου (μετά την προαναφερόμενη παραίτηση αυτού) και απέρριψε την αρχική αγωγή του παθόντα κατά το μέρος, που αυτή απευθυνόταν κατά της 3ης αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας ...
AAE, με την αιτιολογία ότι η κίνηση της μοτοσυκλέτας πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, αλλά εντός του δικού της ρεύματος πορείας, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ατύχημα και ότι συνεπώς, δεν θεμελιώνεται υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, Α. Π., στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο οφείλεται, κατά τα αγωγικώς ιστορούμενα, στην είσοδο του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα πορείας.
Η απόφαση αυτή (επί της αρχικής αγωγής του παθόντα) έχει καταστεί πλέον αμετάκλητη, όπως οι διάδικοι ισχυρίζονται στην παρούσα υπόθεση.
Ακολούθως, ο παθών Γ. Μ., άσκησε την από 10-3-2010 (αρ. κατ. 1630/2010) κύρια αγωγή του κατά του οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας, (Α. Π. και ... AAE ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι), η οποία ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη και χάριν συντόμευσης αναφέρεται ως 2η κύρια αγωγή του παθόντα, Γ.
Μ. (αναιρεσείοντα - αναιρεσιβλήτου). Με τη 2η κύρια αγωγή ο παθών ισχυρίστηκε, ότι το ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, Α. Π., ο οποίος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Η 2η κύρια αγωγή απευθυνόταν κατά του οδηγού της μοτοσυκλέτας και της ασφαλιστικής του εταιρείας και ο παθών αξίωνε το συνολικό ποσό των 157.403,38 ευρώ, ως αποζημίωση για θετικές και αποθετικές ζημίες, ως πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, κατά το μέρος που αφορά την παρούσα δίκη, αξίωνε ως ιδιαίτερη αποζημίωση το ποσό των 50.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επίσης το ποσό των 50.000 ευρώ. Επίσης, ο παθών άσκησε σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας ... AAE, την από 30-4-2010 (αρ. κατ. 1651/2010) πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 72 ΚΠολΔ, με την οποία επικαλούμενος αδράνεια του ασφαλισμένου σ' αυτήν οδηγού της μοτοσυκλέτας για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του εναντίον αυτής, ζητούσε να υποχρεωθεί η πλαγιαστικώς εναγομένη ...
AAE να καταβάλει στον 1ο κυρίως πλαγιαστικώς εναγόμενο, Α. Π., ασφαλισμένο οδηγό της μοτοσυκλέτας, οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωνόταν ο τελευταίος να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα - παθόντα. Παράλληλα, ο πατέρας του παθόντα - αναιρεσείοντα - αναιρεσιβλήτου, Π. Μ. (μη διάδικος σήμερα) άσκησε κατά της πλευράς της μοτοσυκλέτας την από 10-3-2010 (αρ.
κατ. 1629/2010) κύρια αγωγή και την από 30-4-2010 (αρ. κατ. 1652/2010) πλαγιαστική αγωγή. Ας σημειωθεί, ότι η πλαγιαστική αγωγή του παθόντα και η κύρια και πλαγιαστική αγωγή του πατέρα αυτού, δεν αφορούν την αναιρετική δίκη και αναφέρονται μόνο για την πληρότητα του ιστορικού της υπόθεσης. Εξάλλου, οι τότε κυρίως εναγόμενοι της 2ης κύριας αγωγής του παθόντα (πλευρά της μοτοσυκλέτας) πρότειναν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση δεδικασμένου, που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την υπαιτιότητα, αρνήθηκαν την 2η κύρια αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι υπάρχει δικαστική ομολογία του κυρίως ενάγοντα - παθόντα, που αποτελεί πλήρη απόδειξη, κατ' άρθρ. 352 ΚΠολΔ, για τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος, αναφορικά με την είσοδο του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ιστορούσε στην αρχική αγωγή του και επικουρικά, προέβαλαν την ένσταση συμψηφισμού, για την περίπτωση που γινόταν δεκτή κατ' ουσίαν η 2η κύρια αγωγή του παθόντα, με δική τους ανταπαίτηση ύψους 29.551,38 ευρώ, ποσό που είχε καταβάλει η 2η κυρίως εναγομένη ...
AAE και ήδη ... ΑΑΕΖ, ατομικά αλλά και για λογαριασμό του ασφαλισμένου της οδηγού της μοτοσυκλέτας (1ου κυρίως εναγομένου της 2ης κύριας αγωγής, Α. Π.) στον παθόντα Γ. Μ., το οποίο είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστό με την υπ' αριθμ. 28/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία είχε εκδοθεί, όπως προεκτέθηκε επί της αρχικής αγωγής του παθόντα, την οποία εξαφάνισε η υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Οι ανωτέρω τέσσερις αγωγές (δύο κύριες του παθόντα και του πατέρα αυτού και δύο πλαγιαστικές, αντίστοιχα αυτών) συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αριθμ. 66/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προταθείσα ένσταση δεδικασμένου, απορρέουσα από την υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την ...
AAE, με την αιτιολογία, ότι η ένδικη 2η κύρια αγωγή του παθόντα στηρίζεται σε διαφορετική νομική αιτία σε σχέση με την αρχική αγωγή του παθόντα και συνεπώς, δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς. Εκτός τούτου, όμως δέχθηκε, ότι απορρέει δεδικασμένο από την ανωτέρω 709/2009 απόφαση ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας Α.
Π., στην οποία επέβαινε ο παθών, Γ. Μ., διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της μη οριστικής ως άνω απόφασης, η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν είχε ανατρέψει στο σημείο αυτό την οριστική υπ' αριθμ. 28/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Στη συνέχεια, η μη οριστική ως άνω απόφαση διέταξε δικαστική ιατρική πραγματογνωμοσύνη, για να διαπιστωθεί η έκταση των σωματικών βλαβών του παθόντα και όρισε ως δικαστικούς πραγματογνώμονες, τον Γ.
Π., ορθοπεδικό ιατρό και τον Θ. Ν., πλαστικό χειρουργό. Με τη με αρ. κατ. 2246 ΑΥ/143/2012 κλήση η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση, κατά την οποία οι κυρίως εναγόμενοι (πλευρά της μοτοσυκλέτας) επανέφεραν τους πρωτόδικους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις τους (ένσταση δεδικασμένου, δικαστική και εξώδικη ομολογία του παθόντα και επικουρικά την ένσταση συμψηφισμού).
Εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθμ. 18/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας η οποία, αφού συνεκδίκασε τις δύο κύριες και τις δύο πλαγιαστικές αγωγές και κατά το μέρος που μας ενδιαφέρει, ανακάλεσε τη διάταξη της μη οριστικής υπ' αριθμ. 66/2011 απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την ένσταση δεδικασμένου των τότε κυρίως εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων - πλευρά μοτοσυκλέτας) ως προς την ασφαλιστική εταιρεία ...
AAE. Επίσης ανακάλεσε και τη διάταξη για την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, με την αιτιολογία, ότι ο τελευταίος δεν υπήρξε διάδικος στην αρχική αγωγή του παθόντα (βλ. αναλυτικά σελ. 5β της ως άνω οριστικής υπ' αριθμ. 18/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας).
Ακολούθως, το Δικαστήριο εκείνο ερεύνησε τη 2η κύρια αγωγή του παθόντα και δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την σύγκρουση ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, που είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα ως προς την πορεία του οχήματός του. Κατόπιν τούτου απέρριψε την 2η κύρια αγωγή του παθόντα ως προς τον Α. Π., οδηγό της μοτοσυκλέτας - 1ο κυρίως εναγόμενο, ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς την 2η κυρίως εναγομένη ασφαλιστική αυτού εταιρεία ...
AAE ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Ακολούθως, ο παθών (όπως και ο πατέρας αυτού) άσκησαν την από 11-7-2013 (αρ. κατ. 66/2013) έφεσή τους κατά της οριστικής υπ' αριθμ. 18/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και της συνεκκαλουμένης με αυτήν (άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ) μη οριστικής υπ' αριθμ. 66/2011 απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Οι υπόχρεοι εφεσίβλητοι-πλευρά της μοτοσυκλέτας, επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 240 ΚΠολΔ) τις ενστάσεις δεδικασμένου και (επικουρικά) συμψηφισμού και τον ισχυρισμό περί δικαστικής ομολογίας (αλλά και εξώδικης) ως προς τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος. Επί της ανωτέρω έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2014/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (προσβαλλόμενη απόφαση της 1ης αναίρεσης), η οποία, αφού εξαφάνισε την οριστική και τη μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (συνεκκαλούμενες αποφάσεις), δίκασε τις τέσσερις ως άνω αγωγές και κατά το μέρος, που αφορά την ένδικη 2η κύρια αγωγή του παθόντα - συνεπιβάτη έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του αυτοκινήτου.
Ειδικότερα, δέχθηκε την ένσταση δεδικασμένου, που κατά τις παραδοχές της παρήχθη από την υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ του παθόντα και του οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας, σχετικά με τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας και κατόπιν τούτου απέρριψε την 2η κύρια αγωγή του παθόντα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα της επικουρικής ένστασης συμψηφισμού, ενώ επίσης απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή του παθόντα ως άνευ αντικειμένου, όπως επίσης απέρριψε τις αγωγές του πατέρα του παθόντα (κύρια και πλαγιαστική).
Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την αναιρετική δίκη. Ακολούθως, ο παθών Γ. Μ. άσκησε την από 26-9-2014 (αρ. κατ. 8/2015) αίτηση αναίρεσης (1η αναίρεση) αιτιώμενος για την κρίση της προσβαλλόμενης τότε υπ' αριθμ. 2014/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1280/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έκρινε αμετάκλητα, ότι δεν παρήχθη δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί επί της αρχικής από 26-10-2005 (αρ. Κατ. 4182/ 2005) αγωγής του παθόντα, το οποίο να κωλύει την έρευνα της 2ης κύριας (ένδικης) αγωγής αυτού, η οποία είχε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία έναντι της αρχικής αγωγής και ότι, όσα αντίθετα δέχθηκε η (1η) προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2014/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ιδρύουν την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ.
Κατόπιν τούτου αναίρεσε ενόλω την υπ' αριθμ. 2014/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και ειδικότερα, την από 11-7-2013 (αρ. κατ. 66/2013) έφεση του παθόντα (και του πατέρα αυτού) κατά της οριστικής εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 18/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και της συνεκκαλουμένης με αυτήν μη οριστικής υπ' αριθμ. 66/2011 απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε.
Επισημαίνεται, ότι με τον 1ο λόγο της έφεσης ο εκκαλών-παθών παραπονείται ότι εσφαλμένα η οριστική εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 18/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας έκανε δεκτή την ένσταση δεδικασμένου ως προς την ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας ... AAE και ήδη ... ΑΑΕΖ και ζητούσε να ερευνηθεί η 2η κύρια αγωγή του, διότι στηριζόταν σε διαφορετική νομική και ιστορική αιτία, ενώ με το 2ο λόγο της έφεσης υποστήριζε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Α.
Π.. Με την υπ' αριθμ. …60/22-12-2015 κλήση του κυρίως ενάγοντα - παθόντα συνεπιβάτη της μοτοσυκλέτας η υπόθεση επανήλθε προς νέα συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη (2η στη σειρά) υπ' αριθμ. 1104/2016 απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την οριστική εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 18/2013 και την συνεκκαλουμένη με αυτήν μη οριστική υπ' αριθμ. 66/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Στη συνέχεια, κράτησε την υπόθεση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει την ένδικη 2η κύρια από 10-3-2010 (αρ. κατ. 1630/2010) αγωγή του παθόντα, δέχτηκε ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, Α. Π. (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) και υποχρέωσε τους κυρίως εναγομένους (πλευρά της μοτοσυκλέτας) και ήδη αναιρεσείοντες στη πρώτη αναίρεση και αναιρεσίβλητοι στη δεύτερη αναίρεση να καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα παθόντα και ήδη αναιρεσείοντα στη δεύτερη αναίρεση και αναιρεσίβλητο στη πρώτη, το συνολικό ποσό των 41.854,06 ευρώ, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της 2ης κύριας αγωγής αυτού.
Ειδικότερα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδίκασε το ποσό των 15.000 ευρώ, απέρριψε το κονδύλιο της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, ενώ ως αποζημίωση για θετική (ενεστώσα) ζημία του παθόντα επιδίκασε το υπόλοιπο ποσό, σύμφωνα με όσα αναπτύσσει στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της.
Ι. Περαιτέρω και αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους της από 11-12-2017 (αρ. κατ. 301/2017) πρώτης αίτησης αναίρεσης, κατά της προσβαλλόμενης ως άνω υπ' αριθμ. 1104/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).
Εξάλλου, πέραν των ανωτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, (για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών), μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρ. 559 αριθ. 11 περ.
γ` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα, που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται κατ` άρθρ. 671 παρ. 1 εδ. δ` ΚΠολΔ δεν αποτελούν (καταρχήν) έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρ. 339 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι` αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ` αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές (ΑΠ 800/2015, ΑΠ 807/2015, ΑΠ 76/2013).
Εξάλλου, για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, που στηρίζεται στην παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, όταν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των ανωτέρω και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσης (ΑΠ 1683/2017, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 1316/2005).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, οδηγός και ασφαλιστική εταιρεία της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με νόμιμη επίκληση και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα 1) την αρχική από 26-10-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου - παθόντα, συνεπιβάτη της μοτοσυκλέτας, με την οποία αυτός, εντελώς αντίθετα από όσα εκθέτει στην ένδικη από 10-3-2010 (2η) κύρια αγωγή του, υποστήριζε, ότι το αυτοκίνητο ήταν εκείνο, που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα ως προς την πορεία του, στο οποίο εκινείτο κανονικά η μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο 1ος αναιρεσείων και κάλυπτε ασφαλιστικά η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, 2) τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου επί της ανωτέρω αρχικής αγωγής του, με τις οποίες επαναλάμβανε, όσα ιστορούσε στην αρχική αγωγή του, 3) την υπ' αριθμ. 709/2009 (αμετάκλητη) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αρχική αγωγή του παθόντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, αναφορικά με την τότε 3η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας ...
AAE, με την αιτιολογία ότι, επειδή η αρχική αυτή αγωγή του παθόντα στήριζε την αμέλεια στις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που αφορούσαν τα ομορρόπως κινούμενα οχήματα προς τη μοτοσυκλέτα και όχι τα αντιθέτως κινούμενα προς αυτήν, όπως ήταν το αυτοκίνητο, δεν ιδρύεται αδικοπραξία για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας κατ' άρθρ. 12 Ν.
ΓΠΝ/1911 και συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη για την ασφαλιστική του εταιρεία (... AAE) - τότε 3η εναγομένη με βάση το Ν. ΓΠΝ/1911 σε συνδ. με το Ν. 489/1976, 4) τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 28/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, στα οποία περιέχεται α) η κατάθεση στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της αρχικής αγωγής του παθόντα, του αυτόπτη μάρτυρα ανταπόδειξης, Λ.
Α., ο οποίος βεβαίωσε ότι το αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας, ενώ εντελώς αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη την από 1-6-2005 προανακριτική κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, που όλως αντίθετα κατέθεσε ότι η μοτοσυκλέτα είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και β) τις καταθέσεις στο ακροατήριο επί της αρχικής αγωγής της Α.
Μ., μάρτυρα απόδειξης, αδελφή του παθόντα, η οποία επίσης βεβαίωσε, ότι το αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, 5) την υπ' αρ. 71/30-10-2006 ένορκη βεβαίωση του Π. Μ., πατέρα του παθόντα, ο οποίος κατέθεσε ενόψει της εκδίκασης της αρχικής αγωγής, ότι το αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και έτσι το Εφετείο, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων (μη λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα), κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα, κρίνοντας εσφαλμένα ότι δήθεν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας και ήδη 1ος αναιρεσείων, είχε εισέλθει στο αντίθετο, ως προς την πορεία του, ρεύμα κυκλοφορίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς τις υπό στοιχείο 1, 2 και 3 αιτιάσεις, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι τα αποδεικτικά μέσα για τη μη λήψη υπόψη των οποίων αιτιώνται οι αναιρεσείοντες είναι διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και όχι αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 89/2013, ΑΠ 1180/2010). Άλλως, εάν εκτιμηθεί, ότι ως έγγραφα συνιστούν αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το περιεχόμενό τους και συνεπώς, ο 1ος αναιρετικός λόγος ως προς τις ανωτέρω επί μέρους αιτιάσεις του είναι παραδεκτός, στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ανωτέρω 1ου ερευνώμενου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, στις σελίδες 19 έως 22 της απόφασής του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός για κάθε διάδικη πλευρά), που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εκτιμώνται η καθεμία χωριστά, σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ανάλογα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, από τη νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα - εκκαλούντα υπ' αριθμόν 33/11-1-2011 ένορκη βεβαίωση του Π.
Μ., που εξετάσθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από τη σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠολΔ (βλ.
τις υπ' αριθμούς ...3Β'/29-4-2010 και ...9ΣΤ/3-5-2010 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Βέροιας Α. Κ. και του Πρωτόδικείου Αθηνών Σ. Ρ.), από τις με ημερομηνία 23-4-2011 (αριθμ. καταθ. 24/25-4-2012) και 27-6-2012 (αριθμ. καταθ. (39/27-6-2012) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του ορθοπαιδικού χειρούργου ιατρού Γ. Π. και της πλαστικής χειρούργου ιατρού Χ.
Χ., αντίστοιχα (σημειώνεται ότι η δεύτερη διορίσθηκε, με την υπ' αριθμόν 238/ΑΦ/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), σε αντικατάσταση του αρχικώς ορισθέντος πραγματογνώμονος Θ. Ν.υ), οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 387 ΚΠολΔ), από τη με ημερομηνία 11-4-2012 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπαιδικού χειρούργου ιατρού Β.
Τ., που διορίσθηκε νομότυπα, με επιμέλεια των εναγομένων, τεχνικός σύμβουλος και η οποία, για την ταυτότητα του λόγου, εκτιμάται ελεύθερα, όπως οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 ΚΠολΔ και από τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας ….
για το ένδικο ατύχημα, στα πλαίσια της διενεργηθείσας από αυτούς προανάκρισης (έκθεση αυτοψίας, πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου), τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια, η από 9-9-2002 υπεύθυνη δήλωση του πατέρα του ενάγοντος, που απευθύνεται στο Εσπερινό Ενιαίο Λύκειο …..
και η από 17-5-2006 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος, που απευθύνεται στη Δ.Ο.Υ. …. οι οποίες συντάχθηκαν κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986 και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν δόθηκαν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη δίκη που ανοίχθηκε με την έγερση της ένδικης αγωγής, αφού συντάχθηκαν, πριν από την άσκηση της αγωγής, η υπ' αριθμόν 28/ΑΥ/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ.
εκθ. καταθ. 4182/AY/255/2005 αγωγής του ενάγοντος και οι καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στα πλαίσια της δίκης αυτής, που, επίσης, λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1782/2007 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 472/2004 Δ. 2005.368, ΑΠ 1286/ 2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΕφΘεσ 1138/2006 Αρμ. 2010.777), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".
Επομένως, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε ρητά το υπό στοιχείο 1 έγγραφο (αρχική αγωγή), που ρητά μνημονεύει, την υπ' αριθμ. 28/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε επί της αρχικής αγωγής, την οποία επίσης ρητά μνημονεύει. Εκτός τούτου στις σελίδες 14, 15 και 17 της απόφασής του, όπου παραθέτει τη διαδικαστική πορεία της δίκης, μνημονεύει ρητά την υπ' αριθμ. 709/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της αρχικής αγωγής.
Εξάλλου, οι προτάσεις του αναιρεσιβλήτου επί της αρχικής αγωγής του (υπό στοιχείο 2), συνιστούν διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2), που επίσης συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο σύμφωνα με ρητή αναφορά αυτού, ενώ οι μαρτυρικές καταθέσεις του Λ. Α. και της Α. Μ., οι οποίοι είχαν εξεταστεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με αφορμή την αρχική από 26-10-2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επίσης έχουν συνεκτιμηθεί, σύμφωνα με ρητή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, στη σελίδα 22 αυτής για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ η από 1-6-2005 προανακριτική κατάθεση του Λ.
Α. περιλαμβάνεται στα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, όπως επίσης ρητά μνημονεύει η προσβαλλόμενη. Τέλος, αναφορικά με την υπ' αρ. 71/30-10-2006 ένορκη βεβαίωση του Π. Μ., πατέρα του αναιρεσιβλήτου, που είχε συνταχθεί με αφορμή την αρχική ως άνω αγωγή του, δεν συνιστά στην παρούσα δίκη (όπου ερευνάται η μεταγενέστερη 2η κύρια αγωγή του παθόντα) ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, αλλά θεωρείται έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και αρκεί η βεβαίωση στην απόφαση ότι "...λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα" (ΑΠ 831/2013, ΑΠ 1633/ 2009, ΑΠ 227/2008).
Επομένως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα ανωτέρω έγγραφα, για τα οποία αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, έστω και εάν δεν τα αξιολογεί ξεχωριστά, ούτε άλλωστε είχε τέτοια υποχρέωση και συνεπώς, καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι τα έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, που είναι αντίθετο από εκείνο, που κατά τους αναιρεσείοντες είναι το ορθό.
Πλην όμως, η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι αυτά, στα οποία στηρίχθηκε το Εφετείο, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο, εκείνου, που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση από αυτόν προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1517/2013, ΑΠ 953/2013, ΑΠ 510/2010, 2185/2009).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες (πλευρά της μοτοσυκλέτας) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου-παθόντα, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οχημάτων, που εμπεριέχεται στην από 26-10-2005 (αρχική) αγωγή του και στις πρωτόδικες επ' αυτής προτάσεις του, άλλως την εξώδικη ομολογία αυτού, που επίσης εμπεριέχεται στην ως άνω αρχική αγωγή και τις επ' αυτής πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, καθώς και στην από 2-6-2005 προανακριτική του κατάθεση, ως μάρτυρα ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Τ.Τ.
…., Θ. Τ., σύμφωνα με τις οποίες (δικαστική και επικουρικά, εξώδικη ομολογία) το αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και είχε συγκρουστεί με τη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσείων, την οποία ασφάλιζε η 2η αναιρεσείουσα και έτσι με το να μη λάβει υπόψη του το Εφετείο τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται στα άρθρα 339, 352 ΚΠολΔ, κατά παράβαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη αυτών, κατήχθη στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας και δέχθηκε εσφαλμένα ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια (ένδικη 2η) αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται για μη λήψη υπόψη της δικαστικής ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, που εμπεριέχεται στην αρχική αγωγή και στις επ' αυτής προτάσεις του, διότι, εφόσον αυτή έγινε με αφορμή την αρχική από 26-10-2005 αγωγή του και όχι με αφορμή την ένδικη μεταγενέστερη κύρια από 10-3-2010 αγωγή του, συνιστά εξώδικη ομολογία και όχι δικαστική ομολογία.
Εξάλλου, η ομολογία που εμπεριέχεται στην από 2-6-2005 προανακριτική κατάθεση του αναιρεσιβλήτου στα πλαίσια της ποινικής δίκης συνιστά επίσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 964/2013, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 264/2009), η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστή ουσίας (άρθρα 339 - 340, σε συνδ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και συνεπώς δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον 2ο αναιρετικό λόγο, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δικ., "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.
Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.
Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 226/2014, ΑΠ 640/2015).
Με τον 3ο λόγο της παραπάνω αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που συνιστούν πράγμα, τους οποίους είχαν προτείνει με νόμιμη επίκληση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν παραδεκτά (άρθρο 240 ΚΠολΔ) στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα, την ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησης των αναιρεσειόντων ποσού 29.551,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την καταβολή αυτού στον αναιρεσίβλητο, στις 12-7-2007, άλλως από τις 15-7-2009 ημέρα κοινοποίησης προς αυτόν της υπ' αριθμ. 709/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής του, άλλως από 1-7-2010, όταν οχλήθηκε προς τούτο, με την από 28-6-2010 εξώδικη πρόσκληση, που του κοινοποιήθηκε με την υπ' αρ. 6112Δ/1-7-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Α.
Κ. και το οποίο ποσό κατέβαλε σ' αυτόν η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία της μοτοσυκλέτας, ατομικά γι' αυτήν, αλλά και για λογαριασμό του 1ου αναιρεσείοντα οδηγού αυτής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 28/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής (26-10-2005) του αναιρεσιβλήτου και η οποία είχε δεχθεί την αρχική αγωγή και κήρυξε το ποσό των 25.000 ευρώ προσωρινά εκτελεστό πλέον νομίμων τόκων από την επομένη της επίδοσης της αρχικής ως άνω αγωγής (δηλαδή από 16-11-2005) έως την καταβολή του, στις 12-7-2007 και συνολικά το προτεινόμενο προς συμψηφισμό ποσό των 29.551,38 ευρώ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αποδείχθηκε, ότι δικαιολογούν έννομο συμφέρον να ασκήσουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Και τούτο, διότι δεν προκύπτει βλάβη αυτών από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την από 1-6-2017 απόδειξη καταβολής-επιστροφής από τον αναιρεσίβλητο-παθόντα προς την 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία του ποσού των 29.551,38 ευρώ, την οποία αυτός επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, ως σχετικό με αριθμό 26 και η οποία συντάχθηκε πριν από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της, κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 14-12-2017 (βλ.
πράξη κατάθεσης στην τελευταία σελίδα του αναιρετηρίου), ο ήδη αναιρεσίβλητος - παθών έχει επιστρέψει το ποσό των 29.551,38 ευρώ, που προτείνεται προς συμψηφισμό και στο οποίο περιλαμβάνεται το ποσό των 25.000 ευρώ, που είχε κηρυχτεί προσωρινά εκτελεστό με την υπ' αριθμ. 28/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία είχε εκδοθεί επί της αρχικής του αγωγής, πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων αυτού.
Επομένως, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν υποστεί βλάβη και συνακόλουθα, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτών για να ασκήσουν τον 3ο αναιρετικό λόγο, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, εφόσον το έννομο συμφέρον συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρ. 73 ΚΠολΔ και συνακόλουθα και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 154/2017).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη από 11-12-2017 (αρ. κατ. 301/2017) αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες (πλευρά της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας) για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου - παθόντα, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΙΙ. Περαιτέρω, αναφορικά με τους αναιρετικούς λόγους της συνεκδικαζόμενης από 8-1-2018 (αρ. κατ. 20/2018) αντίθετης αίτησης αναίρεσης του παθόντα, Γ. Μ., κατά της ίδιας προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1104/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1104/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) την με αρ. κατ. 24/2012 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού ιατρού, Γ. Π. και β) την από 22-10-2005 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού ιατρού, Α. Κ., η οποία συντάχθηκε κατ' εντολή της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας της μοτοσυκλέτας, οι οποίες είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση ως σχετικά με αρ. 3Θ και 3 δβ' και ήταν ουσιώδεις για το κρίσιμο ζήτημα της επιδίκασης σ' αυτόν πρόσθετης ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και έτσι κατέληξε στο λανθασμένο αποδεικτικό πόρισμα να απορρίψει τη σχετική του αξίωση ποσού 50.000 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο ανωτέρω 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο ρητά μνημονεύει και αξιολογεί τόσο την έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Γ. Π., η οποία αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, στις σελίδες 15, 20 και 47 της απόφασής του, όσο και την ιατρική γνωμάτευση του Α.
Κ., τεχνικού συμβούλου της 2ης αναιρεσίβλητης, η οποία είχε συνταχθεί με αφορμή την αρχική αγωγή (26-10-2005) του αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, στη σελίδα 30 και 31 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται οι διαπιστώσεις του τεχνικού συμβούλου για την ατροφία του αριστερού τετρακεφάλου και το οίδημα του αριστερού γόνατος και την κρίση αυτού, ότι τούτο μπορεί να οφείλεται τόσο στη χειρουργική τεχνική τοποθέτηση των ήλων, όσο και στην προηγηθείσα επέμβαση συνδεσμοπλαστικής του πρόσθιου χιαστού του αριστερού γόνατος, στην οποία είχε υποβληθεί ο αναιρεσείων - παθών, έξη μήνες πριν από το ατύχημα (18-12-2004) και της οποίας η αποθεραπεία ολοκληρωνόταν κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα.
Εκτός τούτου, το περιεχόμενο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Γ. Π. εκτίθεται αναλυτικά στις σελίδες 47 και 48 της προσβαλλόμενης και θα παρατεθεί, επίσης κατ' ακριβή αντιγραφή παρακάτω, κατά την έρευνα του 2ου και 3ου αναιρετικού λόγου. Επομένως, από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει χωρίς αμφιβολία, άλλως είναι αδίστακτα βέβαιο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, που ξεχωριστά αξιολόγησε και συγχρόνως συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Συνακόλουθα, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).
Με τον 2ο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων-παθών αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την πλήρωση του πραγματικού του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε κατ' ουσίαν την αξίωσή του περί ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ.
Επίσης, με το συναφή 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη, με το να απορρίψει την αξίωσή του για πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, διότι, αν και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συνεπεία του ατυχήματος υπέστη αναπηρία στο αριστερό πόδι, ποσοστού 10-15%, εντούτοις δεν αιτιολογεί καθόλου, άλλως ανεπαρκώς αιτιολογεί την επίδραση της αναπηρίας αυτής στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική - οικονομική του εξέλιξη αναφορικά α) με τη συμμετοχή του στην κινησιολογική ανάπτυξη και στις δραστηριότητες των τέκνων του, β) με την βραδύτητα εκτέλεσης των καθηκόντων του κρεοπώλη για την εξυπηρέτηση των πελατών του και γ) με την κατάταξή του στο στράτευμα ως γραφέας - τεχνικός - αποθηκάριος και όχι ως μάχιμος οπλίτης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την έκταση των σωματικών βλαβών, που υπέστη ο αναιρεσείων εξαιτίας του ατυχήματος, που ενδιαφέρουν για την έρευνα των παραπάνω αναιρετικών λόγων, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ακριβή αντιγραφή, τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε, αμέσως μετά από τη σύγκρουση ο ενάγων μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο Βέροιας και, αφού του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, αυθημερόν διακομίσθηκε, με δική του θέληση και πρωτοβουλία στην ιδιωτική κλινική "..." της …., όπου επιθυμούσε να αντιμετωπισθεί η σοβαρή κατάσταση της υγείας του από θεράποντα ιατρό της δικής του επιλογής και εμπιστοσύνης του.
Διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί αίμαρθρο γόνατος, ανοικτό συντριπτικό κάταγμα αριστερής κνήμης 1ου βαθμού με εκτεταμένες κακώσεις μαλακών μορίων και υπερκείμενου δέρματος, ανοικτό συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηρού 2ου βαθμού με απώλεια οστού μήκους 10 περίπου εκ., ολική ρήξη χιαστού συνδέσμου στο αριστερό γόνατο και παρουσίαζε ακατάπαυστη αιμορραγία, που αντιμετωπίσθηκε με τη χορήγηση 2 φιαλών αίματος.
Στην πιο πάνω κλινική, υποβλήθηκε την ίδια ημέρα σε πολύωρη χειρουργική επέμβαση και η ανάταξη των καταγμάτων έγινε επιτυχώς με τη μέθοδο της ασφαλιζόμενης ενδομυελικής ήλωσης τόσο στην κνήμη όσο και στο μηριαίο οστούν. Στην κλινική παρέμεινε για νοσηλεία από την 4-5-2005 μέχρι την 11-5-2005, οπότε εξήλθε και επέστρεψε στην πατρική οικία του, όπου παρέμεινε κλινήρης επί δίμηνο και, κατόπιν, σταδιακά, με τη βοήθεια φυσικοθεραπευτή και των οικείων του, άρχισε να κινητοποιείται.
Την 5-7-2005 υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση και αφαιρέθηκαν οι βίδες ασφάλισης των ήλων της κνήμης και του μηριαίου, προκειμένου να επιτευχθεί η πώρωση των καταγμάτων. Κατά το χρονικό διάστημα από την 11-7-2005 μέχρι την 10-8-2005 εξακολούθησε να παραμένει κλινήρης στην οικία του και χρησιμοποιούσε δύο βακτηρίες μασχάλης, με τις οποίες βάδιζε μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2005, οπότε άρχισε να περπατά χωρίς στήριγμα, αλλά με χωλότητα και αφόρητους πόνους.
Την 21-10-2005 εξετάσθηκε από τον ορθοπαιδικό χειρούργο ιατρό Α. Κ., στον οποίον προσήλθε χωρίς συνοδό και χωρίς τη βοήθεια βακτηριών ή άλλου βοηθήματος και ο οποίος, στην ιατρική γνωμάτευση, που συνέταξε, με ημερομηνία 22-10-2005, αναφέρει ότι ο ενάγων φέρει δύσμορφες μετεγχειρητικές ουλές τόσο στο μηριαίο, στο ύψος της μεσότητας αυτού στην πρόσθια και έσω επιφάνεια, στο σημείο του ανοικτού κατάγματος του μηριαίου, όσο και στη μεσότητα της αριστερής κνήμης, στο σημείο του ανοικτού κατάγματος της κνήμης και, επιπλέον, διαπιστώθηκε ατροφία του αριστερού τετρακεφάλου περίπου 3,5 εκ., το αριστερό γόνατο είναι ελαφρά οιδηματώδες και επώδυνο με σημαντικό περιορισμό της κάμψης του γόνατος, που μπορεί να οφείλεται τόσο στη χειρουργική τεχνική, τοποθέτησης των ήλων όσο και στην προηγηθείσα επέμβαση συνδεσμοπλαστικής του πρόσθιου χιαστού του αριστερού γόνατος, στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων έξι μήνες πριν από το ατύχημα (18 Δεκεμβρίου 2004) και της οποίας η αποθεραπεία ολοκληρωνόταν κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος.
Επίσης, παραμένει μικρή υπολειμματική δυσκαμψία της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Ακολούθως, ο ενάγων εξετάσθηκε την 5-11-2005 από τον θεράποντα ιατρό του Μ. Σ., ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ενάγων παρουσίαζε ήπιο περιορισμό της κάμψης του γόνατος, ήπιο περιορισμό της έκτασης της ποδοκνημικής άρθρωσης, μετατραυματική μυϊκή ατροφία αριστερού τετρακεφάλου περί τα 3 εκ.
Και έκδηλη χωλότητα κατά τη βάδιση. Στη συνέχεια, την 23-5-2006 υποβλήθηκε ο ενάγων στην ίδια κλινική σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση των περιφερικών βιδών του ήλου του μηριαίου και νοσηλεύθηκε για μια ημέρα. Την 1-6-2007 υποβλήθηκε σε αρθροσκόπηση του αριστερού γόνατος και διαπιστώθηκε ρήξη του έσω μηνίσκου (έγινε μερική έσω μηνισκεκτομή), βλάβη του χόνδρου του έσω μηριαίου κονδύλου και ρήξη με συνοδό ανεπάρκεια του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου, ενώ, συγχρόνως, έγινε αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης (ήλοι μηριαίου και, ήλοι κνήμης), νοσηλεύθηκε δε στην προαναφερόμενη κλινική επί διήμερο.
Τέλος, την 17-5-2008 εισήχθη στην κλινική "...", όπου υποβλήθηκε σε συνδεσμοπλαστική του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου του αριστερού γόνατος και νοσηλεύθηκε, επίσης, επί διήμερο στην ίδια κλινική..."..
Στη συνέχεια το Εφετείο και μετά από τη νομική ανάπτυξη της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι, κατά την κλινική εξέταση του ενάγοντος την 11-4-2012 από το διορισθέντα πραγματογνώμονα Γ. Π., στον οποίον προσήλθε χωρίς τη χρήση βακτηριών και χωρίς εμφανή χωλότητα, διαπιστώθηκαν τα εξής:
Δεν παρατηρείται βράχυνση του αριστερού σκέλους, αντικειμενική ή φαινομενική, υπάρχει ατροφία του αριστερού τετρακεφάλου μυός κατά 2 εκ., δεν υπάρχει ατροφία στην αριστερή κνήμη, υπάρχει μικρό, περί το 1 εκ., υπολειμματική οίδημα στην περιοχή της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης, ανάκυρτο αρ. γόνατο περίπου 4°, σε σχέση με το υγιές δε., προσθιοπίσθια αστάθεια που αφορά τον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο 5 περίπου χιλιοστά, χαλαρότητα του έσω πλαγίου συνδέσμου 2 περίπου χιλιοστά, η κινητικότητα του αριστερού ισχίου και της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης είναι καλή και απρόσκοπτη, ενώ από την ακτινολογική απεικόνιση των καταγμάτων (αριστερού μηριαίου και αριστερής κνήμης) προέκυψε ότι αυτά πωρώθηκαν πλήρως και σε άριστη θέση.
Κατέληξε δε, μετά ταύτα, ο πραγματογνώμονας στο συμπέρασμα ότι η αποκατάσταση των καταγμάτων ήταν πλήρης, χωρίς να απαιτείται άλλη επέμβαση, η λειτουργικότητα της ποδοκνημικής άρθρωσης, του άκρου πόδα και της άρθρωσης του ισχίου είναι στα φυσιολογικά όρια, ενώ ουσιαστικά τα προβλήματα εντοπίζονται στο αριστερό γόνατο, όπου υπάρχει λειτουργική ανεπάρκεια.
Η ενασχόληση του ενάγοντος σε βαρέα επαγγέλματα ή η έντονη αθλητική δραστηριότητα, με την παρούσα κατάσταση του αριστερού γόνατος, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα προβληματική, όχι, όμως, απαγορευτική. Σύμφωνα δε με τον οδηγό εκτίμησης βαθμού αναπηρίας των επιτροπών του ΙΚΑ, το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος, λόγω της ρήξης των χιαστών, κυμαίνεται από 10% έως 15%.
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, που προέκυψαν από την πραγματοποιηθείσα ιατρική εξέταση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη, συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, μόνιμη και διαρκή αναπηρία, ικανή να επηρεάσει δυσμενώς το οικογενειακό και κοινωνικό του μέλλον και την οικονομική του εξέλιξη, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι η λειτουργική ανεπάρκεια, που παρατηρείται στο αριστερό του γόνατο, τον εμποδίζει να κοινωνικοποιείται και να εργάζεται.
Η μόνη δε συνέπεια αυτής είναι ότι καθιστά προβληματική, αλλά όχι πάντως απαγορευτική την ενασχόλησή του σε βαρέα επαγγέλματα (στην οποία κατηγορία σε καμία περίπτωση δεν υπάγεται το επάγγελμα του κρεοπώλη), καθώς και την έντονη αθλητική δραστηριότητα. Έτσι, ο ενάγων δύναται με ευχέρεια να ασκεί το επάγγελμα του κρεοπώλη, το οποίο και πράγματι ασκεί και να γυμνάζεται ήπια, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση του ενάγοντος δεν δικαιολογεί περιορισμό των κοινωνικών του επαφών, συναναστροφών και δραστηριοτήτων.
Το μικρό δε ποσοστό αναπηρίας, που, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καταλείφθηκε στον ενάγοντα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι επιδρά δυσμενώς στην επαγγελματική του δραστηριότητα και στην οικονομική του εξέλιξη και ότι συνιστά λόγο αποχής από την εργασία του και εν γένει από την κοινωνική του ζωή.
Μάλιστα, ο ενάγων την 21-4-2009 κατατάχθηκε στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού και υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική θητεία του μέχρι την 26-3-2010, που απολύθηκε. Εξάλλου, οι πολλαπλές εμφανείς μετατραυματικές και μετεγχειρητικές ουλές, που, όπως αναφέρονται στην από 27-6-2012 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε η διορισθείσα πραγματογνώμονας Χ.
Χ., διαπιστώθηκαν από αυτήν κατά μήκος ολόκληρου του αριστερού κάτω άκρου (μηρό, γόνατο, κνήμη), θα αποκατασταθούν σε μεγάλο βαθμό με τις αναφερόμενες αναλυτικά στην πιο πάνω έκθεση εξειδικευμένες επανορθωτικές χειρουργικές επεμβάσεις. Κατά συνέπεια, το θεμελιούμενο στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ αγωγικό κονδύλιο για την καταβολή στον ενάγοντα πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει κατ' ουσίαν την αξίωση του αναιρεσείοντα για την επιδίκαση σ' αυτόν πρόσθετης παροχής - ιδιαίτερη αποζημίωση, ποσού 50.000 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τον ανωτέρω ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 931 ΑΚ, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, διότι τα περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να εφαρμοστεί η ανωτέρω διάταξη.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο κατά τις παραδοχές του, δέχτηκε ότι ο παθών κατά την κλινική εξέταση αυτού, στις 11-4-2012, από το δικαστικό πραγματογνώμονα, Γ. Π., προσήλθε χωρίς τη χρήση βακτηριών, ότι ο ιατρός δεν παρατήρησε βράχυνση στο αριστερό σκέλος, εκτός από την ατροφία 2 εκατοστών του αριστερού τετρακεφάλου, καθώς επίσης το υπολειμματικό οίδημα στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση ενός εκατοστού και την αστάθεια του αριστερού γόνατος, που αφορούσε τον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο, (που σημειωτέον είχε υποβληθεί και πριν από το ατύχημα σε συνδεσμοπλαστική επέμβαση, της οποίας η θεραπεία ολοκληρωνόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, όπως έχει προεκτεθεί, στοιχείο που το Εφετείο αξιολογεί σε άλλο σημείο της απόφασής του).
Ο ανωτέρω δικαστικός πραγματογνώμονας, σύμφωνα με τις παραδοχές, διαπίστωσε επίσης, ότι η κινητικότητα του αριστερού ισχύου είναι απρόσκοπτη, ότι από την ακτινολογική απεικόνιση προέκυψε ότι τα κατάγματα είχαν πορωθεί πλήρως με πλήρη αποκατάσταση και ότι το πρόβλημα του αριστερού γόνατος λόγω της ρήξης των χιαστών, που σύμφωνα με τον οδηγό εκτίμησης βαθμού αναπηρίας των επιτροπών του ΙΚΑ, προσδίδει στους ασθενείς αναπηρία σε ποσοστό 10-15%, δεν απαγορεύει καθόλου τον παθόντα και ήδη αναιρεσείοντα να ασχοληθεί με το επάγγελμα του κρεοπώλη, το οποίο αυτός ασκεί, αλλά επίσης δεν είναι απαγορευτική ακόμη και για την ενασχόλησή του με βαρέα επαγγέλματα ή με έντονη αθλητική δραστηριότητα.
Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές ο παθών δύναται με ευχέρεια να αθλείται ήπια και να επιδίδεται σε κοινωνικές συναστροφές και δραστηριότητες και ότι το ανωτέρω μικρό ποσοστό αναπηρίας δεν επιδρά δυσμενώς στο επαγγελματικό του μέλλον και στην εν γένει οικονομική και κοινωνική του ζωή. Οι παραδοχές αυτές είναι σαφείς και πλήρεις και στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη της αξίωσης της πρόσθετης παροχής του άρθρου 931 ΑΚ και συνεπώς η προσβαλλόμενη έχει νόμιμη βάση, διότι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό της ανωτέρω διάταξης.
Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις με στοιχείο α, β και γ, όπως αναλυτικά έχουν παρατεθεί προβάλλονται απαράδεκτα, διότι αποτελούν πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντα ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, που όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτου ο 2ος και ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΑΠ 600/2018, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1663/2017).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος και του άρθρου 932 ΑΚ ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται δυσανάλογα των ποσών που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω 4ου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα περιστατικά: "Τέλος, ενόψει των συνθηκών, υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, όπως αυτές περιγράφονται παραπάνω, του είδους και της σοβαρότητας των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν από αυτό στον ενάγοντα, του βαθμού του πταίσματος του εναγόμενου υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού, του ενάγοντος, της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του ενάγοντος, της ηλικίας αυτού κατά το χρόνο του ατυχήματος και της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από τη στενοχώρια και τη θλίψη του λόγω του τραυματισμού του και της συνακόλουθης προσβολής της σωματικής του ακεραιότητας και υγείας και από τις σωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες, που δοκίμασε κατά τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε, αλλά και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του τόσο στην ιδιωτική κλινική όσο και στην οικία του, καθώς για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και χρειαζόταν τις αυξημένες φροντίδες και περιποιήσεις της μητέρας του.
Η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντα λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 15.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν μειονεκτεί και μάλιστα καταφανώς εκείνου, που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης και με ανάλογες σωματικές βλάβες.
Επομένως είναι αβάσιμος ο 4ος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου επιδίκασε στον παθόντα αναιρεσείοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο όμως είναι κατά τον αναιρεσείοντα δυσαναλόγως μικρό σε σχέση με το ποσό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Κατόπιν τούτου ο 4ος αναιρετικός λόγος για ευθεία παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011). Δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (ΑΠ 805/2017, ΑΠ 252/2005). Εξ άλλου, η παντελής σιωπή του δικαστή είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης και διαφέρει της "σιγή απόρριψης" της αίτησης, δηλαδή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται απόρριψή του, η οποία όμως δεν συνάγεται (και άρα ιδρύεται ο παρών λόγος), όταν υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου επί του αιτήματος, ούτε προκύπτει από την απόφαση κάποια ένδειξη σχετικά με τον λόγο για τον οποίο αυτή αντιπαρήλθε με σιγή το αίτημα (ΑΠ 1686/2017, ΑΠ 1478/2005, ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 788/2006, ΑΠ 1559/2004).
Με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 41.854,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της 2ης ένδικης κύριας αγωγής του και όχι από την επίδοση, στις 16-11-2005, της αρχικής από 26-10-2005 (αρ.
κατ. 4182/2005) αγωγής του άφησε αδίκαστη αίτηση αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10-3-2010 (αρ. κατ. 1630/2020) ένδικη 2η κύρια αγωγή του αναιρεσείοντα και να επιδικάσει σ' αυτόν καταψηφιστικά το ποσό των 41.854,06 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της ένδικης 2ης αγωγής μέχρι την εξόφληση δεν άφησε αδίκαστο αίτημα (περί της έναρξης της τοκοφορίας), αλλά, αφού ερεύνησε το αίτημα τοκοδοσίας της αγωγής (2ης) και απέρριψε σιγή τούτο από την επίδοση της προγενέστερης αρχικής από 26-10-2005 αγωγής, δέχθηκε εν μέρει το αίτημα τοκοδοσίας από την επίδοση της 2ης ένδικης κύριας αγωγής του αναιρεσείοντα.
Η μερική παραδοχή όμως του αιτήματος της αγωγής δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο 5ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Τέλος, με τον 6ο αναιρετικό λόγο, που ασκείται επικουρικά ως προς τον 5ο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει το ποσό των 41.854,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της 2ης κύριας αγωγής του και όχι από τις 15-11-2005 που είχε κοινοποιηθεί η αρχική του αγωγή και συνιστούσε εξώδικη όχληση, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 340, 345 και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η αρχική από 26-10-2005 (αρ. κατ. 4182/2005) αγωγή του αναιρεσείοντα - παθόντα είχε διαφορετική νομική και ιστορική αιτία με την ένδικη 2η κύρια από 10-3-2010 (αρ. κατ. 1630/2010) αγωγή αυτού και δεν συνιστούσε εξώδικη όχληση. Ειδικότερα, όπως αμετακλήτως δέχθηκε η υπ' αριθμ. 1280/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 709/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής, το οποίο να κωλύει την έρευνα της ένδικης 2ης κύριας αγωγής και συνακόλουθα οι συνέπειες της όχλησης της αρχικής αγωγής δεν εκτείνονται και στην ένδικη 2η κύρια αγωγή, καθόσον η αρχική αγωγή απευθυνόταν μόνον κατά της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και όχι κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της μοτοσυκλέτας, η αμέλεια του οποίου, όπως έχει εκτεθεί αναλυτικά σε άλλο σημείο της απόφασης αυτής, στηριζόταν σε διαφορετική νομική βάση έναντι της ένδικης 2ης κύριας αγωγής αυτού.
Επομένως, ο τελευταίος 6ος (επικουρικός) λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη από 8-1-2018 (αρ. Κατ. 20/2018) αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ.
Β'δ' ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 11-12-2017 (αρ. κατ. 301/2017) αίτηση αναίρεσης με την αντίθετη από 8-1-2018 (αρ. κατ. 20/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1104/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Απορρίπτει τις ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1104/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση κάθε συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της από 11-12-2017 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της από 8-1-2018 αίτησης αναίρεσης στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ