Legislator Case Law & Legislation
507/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for procedural errors not raised at lower court.

Case Number 507/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court improperly accepted a defendant's representation despite procedural flaws, but the court found these errors did not stem directly from the contested judgment itself. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the alleged procedural defects could not be proven solely from the judgment document.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562(2)(b) and 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on a procedural error not evident from the contested judgment without external evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural error code of civil procedure representation capacity property dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553(2)(b), 556, 558, 564(3) and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180(1), 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 507 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 507/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Κ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημακόπουλο, που ανακάλεσε την από 4-10-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Κ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, που ανακάλεσε την από 4-10-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις,

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Τ., κατοίκου ..., 2) Ι. Δ.-Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αναστασόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3355/2008 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4618/2011 μη οριστική, 7941/2020 οριστική, του τελευταίου Δικαστηρίου και 800/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16-5-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 16-5-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 800/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έφεση κατά της υπ' αριθ. 7941/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε εν μέρει δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553 παρ. 1 εδ. β', 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Στην υπό κρίση διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι οι ενάγοντες (συγ)κυριότητά τους σε ακίνητο (αγρό) κατά παράγωγο τρόπο, με κληρονομική διαδοχή και μεταγραφή των αποδοχών και ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενοι τους απέβαλαν παράνομα από το περιγραφόμενο τμήμα του, ζήτησαν να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητά τους κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν το καταληφθέν τμήμα, σωρεύοντας και αίτημα επανεγκατάστασής τους.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα και τις αποφάσεις στις σχετικές δίκες προκύπτει η ακόλουθη πορεία της υπόθεσης: Ο Τ. Δ. του Ν. (ήδη αποβιώσας), η Ε. Δ. του Τ. (κόρη του) και η Ι. Δ. του Ν. (αδελφή του πρώτου και θεία της δεύτερης, αντίστοιχα) είχαν εγείρει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπό κρίση από 15-1-2007 (αριθ.

κατ. …2007) διεκδικητική αγωγή (συγ)κυριότητάς τους σε (αγροτικό) ακίνητο (εδαφικού τμήματος - λωρίδας), την οποία απηύθυναν κατά των (αδελφών) Χ. Κ. του Σ. και Μ. Κ. του Σ., (συγ)κυριών κατά ψιλή (συγ)κυριότητα όμορου ακινήτου τους, καθώς και κατά των Γ. Κ. του Π. (ήδη αποβιώσαντος) και Α. συζύγου Σ. Κ. το γένος Μ. Μ. (ήδη αποβιώσασας), επικαρπωτών αυτού.

Επίσης, οι ενάγοντες είχαν εγείρε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων και τις από 20-1-1996 και από 20-5-1996 προγενέστερες διεκδικητικές (συγ)κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγές τους, οι οποίες απορρίφθηκαν τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς. Επί της υπό κρίση αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 3355/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κήρυξε εαυτό καθύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του καθύλη αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το δικαστήριο αυτό (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την υπ' αριθ. 4618/2011 απόφασή του ανέστειλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση αγωγής, μέχρι να περατωθεί η δίκη επί της από 20-5-1996 (δεύτερης προγενέστερης) αγωγής, που εκκρεμούσε στο ίδιο δικαστήριο. Μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής, για λόγους μη ουσιαστικούς με την υπ' αριθ. 2576/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επανέφεραν την υπό κρίση αγωγή προς περαιτέρω συζήτηση με την από 20-9-2016 κλήση η δεύτερη και η τρίτη ενάγουσες και εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθ. 7941/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την υπό κρίση αγωγή.

Ειδικότερα, απέρριψε ως μη νόμιμο το περί επανεγκατάστασης αγωγικό αίτημα και αναγνώρισε (συγ)κυρίες την (αρχικά δεύτερη ενάγουσα και στη συνέχεια πρώτη καλούσα και ενάγουσα) Ε. Δ. του Τ. κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του επίδικου εδαφικού τμήματος - λωρίδας εκτάσεως 803 τ.μ. και την (αρχικά τρίτη και στη συνέχεια δεύτερη καλούσα και ενάγουσα) Ι.

Δ. - Ν. του Ν. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του τμήματος αυτού και υποχρέωσε τους εναγομένους Γ. Κ. του Π. (επικαρπωτή), (Χ. Κ. του Σ. και Μ. Κ. του Σ. (συγκυρίες), να αποδώσουν στις (συγ)κυρίες ενάγουσες, κατά τα ανωτέρω ποσοστά (συγ)κυριότητας το επίδικο εδαφικό τμήμα - λωρίδα που συμπεριέλαβαν παράνομα στο όμορο ακίνητό τους.

Επί ασκήσεως εφέσεως από τους εναγόμενους κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 7941/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 800/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, εκφέροντας όμοια κρίση και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.

Διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008). Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση για την απόδειξη της βασιμότητας των προβληθέντων πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμών τους, περί παραγραφής της ασκηθείσας αξίωσης των αναιρεσιβλήτων με την διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή τους και περί ιδίας κυριότητας αυτού με χρησικτησία και για την απόδειξη της αβασιμότητας του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της παραγραφής και της χρησικτησίας.

Συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, που είχαν ληφθεί στο συμβολαιογράφο Ελευσίνας Ε. Α. στο πλαίσιο άλλων δικών και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. .../20-5-1996 και .../18-11-1996 του Ν. Δ., τις υπ' αριθ. .../20-5-1996 και ...18-11-1996 του Χ. Ν., τις υπ' αριθ. .../20-5-1996 και .../18-11-1996 του Π. Π., την υπ' αριθ. .../18-11-1996 του Γ.

Γ. και την υπ' αριθ....18-11-1996 του Α. Σ., την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Π., που περιέχεται στα πρακτικά της υπ' αριθ. 8843/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το από Αυγούστου 1967 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Τ., το από Νοεμβρίου 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Ο., την από 10-10-1972 μεσιτική εντολή του Π.

Κ., την από 25-11-1972 εξώδικη δήλωση της εταιρείας ... προς τον Π. Κ. και την από 12-11-1975 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Π. Κ. κατά της εταιρείας .... Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα, ως αγνοηθέντα, από τις αναιρεσείουσες, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η διεκδικητική αγωγή ακινήτου, ως αξίωση, υπόκειται στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αυτή αρχίζει από την στιγμή που προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητος με την δημιουργία καταστάσεως αντιτιθέμενης σ' αυτό και επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής που ασκεί ο προσβολέας και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητος με χρησικτησία (ΑΠ 1776/2007, ΑΠ 171/2004).

Μετά την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δικαιούται ο υπόχρεος να προβάλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου, χωρίς όμως η παραγραφή αυτή να επιφέρει απόσβεση της κυριότητας που εξακολουθεί να παραμένει στο δικαιούχο, εκτός αν συντρέχουν στο πρόσωπο του υπόχρεου και οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας (κτητικής παραγραφής) (ΑΠ 1425/2011).

Εάν κατά τη διάρκεια της παραγραφής, η αξίωση μεταβιβασθεί με καθολική ή ειδική διαδοχή σε άλλον δικαιούχο, αυτή παραμένει η ίδια και δεν μεταβάλλεται ως προς την ουσία της. Όμοια παραγραφή, που είχε αρχίσει στο πρόσωπο του δικαιούχου, συνεχίζεται και στο πρόσωπο του νέου δικαιούχου. Αυτό σημαίνει ότι στον χρόνο της παραγραφής υπολογίζεται και ο χρόνος που είχε περάσει πριν από τη μεταβίβαση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης (παρ. 1). Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, μετά την επέλευση της διακοπής με τον τρόπο αυτό, αποτελεί διακοπτικό γεγονός και κάθε μετέπειτα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 148/2017), όπως η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κ.λ.π.

Εξάλλου, διαδικαστικές πράξεις είναι γενικά οι πράξεις του δικαστηρίου ή των διαδίκων που επιδρούν άμεσα στην κίνηση και προώθηση της δίκης, όπως είναι η κλήση για συζήτηση της αγωγής. Επομένως, αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της, ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την άσκησή της, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (ΑΠ 41/2016).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Το διακοπτικό, δηλαδή, αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν τόσο η έγερση της αγωγής όσο και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής (ΑΠ 345/2020, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019).

Εξάλλου, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά, που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 190/2008).

Επομένως, εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης, που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού, η παραγραφή λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 404/2008). Οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι, ουσιαστικά αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στο δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του, τη δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει τις ελλείψεις της αρχικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς (π.χ.

λόγω έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης, λόγω αοριστίας), χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης. Παρέχεται, έτσι, ένας επί πλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει όμως στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής (ΑΠ 1453/2022, ΑΠ 52/2021).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 10/2011).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων κλπ) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του παραπάνω λόγου αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτές ένστασης της παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και ως προς την παραδοχή της προβληθείσας από τις αναιρεσίβλητες αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την προγενέστερη έγερση δύο διεκδικητικών αγωγών για την ίδια επίδικη εδαφική λωρίδα, που απορρίφθηκαν για λόγους μη ουσιαστικούς.

Συγκεκριμένα μέμφονται το Εφετείο ότι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 261 και 263 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και στέρησε έτσι από την απόφαση τη νόμιμη βάση, διότι παρέλειψε να αναφέρει την ιστορική αιτία των δύο προηγούμενων αγωγών, την ταύτιση των διαδίκων των αγωγών αυτών με τους διαδίκους της υπό κρίση τρίτης αγωγής, τον χρόνο επίδοσης και των τριών αγωγών και τον χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας των απορριπτικών για λόγους μη ουσιαστικούς αποφάσεων υπ' αριθ. 2482/2005 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και υπ' αριθ. 2576/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί των δύο προηγούμενων αγωγών αντίστοιχα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις προβληθείσες, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ένσταση παραγραφής και αντένσταση διακοπής της παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής κυριότητας αγωγής: " .....

Επί της ανωτέρω από 20-1-1996 και με αριθ. καταθ. .../1996 πρώτης (χρονικά) αγωγής των εφεσιβλήτων εναγόντων, η οποία διέκοψε την εικοσαετή παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, με χρόνο έναρξης το έτος 1980, είχε αρχικώς εκδοθεί η 1842/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κήρυξε εαυτό καθύλη αναρμόδιο, παραπέμποντας την εκδίκασή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ακολούθως ασκήθηκε από τους ίδιους η από 20-5-1996 και με αριθ. καταθ. .../1996 δεύτερη αγωγή, με την αυτή ιστορική και νομική αιτία, διακόπτουσα και αυτή την εικοσαετή παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 8343/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία ανέστειλε την εκδίκασή της μέχρι την περάτωση της προγενέστερης από 20-1-1996 αγωγής ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου.

Επί της ανωτέρω από 20-1-1996 πρώτης αγωγής εκδόθηκε η 2482/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, περατώνοντας με τον τρόπο αυτόν οριστικά τη διαδικασία επί της ως άνω από 20-1-1996 αγωγής. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς θα είχε ως συνέπεια να μην θεωρείται ότι διακόπηκε η παραγραφή με την άσκηση της από 20-1-1996 πρώτης αγωγής, πλην όμως είχε ήδη ασκηθεί από τους ενάγοντες η από 20-5-1996 και με αριθ.

καταθ. .../1996 δεύτερη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ήταν ακόμα εκκρεμής, διακόπτουσα την παραγραφή. Ακολούθως οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες άσκησαν την από 15-1-2007 (.../826/2007) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 3355/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την από 7-7-2009 και με αριθ. καταθ. .../1319/2009 κλήση των εφεσιβλήτων - εναγόντων ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για την εκ νέου συζήτηση της ως άνω αγωγής η 1-11-2011, εκδοθείσας της 4618/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέστειλε τη συζήτηση της αγωγής μέχρις ότου περατωθεί η δίκη επί της από 20-5-1996 και με αριθ.

καταθ. .../1996 δεύτερης αγωγής που εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες με την από 1-8-2013 και με αριθ. καταθ. ...823/2013 κλήση επανέφεραν προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη δεύτερη από 20-5-1996 και με αριθ. καταθ. .../1996 αγωγή, εκδοθείσας της 2576/2016 απόφασης του ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αόριστη και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη (βλ.

το υπ' αριθ..../11-10-2019 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών). Ομοίως, η τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς θα είχε ως συνέπεια να μην θεωρείται ότι διακόπηκε η παραγραφή με την άσκηση της από 20-5-1996 δεύτερης αγωγής, πλην όμως οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες είχαν ασκήσει ήδη πριν από την τελεσιδικία της δεύτερης από 20-5-1996 αγωγής την από 15-1-2007 (.../826/2007) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας τελικά εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

Επομένως, η άσκηση της από 15-1-2007 αγωγής είχε ως συνέπεια την αναβίωση της διακοπής της παραγραφής, που επήλθε με την πρώτη από 20-1-1996 αγωγή". Μετά από αυτά, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες επανέφεραν την προβληθείσα ένσταση περί παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και δέχθηκε την προβληθείσα αντένσταση που επανέφεραν οι αναιρεσίβλητες περί διακοπής της παραγραφής της αγωγής, εκφέροντας όμοια κρίση με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η εικοσαετής παραγραφή της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων άρχισε το έτος 1980, με την εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών παράνομη κατάληψη και αποβολή αυτών από το επίδικο εδαφικό τμήμα του ακινήτου τους, ότι η παραγραφή της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων διακόπηκε με την έγερση αρχικά της από 20-1-1996 (πρώτης) διεκδικητικής αγωγής, που απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς με την υπ' αριθ. 2482/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι επακολούθησε η έγερση της από 20-5-1996 (δεύτερης) διεκδικητικής αγωγής πριν από την τελεσιδικία της απόφασης, που ομοίως απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς με την υπ' αριθ. 2576/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δεν προσβλήθηκε με ένδικα μέσα και ότι πριν την τελεσιδικία και αυτής της απόφασης επανεγέρθηκε η ένδικη από 15-1-2007 διεκδικητική αγωγή.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου διαλαμβάνει την τελεσίδικη απόρριψη για λόγους μη ουσιαστικούς των δύο προηγούμενων διεκδικητικών αγωγών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, για το ίδιο επίδικο ακίνητο, με την ίδια ιστορική και νομική βάση και το ίδιο αίτημα με της ένδικης αγωγής, η οποία συμπληρώθηκε κατά τα ελλείποντα στοιχεία, την έγερση όλων των αγωγών πριν από την τελεσιδικία εκάστης των επομένων αγωγών αντίστοιχα, τις διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων και του δικαστηρίου για τις αγωγές αυτές και την αναβίωση της διακοπής της παραγραφής της ένδικης από 15-1-2007 αγωγής, που επήλθε με την πρώτη από 20-1-1996 αγωγής.

Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση επιπλέον στοιχείων και δη των θεωρουμένων από τις αναιρεσείουσες ως ελλειπόντων, διότι οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου επί της ανωτέρω ενστάσεως και ενστάσεως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 261 ΑΚ, ως προς την ένσταση παραγραφής της αξίωσης από την ένδικη διεκδικητική αγωγή και ως προς την αντένσταση διακοπής της παραγραφής αυτής, διότι οι σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο νομέας κινητού ή ακίνητου πράγματος μπορεί να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με χρησικτησία, εφόσον συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Η χρησικτησία, τόσο η τακτική όσο και η έκτακτη, αποτελεί πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, υπό την έννοια ότι το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα γεννιέται στο πρόσωπο του δικαιούχου και είναι ανεξάρτητο από προϋπάρχον δικαίωμα άλλου προσώπου.

Περαιτέρω, η χρησικτησία πέρα από τη "δημιουργία" νέας κυριότητας επί ακίνητου πράγματος, συνεπάγεται ταυτόχρονα και την απόσβεση της υπάρχουσας κυριότητας επ' αυτού. Πρόκειται για κτητική παραγραφή της κυριότητας, καθώς επέρχεται υπέρ του εκάστοτε νομέα του πράγματος. Η νομή επί κινητού ή ακίνητου πράγματος αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και η νομή αυτή δεν απαιτείται να είναι ανεπίληπτη, ούτε χρειάζεται καλή πίστη στο πρόσωπο του νομέα.

Όρος για την έκτακτη χρησικτησία είναι και η πάροδος είκοσι ετών στη νομή του ακινήτου. Αυτό το χρονικό διάστημα συμπίπτει με το αντίστοιχο της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής (ΑΚ 1094, 249) για τον μέχρι τότε πραγματικό δικαιούχο του πράγματος. Με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας ουσιαστικά συμπληρώνεται η παραγραφή (ΑΚ 247-278).

Η έναρξη του χρόνου χρησικτησίας επέρχεται την επόμενη ημέρα από την απόκτηση της νομής ή της οιονεί νομής του πράγματος (ΑΚ 241 παρ. 1) από το χρησιδεσπόζοντα, ενώ η λήξη του λαμβάνει χώρα με την παρέλευση της αντίστοιχης ημερομηνίας του τελευταίου έτους (ΑΚ 243 παρ. 3, ΚΠολΔ 145 παρ. 1). Στην έκτακτη χρησικτησία ισχύει διαδοχή στη χρησικτησία, που σημαίνει ότι τόσο ο καθολικός όσο και ο ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει στη δική του νομή, το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του.

Επί ειδικής διαδοχής για τον συνυπολογισμό του χρησιδεσπόζοντος στη νομή του πράγματος αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή και δεν απαιτείται διαδοχή στην κυριότητα. Κατά το άρθρο ΑΚ 976 η διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση, ακόμη και για ακίνητο, όπου στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα.

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1048 εδ. α' ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής, που επέρχεται όταν εκλείψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή η διάνοια κυρίου ή και τα δύο. Αντίθετα με τον θάνατο του χρησιδεσπόζοντος δεν επέρχεται απώλεια της νομής (ΑΚ 983). Επίσης, κατ' άρθρο 1049 εδ. α' ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου.

Η διάταξη ορίζει μόνο για έγερση της διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της όμως είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται όταν το δικαίωμα που πρόκειται να κτηθεί βάσει αυτής, δηλαδή η κυριότητα, γίνεται επίδικο. Οι συνέπειες της διακοπής της παραγραφής της χρησικτησίας ορίζονται στο άρθρο ΑΚ 1050. Συγκεκριμένα, δεν υπολογίζεται ως χρόνος χρησικτησίας ο χρόνος που διανύθηκε έως τη διακοπή (ΑΚ 1050 εδ.

α') και μόνο μετά τη λήξη της διακοπής μπορεί να αρχίσει νέα χρησικτησία (ΑΚ 1050 εδ. β'). Η διάταξη αυτή ανταποκρίνεται στο άρθρο 270 ΑΚ για την παραγραφή. Αν η παλιά χρησικτησία διακόπηκε λόγω απώλειας της νομής, η νέα ξεκινά με την ανάκτησή της (ΑΚ 1048 εδ. α'), ενώ αν η παλιά χρησικτησία διακόπηκε εξαιτίας έγερσης αγωγής από τον κύριο, η νέα αρχίζει από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΚ 1049 εδ.

γ', 261 εδ. β').

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261, 263, 974, 981, 1045, 1048, 1049 ΑΚ. Συγκεκριμένα οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτές ένστασης ιδίας κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ως προς την παραδοχή της προβληθείσας από τις αναιρεσίβλητες αντένστασης διακοπής της έκτακτης χρησικτησίας με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η νομή που ασκούσαν από το έτος 1980 οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών και στη συνέχεια οι ίδιες απωλέστηκε με την από 20-2-1995 εξώδικη διαμαρτυρία που απηύθυναν οι αναιρεσίβλητες προς αυτές και με την από 21-12-1996 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσαν εναντίον τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας.

επιπροσθέτως δε με την έγερση των δύο προηγούμενων από 20-1-1996 και από 20-5-1996 αγωγών τους κατ' αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις προβληθείσες, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ένσταση ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και αντένσταση διακοπής της έκτακτης χρησικτησίας: " .....

Δυνάμει του προσαγόμενου με επίκληση .../25-5-1976 συμβολαίου ..... μεταγεγραμμένου .....περιήλθε στην κυριότητα των Σ. και Γ. Κ. λόγω δωρεάς εν ζωή προς αυτούς από τον Π. Κ. το 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο ενός αγρού κειμένου στη θέση ... ..... εκτάσεως οκτώ (8) στερμμάτων, .....οριζόμενο ανατολικώς με κληρονόμους Κ./νου Γ. - Σ., δυτικώς με οδό, βορείως με κληρονόμους Κ.

και νοτίως με κληρονόμους Λ. Δ.. Στον δωρητή Π. Κ. περιήλθε το κτήμα αυτό, όπως παραπάνω κατ' όρια και έκταση (οκτώ στρεμμάτων) περιγράφεται, με αγορά από τον Ε. Κ. δυνάμει του ... συμβολαίου .....μεταγραφέντος ..... Στον πωλητή Ε. Κ. περιήλθε ο αγρός αυτός (οκτώ στρεμμάτων) κατά το μεν 1/3 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομίας του πατρός του Χ.

Κ., κατά το έτερο 1/3 λόγω αγοράς από τον Σ. Κ. ..... και κατά το υπόλοιπο 1/3 λόγω αγοράς από τον Η. Κ. ..... Μέχρι την 7-10-1994 κύριοι του κτήματος αυτού ήταν κατά το /2 εξ αδιαιρέτου, κατά τα άνω, οι αδελφοί Σ. και Γ. Κ.. Στις 7-10-1993 ο πρώτος εξ αυτών Σ. Κ. δυνάμει του ...7-10-1993 συμβολαίου ..... συνέστησε γονική παροχή και παρεχώρησε προς τις θυγατέρες Χ.

και Μ. το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας και δώρησε την επικαρπία στην συζυγό του Α.. Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε ..... Ο αδελφός αυτού (του Σ. Κ.) Γ. Κ., συνιδιοκτήτης του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου του κτήματος τούτου, με το .../7-10-1993 συμβόλαιο ..... δώρισε στις ανιψιές του, θυγατέρες του πρώτου (Σ. Κ.) Χ. και Μ.

Κ., κατά το 1/2 εις εκάστη τούτων την ψιλή κυριότητα του ανήκοντος σ' αυτόν 1/2 εξ αδιαιαιρέτου του κτήματος, ενώ παρακράτησε για τον ίδιο την επικαρπία του. Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε ..... Από το έτος 1980 οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Γεώργιος και Σ. Κ. είχαν περιφράξει με συρματόπλεγμα ευρύτερη των αναφερομένων στα παραπάνω συμβόλαια οκτώ (8) στρεμμάτων έκταση, ήτοι κατέλαβαν επιπλέον έκταση, στην οποία συμπεριέλαβαν και το επίδικο εδαφικό τμήμα, την οποία εκμίσθωναν διαδοχικά σε διάφορους μισθωτές .....

Οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες αντέδρασαν το πρώτον το έτος 1995, όταν επέδωσαν στις εκκαλούσες - εναγόμενες την από 20-2-1995 εξώδικη όχληση και ακολούθως την από 20-1-1996 αγωγή για το επίδικο εδαφικό τμήμα. Πράξεις νομής των εναγομένων προγενέστερες του έτους 1980 δεν αποδείχθηκαν ..... Προσέτι όσον αφορά τον περί έκτακτης χρησικτησίας ισχυρισμό των εναγομένων, εφόσον αυτές άρχισαν να νέμονται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μεγαλύτερη έκταση από τους αναφερόμενους στους τίτλους τους, όπως προεκτέθηκε, από το έτος 1980, δεν έχουν καταστεί κύριοι, δεν έχουν καταστεί κύριοι, διότι έκτοτε δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος της εικοσαετίας, καθόσον οι ενάγοντες με την από 20-2-1995 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση και στη συνέχεια με την από 21-12-1995 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας και τις από 20-1-1996 (με αριθ.

καταθ. .../1996) και από 20-5-1996 (με αριθ. καταθ. .../1996) αγωγές τους διέκοψαν πριν από την παρέλευση εικοσαετίας τη νομή των εναγομένων .....". Μετά από αυτά, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες επανέφεραν την προβληθείσα ένσταση περί ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και δέχθηκε την προβληθείσα από τις αναιρεσίβλητες αντένσταση διακοπής της χρησικτησίας με την προγενέστερη έγερση των από 20-1-1996 και 20-5-1996 διεκδικητικών αγωγών, εκφέροντας όμοια κρίση με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αρξαμένη το έτος 1980 εικοσαετής χρησικτησία αρχικά των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών και στη συνέχεια των ιδίων επί του επίδικου ακινήτου, διακόπηκε το έτος 1996 με την έγερση από τις αναιρεσίβλητες εναντίον τους των παραπάνω αγωγών, με τις οποίες φέρεται σε δίκη το δικαίωμα της κυριότητας, ότι έκτοτε μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το έτος 2007, δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία, ότι οι αναιρεσείουσες δεν έγιναν (συγ)κύριες του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι η διακοπή της χρησικτησίας επήλθε με την έγερση των δύο προηγούμενων διεκδικητικών αγωγών και όχι με την απώλεια της νομής από τους χρησιδεσπόζοντες.

Εξάλλου, η πλεοναστική αναφορά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί εξώδικης διαμαρτυρίας και περί κατάθεσης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής του επίδικου εδαφικού τμήματος δεν στηρίζουν την κρίση του Εφετείου περί διακοπής της χρησικτησίας, η οποία επήλθε με την πρώτη από 20-1-1996 αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 261, 263, 974, 981, 1045, 1048, 1049 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ως προς την αντένσταση διακοπής της χρησικτησίας με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, που υπάγονται στους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτές ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και ως προς την παραδοχή της προβληθείσας από τις αναιρεσίβλητες αντένστασης διακοπής της χρησικτησίας με την προγενέστερη έγερση δύο διεκδικητικών αγωγών για την επίδικη εδαφική λωρίδα, που απορρίφθηκαν για λόγους μη ουσιαστικούς.

Συγκεκριμένα προβάλλουν την αιτίαση ότι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 263 και 1049 εδ. γ' ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου και στέρησε έτσι από την απόφαση τη νόμιμη βάση, διότι παρέλειψε να αναφέρει την ιστορική αιτία των δύο προηγούμενων αγωγών, την ταύτιση των διαδίκων των αγωγών αυτών με τους διαδίκους της ένδικης τρίτης αγωγής, τον χρόνο επίδοσης και των τριών αγωγών και τον χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας των απορριπτικών για λόγους μη ουσιαστικούς αποφάσεων υπ' αριθ. 2482/2005 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και υπ' αριθ. 2576/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα επί των δύο προηγούμενων αγωγών αντίστοιχα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς τις προβληθείσες, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ένσταση παραγραφής της έκτακτης χρησικτησίας και αντένσταση διακοπής της παραγραφής της έκτακτης χρησικτησίας: ".....

Προσέτι, όσον αφορά τον περί έκτακτης χρησικτησίας ισχυρισμό των εναγομένων, εφόσον αυτοί άρχισαν να νέμονται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μεγαλύτερη έκταση από την αναγραφόμενη στους τίτλους τους, όπως προεκτέθηκε, από το έτος 1980, δεν έχουν καταστεί κύριοι, διότι έκτοτε δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος της εικοσαετίας, καθόσον οι ενάγοντες .....

με τις από 20-1-1996 ..... και από 20-5-1996 ..... αγωγές τους διέκοψαν πριν από την παρέλευση εικοσαετίας τη νομή των εναγομένων ..... ". Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αρξαμένη το έτος 1980 εικοσαετής χρησικτησία αρχικά των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών και στη συνέχεια των ιδίων επί του επιδίκου ακινήτου, διακόπηκε το έτος 1996 με την άσκηση των παραπάνω αγωγών, με τις οποίες φέρεται σε δίκη το δικαίωμα της κυριότητας και ότι έκτοτε μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής το έτος 2007, δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία στη νομή για τους χρησιδεσπόζοντες, οι οποίοι δεν έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία των αναιρεσειουσών και δέχθηκε την αντένσταση διακοπής της χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων, εκφέροντας όμοια κρίση με την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου διαλαμβάνει την τελεσίδικη απόρριψη για λόγους μη ουσιαστικούς των δύο προηγούμενων διεκδικητικών αγωγών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με την ίδια ιστορική και νομική βάση και το ίδιο αίτημα με της ένδικης αγωγής, την έγερση όλων των αγωγών πριν από την τελεσιδικία εκάστης των επόμενων αγωγών αντίστοιχα, τις διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων και του δικαστηρίου για τις αγωγές αυτές και ότι ασκήθηκαν μέσα στην εικοσαετία από τον χρόνο ενάρξεως της έκτακτης χρησικτησίας, το έτος 1980, επί του επίδικου ακινήτου.

Δεν ήταν αναγκαία η παράθεση επιπλέον στοιχείων και δη των θεωρουμένων από τις αναιρεσείουσες ως ελλειπόντων, διότι οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου επί της ανωτέρω ενστάσεως και αντενστάσεως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 263 και 1049 ΑΚ ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ως προς την αντένσταση διακοπής της έκτακτης χρησικτησίας, διότι οι σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 25/2003).

Ακόμη "πράγμα" υπό την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008). Για την ίδρυση δηλαδή του λόγου αυτού, πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως αφορώντες σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν ρητώς ή "εκ των πραγμάτων" προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε το λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).

Δεν θεωρούνται "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).

Επίσης, δεν αποτελούν ισχυρισμούς τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016). Για την ίδρυση δηλαδή του λόγου αυτού, πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως αφορώντες σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν ρητώς προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τον λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 69/2016), όπως και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 41/2016, ΑΠ 1363/2008), γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 25/2003, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 1644/2022, ΑΠ 817/2014, ΑΠ 502/2014).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο και κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1041 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη για το ουσία βάσιμο του ισχυρισμού τους, περί κτήσης ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία στην επίδικη εδαφική λωρίδα, τα υπ' αριθ. ...1993 και .../1993 συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς αντίστοιχα, τα οποία οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν ως κτητικούς τίτλους τους.

Ο ανωτέρω λόγος ως προς την αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι τα περιστατικά που τον στηρίζουν δεν ιδρύουν την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δηλαδή ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του χωρίς να λάβει υπόψη του για το ουσία βάσιμο του ισχυρισμού του περί τακτικής χρησικτησίας τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες ανωτέρω υπ' αριθ. ...1993 και .../1993 συμβόλαια, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η ρητή διαβεβαίωση και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με τον ανωτέρω προβαλλόμενο ισχυρισμό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ανωτέρω συμβόλαια.

Περαιτέρω, κατά τον ίδιο τέταρτο λόγο της αναίρεσης και κατά το ίδιο πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο και κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1041 ΑΚ έλαβε υπόψη για το ουσία αβάσιμο του ισχυρισμού τους περί κτήσης ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία στην επίδικη εδαφική λωρίδα τα υπ' αριθ. .../1958 και .../1976 συμβόλαια αγοραπωλησίας και δωρεάς αντίστοιχα, τα οποία οι αναιρεσείουσες δεν επικαλέστηκαν ως κτητικούς τίτλους τους.

Ο ανωτέρω λόγος και ως προς την αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι τα περιστατικά που τον στηρίζουν δεν ιδρύουν την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αν ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. β' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν, δηλαδή ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο του ισχυρισμού τους περί τακτικής χρησικτησίας έλαβε υπόψη του υπ' αριθ. .../1958 και .../1976 συμβόλαια αγοραπωλησίας και δωρεάς, αντίστοιχα, τα οποία οι αναιρεσείουσες δεν επικαλέστηκαν ως κτητικούς τίτλους τους, πρέπει και ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από κανένα διάδικο.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με τον ανωτέρω προβαλλόμενο ισχυρισμό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ανωτέρω συμβόλαια που προσκόμισαν οι διάδικοι.

Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτες και επειδή με το πρόσχημα της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων) και η ουσιαστική κρίση από το Εφετείο με επαναξιολόγηση αυτών, που δεν επιτρέπεται (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1073/2015).

Εξάλλου, για τη θεμελίωση του παραπάνω λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο, του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. .../1976 συμβολαίου δωρεάς ακινήτου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ε. Τ., στο σημείο όπου προσδιορίζεται η επιφάνεια του μεταβιβασθέντος ακινήτου.

Συγκεκριμένα ψέγουν το Εφετείο, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το ακίνητο, το οποίο απέκτησαν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο οι δικαιοπαροχοί τους, έχει έκταση οκτώ (8) στρεμμάτων (8.000 τ. μ.), ενώ αναγράφεται στο συμβόλαιο ότι είχε έκταση οκτώ (8) στρεμμάτων "πλέον ή έλαττον". Έτσι, κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα περί άσκησης της νομής τους με βάση αυτόν τον κτητικό τίτλο σε έκταση 8.000 τ.

μ. και όχι 8.800 τ. μ., ήτοι σε άσκηση της νομής τους σε έκταση κατά ποσοστό 10% μεγαλύτερης της αναγραφόμενης στο συμβόλαιο, κατά την κοινή πείρα και τα συναλλακτικά ήθη. Ακολούθως, το Εφετείο στηριζόμενο αποκλειστικά στο παραμορφωμένο κατά το σημείο αυτό περιεχόμενο του μεταβιβαστικού συμβολαίου απέρριψε, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τον ισχυρισμό τους περί κτήσεως κυριότητας επί της επίδικης λωρίδας των 803 τ.

μ. με τακτική χρησικτησία, με βάση τον κτητικό αυτό τίτλο, παραβιάζοντας τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1044 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και από το περιεχόμενο του προσκομιζόμενου ανωτέρω συμβολαίου δωρεάς, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε για την αναγραφόμενη έκταση του μεταβιβασθέντος με αυτό ακινήτου τα εξής: "Στους αναφερόμενους τίτλους κτήσεως, δηλαδή στα άνω .../1976 και .../1958 συμβόλαια, αναγράφεται ότι περιήλθαν στους ήδη πωλητές (Σ.

και Γ. Κ.) οκτώ (8) στρέμματα και όχι 10.798 τ. μ. χωρίς να γίνεται αναφορά για κτήση της επιπλέον των τίτλων κτήσεως έκτασης, επιφανείας 2.789 τ. μ. (10.798 - 8.000) με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Επομένως η επίδικη εδαφική έκταση βρίσκεται εντός του προαναφερθέντος ακινήτου των εφεσιβλήτων - εναγουσών. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγόμενων ότι η έκταση του ακινήτου ιδιοκτησίας τους αναφέρεται στα παραπάνω συμβόλαια ως "οκτώ (8) στρεμμάτων πλέον ή έλαττον" σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί έκταση μεγαλύτερη κατά 2.789 τ.

μ. των οκτώ (8) στρεμμάτων, ούτε η παραπάνω επιπλέον έκταση μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω εσφαλμένου υπολογισμού του εμβαδού του ακινήτου". Κατόπιν τούτων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού διέγνωσε σωστά το έγγραφο, συνεκτίμησε το περιεχόμενό του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα, από αυτό που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι, για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος.

Ειδικότερα, καλή πίστη υπάρχει, όταν ο νομέας, με βάση τα περιστατικά που κάθε φορά συντρέχουν, έχει, κατά την απόκτηση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος. Νόμιμος τίτλος είναι κάθε τρόπος απόκτησης της κυριότητας, ο οποίος φέρει εξωτερικά όλα τα αναγκαία κατά το νόμο για το κύρος του στοιχεία, πλην, όμως, είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη, η οποία εμποδίζει κατά νόμο την κτήση της κυριότητας, όπως, μεταξύ άλλων, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος.

Τέτοιος τίτλος είναι και το μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται για νόμιμη αιτία η κυριότητα και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τα δε τυχόν εκτός αυτού ελαττώματά του, όπως, κατά τα ανωτέρω, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί παραπάνω νόμιμοι όροι αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, αρκεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές παραπάνω νόμιμες προϋποθέσεις και νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται ως προς αυτόν καλή πίστη του νομέα. Νομιζόμενος δε τίτλος, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, είναι εκείνος, ο οποίος, κατά την πεποίθηση του νομέα, που δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, υπολαμβάνεται από αυτόν ότι υπάρχει, ενώ στην πραγματικότητα κτητικός τίτλος ουδόλως υπήρξε.

Στην περίπτωση του νομιζόμενου τίτλου, απαιτείται καλή πίστη τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα, όσο και ως προς την ύπαρξη του τίτλου, πεποίθηση, δηλαδή του νομέα, ότι υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση τίτλος. Νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο αγοραστής, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγγνωστή πλάνη, υπολαμβάνει ότι ο τίτλος του καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από αυτή που του πωλήθηκε ή συνεχόμενο ακίνητο (ΑΠ 234/2020, ΑΠ 235/2020, ΑΠ 172/2014, ΑΠ 1092/2007).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι απαραίτητο στοιχείο για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι μεταξύ των άλλων και ο νόμιμος τίτλος, ενώ αρκεί και νομιζόμενος, εάν πέραν της καλής πίστεως ως προς τη νομή δικαιολογείται και καλή πίστη του νομέα ως προς τον τίτλο. Επομένως, αν δεν υπάρχει τίτλος, νόμιμος ή νομιζόμενος, ακόμη και αν συντρέχουν οι λοιποί όροι του νόμου (νομή και καλή πίστη επί δεκαετία), δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία (ΑΠ 234/2020, ΑΠ 235/2020, ΑΠ 172/2014).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου το νόμο και ειδικά ότι ως προς την προβληθείσα ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία η προσβαλλόμενη απόφασή του περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες για την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου από τους άμεσους δικαιοπαρόχους τους (Σ.

και Γ. Κ.) και από τις ίδιες επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και ελλιπείς αιτιολογίες για την καλή πίστη τους κατά την κτήση της νομής επ' αυτής (1980) και για τον νόμιμο, ή, έστω, νομιζόμενο τίτλο και την μεταγραφή του, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει νόμιμη βάση και να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δέχθηκε τα εξής για τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία: "..... Από το έτος 1980 οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Γ. και Σ. Κ. είχαν περιφράξει με συρματόπλεγμα ευρύτερη των αναφερομένων στα παραπάνω συμβόλαια των οκτώ (8) στρεμμάτων έκταση, ήτοι κατέλαβαν επιπλέον έκταση, στην οποία συμπεριέλαβαν και το επίδικο εδαφικό τμήμα, την οποία εκμίσθωσαν διαδοχικά σε διάφορους μισθωτές .....

Όσον αφορά στον περί τακτικής χρησικτησίας ισχυρισμό των εναγομένων, αυτός δεν είναι, σε καμία περίπτωση δυνατό να γίνει δεκτός, διότι και αν ακόμα υπήρξε νομή διανοία κυρίου για έκταση μεγαλύτερη της αναγραφόμενης των οκτώ (8) στρεμμάτων στα ως άνω συμβόλαιά τους από το έτος 1980, ελλείπει σε κάθε περίπτωση το στοιχείο του νόμιμου τίτλου και η μεταγραφή του για την ουσιαστική βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού, καθόσον οι τίτλοι κτήσεως των εναγομένων, τα άνω .../1976 και .../1958 συμβόλαια, αναφέρονται σε έκταση οκτώ (8) στρεμμάτων, όπως προεκτέθηκε ..... ".

Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών απέκτησαν ακίνητο (αγρό) οκτώ (8) στρεμμάτων με το υπ' αριθ. .../1976 μεταγραφέν δωρητήριο συμβόλαιο, ότι παρέλαβαν στη νομή τους το ακίνητο αυτό, το οποίο δεν περιελάμβανε το επίδικο τμήμα των 803 τ.

μ., ότι το έτος 1980 κατέλαβαν παράνομα την επίδικη εδαφική λωρίδα και άρχισαν να ασκούν τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, ότι δεν αποδείχθηκε καμία τέτοια πράξη τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα πριν από το έτος 1980, ότι ως εκ τούτου οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών δεν παρέλαβαν στη νομή τους την επίδικη εδαφική λωρίδα το έτος 1976 με τον κτητικό τίτλο τους, στον οποίο δεν περιλαμβάνεται, αλλά αυτή περιήλθε στη νομή τους το έτος 1980 με την κατάληψη εκ μέρους τους, ότι την επίδικη εδαφική λωρίδα μεταβίβασαν μαζί με το υπόλοιπο ακίνητό τους στις αναιρεσείουσες χωρίς να έχουν τίτλους ιδιοκτησίας ως προς αυτή, αφού δεν αναφέρεται στα ανωτέρω μεταβιβαστικά συμβόλαια και ότι συνεπώς οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών δεν έχουν νόμιμο τίτλο, ο οποίος να μπορεί, με την συνδρομή και των λοιπών στοιχείων (δεκαετία διάνοια κυρίου, καλή πίστη), να προσπορίσει σ' αυτούς κυριότητα στο επίδικο με τακτική χρησικτησία.

Μετά από τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών δεν απέκτησαν την (συγ)κυριότητα με συμπλήρωση δεκαετίας (1980 - 1993) στη νομή του επιδίκου ακινήτου των 803 τ.μ., με τακτική χρησικτησία και συνακολούθως και οι ίδιες ως ειδικές διάδοχοί τους, όπως κατ' ένσταση ιδίας κυριότητας είχαν ισχυρισθεί πρωτοδίκως και κατ' έφεση προς αντίκρουση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων.

Με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, οι αναιρεσείουσες δεν είχαν τις προϋποθέσεις να αποκτήσουν την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος με τακτική χρησικτησία, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι δεν είχαν νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, στοιχείο απαραίτητο για την ύπαρξη τακτικής χρησικτησίας στο πρόσωπο αυτών και των δικαιοπαρόχων τους.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ, διότι διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμός 19 τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αδράνεια του δικαιούχου, πρέπει να υπάρχει επί μακρό χρονικό διάστημα, μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επομένως, ένα δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, όταν η προηγούμενη από την άσκηση αυτού συμπεριφορά του δικαιούχου και η κατάσταση διαμορφώθηκε όχι μόνο δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά και την υπέρβαση των καθιερουμένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων ασκήσεως του δικαιώματος, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την θεμελίωση της κατά το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύσεως ασκήσεως του δικαιώματος είναι ότι ο δικαιούχος γνωρίζει την ύπαρξη του δικαιώματός του και παραλείπει για μακρό χρόνο την άσκησή του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα για την αιτία αυτή.

Η ρύθμιση του άρθρου ΑΚ 281 είτε ως κατάχρηση δικαιώματος είτε ως αποδυνάμωση αυτού μπορεί να οδηγήσει μόνο σε κατάργηση του δικαιώματος, όπως συμβαίνει και στη χρησικτησία ως προς το σκέλος της απόσβεσης του εμπράγματου δικαιώματος του αδρανήσαντος, πραγματικού δικαιούχου του πράγματος. Όμως, η ενεργοποίηση του άρθρου ΑΚ 281 δε δύναται να οδηγήσει σε απόκτηση εμπράγματου δικαιώματος, όπως η χρησικτησία ως κτητική παραγραφή υπέρ του χρησιδεσπόζοντος.

Επομένως, μπορεί να χωρεί εφαρμογής η κατάχρηση δικαιώματος (ΑΚ 281), χωρίς να πληρούνται οι όροι της χρησικτησίας και το αντίστροφο.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251 ΑΚ περί παραγραφής της αξίωσης που ασκείται με αγωγή και των άρθρων 261, 263 ΑΚ περί διακοπής της παραγραφής αυτής και ειδικά αιτιώνται ότι οι από 20-1-1996 και από 20-1-1996 διαδοχικές αγωγές διεκδίκησης της επίδικης εδαφικής λωρίδας ασκήθηκαν, όχι με σκοπό να υποβληθεί με αυτές προς δικαστική διάγνωση διαφορά κυριότητας ακινήτου, αλλά προκειμένου να επιμηκυνθεί ο χρόνος της παραγραφής της ασκούμενης αξίωσης με την υπό κρίση από 27-1-2007 διεκδικητική ακινήτου αγωγή, η οποία είναι τρίτη χρονικά και μετά παρέλευση 27 ετών από την κατάληψη της επίδικης εδαφικής λωρίδας, που έλαβε χώρα το έτος 1980, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη (ως προς το πραγματικό αυτό ζήτημα) κρίση του Εφετείου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς την προβαλλόμενη, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος τα εξής: "..... οι εκκαλούσες - εναγόμενες πλήττουν την εκκαλούμενη για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλούμενοι ότι οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους, ασκώντας διαδοχικά τρεις αγωγές με σκοπό την επιμήκυνση της παραγραφής της αξιώσεώς τους, ενώ η περίφραξη του ακινήτου είχε γίνει από το 1976 χωρίς να αντιδράσουν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες για μεγάλο χρονικό διάστημα και μέχρι το έτος 1995, όταν για πρώτη φορά επέδωσαν στους εκκαλούντες - εναγόμενους την από 20-2-1995 εξώδικη όχληση για το επίδικο εδαφικό τμήμα.

Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αρκεί μόνο η επικαλούμενη αδράνεια, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε γίνεται επίκληση επαχθών για τον υπόχρεο επιπτώσεων, που να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, ώστε να θεμελιωθεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος".

Με βάση αυτά, το Εφετείο απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η έγερση από τις αναιρεσίβλητες διαδοχικών αγωγών δεν έγινε με σκοπό την επιμήκυνση της παραγραφής της αξιώσεώς τους από την προσβολή του δικαιώματος κυριότητάς τους και ότι τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες περιστατικά δεν είναι ικανά να στηρίξουν καταστρατήγηση των διατάξεων περί παραγραφής της αξίωσης και περί διακοπής της παραγραφής αυτής.

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά της μακράς αδράνειας των αναιρεσιβλήτων να διεκδικήσουν την απόδοση της επίδικης εδαφικής λωρίδας δεν συνοδεύονται με συγκεκριμένη διαφορετική προηγούμενη συμπεριφορά τους, ώστε η μεταβολή της στάσης τους να καθιστά καταχρηστική την αξίωσή τους για ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί.

Έτσι, όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 261, 263 ΑΚ και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που δεν είχε πεδίο εφαρμογής. Επομένως ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ συνάγεται ότι νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για ορισμένη έννομη σχέση.

Συνεπώς, νομιμοποίηση είναι ο σύνδεσμος του διαδίκου με την επίδικη έννομη σχέση, δυνάμει του οποίου δικάζεται ως ενάγων ή εναγόμενος, ως εκ τούτου νομιμοποίηση υπάρχει όταν τα υποκείμενα των ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ταυτίζονται με τους διαδίκους. Ταυτόχρονα, η νομιμοποίηση ανήκει στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και συγκεκριμένα σε αυτές που αφορούν τα υποκείμενά της.

Η νομιμοποίηση ως διαδικαστική προϋπόθεση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου.

Ως μεταβίβαση κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 225 ΚΠολΔ θεωρείται κάθε μορφή ειδικής διαδοχής στο επίδικο πράγμα, το οποίο επί διεκδικητικής αγωγής είναι το διεκδικούμενο. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας (άρθρα 221 και 222 ΚΠολΔ), δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα.

Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του, διαδίκου, αλλά έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει παρέμβαση (ΑΠ 1646/2022, ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1475/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Η συνδρομή της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 244/2004).

Ειδικότερα, το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την απόφαση μπορούν να προβληθούν για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής σχετική επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 168/2015).

Εξάλλου, στα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση υπάγονται κυρίως λόγοι αναίρεσης που θεμελιώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 157/2018).

Συνεπώς ισχυρισμός που προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με λόγο αναίρεσης και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2005, ΑΠ 556/2012). Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απαραδέκτως, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 225 ΚΠολΔ, δέχθηκε την παράσταση της Ε.

Δ. του Τ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του 50% του Τ. Δ. του Ν., ο οποίος της μεταβίβασε το μερίδιό του στο επίδικο ακίνητο μετά την εκκρεμοδικία και ως ειδική διάδοχός του δεν μπορούσε να παρασταθεί στη θέση του. Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι παραδεκτός, παρότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο Εφετείο, καθόσον πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το επικαλούμενο σφάλμα δεν είναι από εκείνα που αποδεικνύονται αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ), διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο και δεν προκύπτει ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ότι τέθηκαν υπόψη του Εφετείου τα διαδικαστικά έγγραφα και όλα τα λοιπά στοιχεία, προκειμένου να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την παράσταση της πρώτης αναιρεσείουσας στη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως ειδικής διαδόχου του δικαιοπαρόχου της.

Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδ.

δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-05-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 800/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ