Supreme Court dismisses State's appeal on evidence rules, ruling free evaluation of documents precludes appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding land ownership. The State argued that the lower court erred in assessing the evidentiary weight of specific documents, but the Court held that public documents must be evaluated freely alongside other evidence. Consequently, the appeal was rejected because the lower court did not grant absolute evidentiary force to the documents as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 12 KPolD; Art. 339 KPolD; An appeal is inadmissible if the court merely evaluates public documents freely with other evidence, as the law does not mandate absolute binding force for such documents in this context.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 556 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 556/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο ποίος εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Χ. του Ν., 2. Γ. Χ. του Ν., κατοίκων ..., 3. Ι.-Κ. Μ. του Κ., και 4. Γ.-Α.-Κ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Τουλουπάκη-Τάντση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5036/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4802/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η υπό κρίση από 19/6/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4802/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 1479/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου (8-8-2009).
II. Επειδή, για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και παρ.1 κωδ. (7. 39), 9 παρ.1 (βασ.50 14), αδιάλειπτη νομή του πράγματος με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ.(5.8), 27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 πανδ.(41.10) και 109 πανδ.(50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση, ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.
Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον Αστικό Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23/2/1946). Την συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κατά τις προμνημονευθείσες διατάξεις, κοινώς δε' κρ'ατούσα, έννοιά της.
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε. Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κωδικός, εκτός εάν ο μακρύτερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.
Εξάλλου, προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17.11/1/12/1836 β.δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 του εν λόγω β.δ/τος), σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ.(41.3), 9 εισ.(2.9), 2 κωδ.(7.30) και 2 βασ. (50.10), που εφαρμόζονται εν προκειμένω διαχρονικούς κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ και μη τροποποιηθείσες από τα άρθρα 18 και 21 του από 21 Ιουνίου 1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", εξαιρούνταν της τακτικής,όχι όμως και της εκτάκτου χρησικτησίας και επομένως μπορούσε κάποιος να χρησιδεσπόσει και επί δημοσίου κτήματος και να αποκτήσει επ' αυτού την κυριότητα πρωτοτύπους, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, δια της επί συνεχή τριακονταετία ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη.
Η τριακονταετής όμως νομή έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11 Σεπτεμβρίου 1915, καθόσον μεταγενεστέρως τα δημόσια κτήματα εξηρέθησαν και της εκτάκτου χρησικτησίας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των βάσει αυτού εκδοθένων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που ίσχυσαν έκτοτε μέχρι και πέραν του έτους 1926, δια των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε νόμιμη και δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών, και του άρθρου 21 του από 2.4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ.
Από δε την διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. από 16 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών" , σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, προκύπτει, ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση, η οποία πριν από την έναρξη της ισχύος του, αποτελούσε δάσος, με εξαίρεση εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής ότι προ του αγώνος ανήκαν σε ιδιώτες και υπό την προϋπόθεση ότι υπεβλήθησαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία οι σχετικοί της ιδιοκτησίας τίτλοι εντός της υπό του άρθρου 3 παρ. 1 τούτου ιδίου β.δ/τος οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας.
Μετά δε την κατά τον τρόπο αυτό αναγνώριση της κυριότητος του Δημοσίου σε κάθε εδαφική έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του άνω β.δ/τος είχε δασικό χαρακτήρα, αρκεί η υπό του Δημοσίου επίκληση και απόδειξη, προς θεμελίωση της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή ενστάσεως ιδίας κυριότητος, της υπάρξεως της ιδιότητος του δάσους προ της ενάρξεως ισχύος του άνω διατάγματος.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται ότι για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών.
III. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, μετ εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1959 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σεμίραμις Σκαραντάβου-Παπαδοπούλου μεταβιβάσθηκαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας λόγω πώλησης, στους δύο πρώτους των εφεσίβλητων, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τον οικοδομικό συνεταιρισμό πολυμελών οικογενειών Νίκαιας "Η Αμπελούπολις" (ήδη Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αμπελούπολις Μάτι Αγ.
Ανδρέα Αττικής Συν.ΠΕ.), δύο συνεχόμενα αγροτεμάχια εμβαδού 4000 τετρ. μέτρων, περίπου, τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, τέως Δήμου Μαραθώνα, στη θέση "Μάτι" Αγίου Ανδρέα και φαίνονται με τους αριθμούς ένα άλφα (Ια) και ένα βήτα (1β) του έβδομου Οικοδομικού Τετράγωνου στο από 1ης Ιουνίου 1955 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Δ.
Ε., που είναι προσαρτημένο στο .../1958 συμβόλαιο της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, τα οποία συνορεύουν ανατολικά με εδαφική ζώνη που αφέθηκε από τους συνεταίρους του άνω οικοδομικού συνεταιρισμού για ασφάλεια από την φωτιά, προσπέλαση και τοποθέτηση σωλήνων του δικτύου ύδρευσης, βόρεια, με ανώνυμη οδό, πλάτους 6 μ., νότια, με εδαφική ζώνη που αφέθηκε από τους συνεταίρους του ίδιου συνεταιρισμού για ασφάλεια από την φωτιά, προσπέλαση και τοποθέτηση σωλήνων του δικτύου ύδρευσης και δυτικά με πλατεία που αφέθηκε από τους συνεταίρους για κοινή χρήση.
Από τα άνω αγροτεμάχια, κατά την κλήρωση που πραγματοποίησε ο άνω οικοδομικός συνεταιρισμός, το 1α έλαχε στο δεύτερο και το 1β έλαχε στον πρώτο των εφεσίβλητων. Στη τρίτη και τέταρτη αυτών εξάλλου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους Β. συζ. Κ. Μ., που απεβίωσε το 1997, της οποίας την κληρονομιά αποδέχθηκαν με το νόμιμα μεταγεγραμμενο .../1999 συμβόλαιο αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Δαβάλου - Παϊκοπούλου, περιήλθαν κατά ψιλή κυριότητα, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυο επίσης συνεχόμενων αγροτεμαχίων, εμβαδού 4000 τετρ.
μέτρων και κατά νεώτερη καταμέτρηση 3.244,70 τετρ. μέτρων, με τα επ' αυτών κτίσματα, τα οποία βρίσκονται στη θέση "Μάτι" Αγίου Ανδρέα Αττικής, της περιφέρειας του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής και φαίνονται με τους αριθμούς πέντε άλφα (5α) και πέντε βήτα (5β) του Πρώτου οικοδομικού τετραγώνου στα από 1 Ιουνίου 1955 και Σεπτεμβρίου 1955 σχεδιαγράμματα του Πολιτικού Μηχανικού Δ.
Ε., που είναι προσαρτημένα στα .../1958 και .../1973 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών και Πειραιώς Σεμίραμις Σκαραντάβου και Ιωάννου Ευάγγελου Σπυράκη -Κουτσουρή, αντιστοίχως, τα οποία συνορεύουν δυτικώς με εδαφική ζώνη που αφέθηκε από τους συνεταίρους του ίδιου, ως άνω συνεταιρισμού "Η Αμπελούπολις" για ασφάλεια από την φωτιά, προσπέλαση και τοποθέτηση σωλήνων του δικτύου ύδρευσης, νότια με το 3β αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, βόρεια με το 6β αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου και ανατολικά με τα 4β και 6α αγροτεμάχια του ίδιου, επίσης, οικοδομικού τετραγώνου.
Στην Β. Μ., το δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί των άνω ακινήτων περιήλθε δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος .../1973 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ιωάννου Ευάγγελου Σπυράκη -Κουτσουρή. Με το συμβόλαιο αυτό, ο προικοδότης πατέρας της τελευταίας, Α. Ζ., είχε παρακρατήσει εφ' όρου ζωής του και εφ' όρου ζωής της συζύγου του, Α.
Ζ., το δικαίωμα επικαρπίας, το οποίο μετά τον θάνατο των άνω επικαρπωτών, ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα στα πρόσωπα των τρίτης και τέταρτης των εφεσίβλητων. Στον Α. Ζ., τα προπεριγραφόμενα ακίνητα, περιήλθαν κατά κυριότητα λόγω αγοράς από τον ίδιο ως άνω οικοδομικό συνεταιρισμό "Η Αμπελούπολις", δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Δημ.
Αναστασιάδου. Στον απώτερο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων, άνω οικοδομικό συνεταιρισμό "Η Αμπελούπολις", τα προπεριγραφόμενα επίδικα αγροτεμάχια περιήλθαν σε μεγαλύτερη έκταση 327,200 στρεμμάτων, δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος .../1955 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Πλουτάρχου Σπυροπούλου, λόγω αγοράς από τον Οργανισμό Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.), που ενεργούσε ως διαχειριστής της ρευστοποιητέας περιουσίας της Ιεράς Μονής Πεντέλης.
Για την μεταβίβαση αυτής της μείζονος έκτασης από την Ιερά Μονή Πεντέλης στον προαναφερόμενο οικοδομικό συνεταιρισμό, προηγήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις και ειδικότερα: α) με την 145450/12-8-1952 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας άρθηκαν οι απαγορεύσεις του ν. 2148/1952 και επιτράπηκε στην άνω Ιερά Μονή Πεντέλης η πώληση της έκτασης στον πιο πάνω συνεταιρισμό, β) με την 14090/23-1-1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας εγκρίθηκε η πώληση της έκτασης στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό για το σκοπό εγκατάστασης παιδικών κατασκηνώσεων, γ) με την 29366/510/26-2-1955 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας τροποποιήθηκε η προηγούμενη 14090/23-1-1953 απόφαση και επιτράπηκε και πάλι η πώληση της έκτασης και επιπλέον η κατάτμηση της σε οικόπεδα για την επ' αυτών ανέγερση οικοδομών με την έγκριση της Υπηρεσίας Οικισμού και δ) με την 2352/52/11-4-1955 βεβαίωση του Υπουργείου Γεωργίας βεβαιώθηκε η καταβολή του δικαιώματος υπέρ του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού, που καθορίσθηκε με την 102551/28-11-1949 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για τη μεταβίβαση έκτασης.
Η εν λόγω έκταση βρίσκεται στη θέση "Μάτι" Αγίου Ανδρέα Αττικής, φαίνεται με τα κεφάλαια αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΠΡΑ στο από 11-4-1955 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Σ., το οποίο είναι προσαρτημένο στο άνω .../30-4-1955 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ευάγγελου Πλουτάρχου Σπυρόπουλου και συνορεύει, ανατολικά με ακτή θάλασσας Ευβοϊκού Κόλπου, δυτικά με οδό Αθηνών - Μαραθώνα, βόρεια με ιδιοκτησία Ο.Δ.Ε.Π.
και επίσης με ιδιοκτησία Ο.Δ.Ε.Π. κατεχόμενη από την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και νότια με ιδιοκτησία πρώην Ο.Δ.Ε.Π. και ήδη Ν.Α.Τ. Η προπεριγραφόμενη πωληθείσα στον άνω συνεταιρισμό έκταση (στην οποία περιλαμβάνονται και οι επίδικες εκτάσεις) είναι τμήμα ενός πολύ μεγάλου κτήματος της Ιεράς Μονής Πεντέλης, ονομαζόμενου "Γεροτσακούλι" ή "Χεροτσακούλι" εκτάσεως χιλιάδων στρεμμάτων το οποίο περιλάμβανε κυρίως δάση και δασότοπους, αλλά και βοσκήσιμες και καλλιεργήσιμες γαίες και συνόρευε, ανατολικά, από την Ραφήνα μέχρι τη Νέα Μάκρη, στη θέση Πλαίσια ή Πλέστι, με θάλασσα, βόρεια, με την κορυφογραμμή του Πεντελικού όρους, νότια με τις θέσεις "Γαργηττός", "Κάντζα", "Χαρβάτι", "Ντράφι" και "Πικέρμι" και με την οδό Μεσογείων μέχρι Ραφήνα και Δυτικά με τα όρια της ιδιοκτησίας της Μονής Πετράκη στις τοποθεσίες Κοκκιναράς και Παλαιός Άγιος Ιωάννης (Παληάγιαννης) και με το δρόμο από Μαρούσι προς Μεσόγεια, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων Πηγή Μελισσιών, Μελίσσια, Αγία Μαρίνα και Βριλήσσια.
Η Ιερά Μονή Πεντέλης απέκτησε το μείζον αυτό κτήμα κατά το έτος 1600 περίπου από έναν Οθωμανό από την Κάρυστο, ονομαζόμενο Κ., με τίτλους αγοροπωλησίας, που όμως καταστράφηκαν κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και έκτοτε ασκούσε επ' αυτού φυσική εξουσία με διάνοια κυρίας και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση και άσκηση της νομής στην άνω μείζονα εδαφική έκταση δεν προσβάλλει τα δικαιώματα κυριότητας άλλου επ' αυτής, χωρίς πότε να ενοχληθεί από κανέναν.
Από το σύνολο εξάλλου, των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι, στα πλαίσια της άσκησης καλόπιστης (με την προαναφερόμενη έννοια του όρου) με διάνοια κυρίας νομής επί του άνω μείζονος ακινήτου, η Ιερά Μονή Πεντέλης είχε προσλάβει φύλακες για την φύλαξη του, εκμίσθωνε, κατόπιν δημοπρασιών, το κτήμα για υλοτομία των σ' αυτό δένδρων, όπως και το δικαίωμα ρητινοσυλλογής σε τρίτους, εκμίσθωνε τις βοσκήσιμες εκτάσεις σε βοσκούς και τις καλλιεργούμενες, κυρίως με αμπέλια, εκτάσεις, σε καλλιεργητές, ενώ συνέλεγε και η ίδια τη ρητίνη από τα πεύκα.
Σημειώνεται ενδεικτικά ότι με τα .../1867, .../1867, .../1869, .../1870 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρίου Πέππα, .../1873, .../1874, .../1873 του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αντωνιάδη, .../1876 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Γλυκοφρυδη, .../1918 του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλ. Ζαχαροπούλου, .../1924, .../1929 του συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία, εκμίσθωσε στους αναφερόμενους σ' αυτά τρίτους τη ρητινοσυλλογή, τη χορτονομή, το δικαίωμα βοσκής των λιβαδείων και της παραγωγής καυσόξυλων, με το .../1884 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ.
Καλλιαντζή, εκμίσθωσε στον Μ. Σ. για ρητινοσυλλογή τα κτήματα "Χεροτσακούλι" και "Νταού", με το .../1886 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Βουζίκη, εκμίσθωσε στον Ν. Β. τα ίδια κτήματα, με το 3797/1900 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μπουρνιά, εκμίσθωσε στον Μ. Σ. τα κτήματα "Πεντελικό", "Καλήσια", "Νταού" και "Χεροτσακούλι", με το .../1909 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, μετά από διακήρυξη της Νομαρχίας Αττικής, εκμίσθωσε τα ίδια προαναφερόμενα κτήματα, στους Κ.
Σ., Β. Π. και Ν. Κ., με το .../1920 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλ. Ζαχαρόπουλου, εκμίσθωσε στον συνεταιρισμό γεωργοκτηνοτρόφων Πεντέλης "Η Αγία Τριάς" το κτήμα "Χεροτσακούλι", με το .../1929 συμβόλαιο συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Καββαδία εκμίσθωσε για πέντε έτη τη ρητινοσυλλογή του ίδιου κτήματος και με το .../1932 συμβόλαιο συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ.
Καφαροπούλου εκμίσθωσε το δικαίωμα αποθάμνωσης για παραγωγή ξυλανθράκων. Η Ιερά Μονή Πεντέλης τις άνω εμφανείς διακατοχικές πράξεις ασκούσε με διάνοια κυρίας και με καλή πίστη (με την προαναφερόμενη έννοια του όρου), αφού ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, είχε τη θέληση να εξουσιάζει το άνω μείζον ακίνητο, ως ιδιοκτήτρια αυτού και όχι ως απλή "διακάτοχος" όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν, με την έννοια της έλλειψης εκ μέρους της, της διάνοιας κυρίας και της καλής πίστης.
Εδώ, πρέπει να σημειωθούν τα εξής ως προς την έννοια της "διακατοχής": Η διάταξη του άρθρου 1 του Βδ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", ορίζει ότι "εντός ενός έτους από την ημέρα της δημοσιεύσεως του παρόντος, οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματείαν (Υπουργείου) τους νόμιμους τίτλους της ιδιοκτησίας των.
Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει επισήμως δώσει την κατοχήν εις τους ιδιόκτητος, εις δε την δευτέραν θέλει αποπέμψει τις ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίπτωσιν τούτην όμως, μέχρι της τελειωτικής δικαστικής απόφασης περί της ιδιοκτησίας, μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις όν ευρίσκεται.
Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας, θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα Εθνικά και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα". Οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ίδιου διατάγματος αναφέρουν ως ιδιωτικά δάση: α) εκείνα για τα οποία "δι' εγγράφων εκδιδομένων κατά τους νομίμους τίτλους από τας αρμόδιας Τουρκικάς Αρχάς, αποδειχθούν ότι υπήρχαν και πριν της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών", β) εκείνα τα οποία "...
κείνται εις ιδιωτικά χωρία - τσιφλίκια - εντός των ακριβώς υποδειχθέντων ορίων ... και σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτών ..." και γ) εκείνα, "περί της ιδιοκτησίας των οποίων εγείρουν αξιώσεις Δήμοι ή Μοναστήρια, στηριζόμενες εις νομικά έγγραφα ...". Από τις πιο πάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, τα δάση είναι:
α) ιδιωτικά, αν μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 3 του διατάγματος, αναγνωρίστηκαν ως τέτοια επισήμως από το Υπουργείο Οικονομικών ή σε αρνητική περίπτωση από τα δικαστήρια, β) δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά) αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώριση τους ως ιδιωτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι και γ) προσωρινώς "διακατεχόμενα" από ιδιώτες, δήμους κοινότητες ή μοναστήρια, αν υποβλήθηκαν από αυτούς αρμοδίως και εμπροθέσμως οι εν λόγω τίτλοι, αλλά είτε δεν κρίθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου ακόμη, είτε, κρινόμενοι μη νόμιμοι ή άκυροι κλπ, εκκρεμεί συνεπεία τούτου η διαφορά στα δικαστήρια (μετά από ενέργεια του Υπουργείου ή της Επιτροπής αυτού, που συστήθηκε δυνάμει της από 16-4/4-5-1842 δηλοποίησης ή και από τους ενδιαφερόμενους) ή δεν έγινε προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια από το Δημόσιο ούτε από τους ενδιαφερόμενους.
Στην τελευταία περίπτωση, ο "διακάτοχος" είναι, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, (που πρέπει να ερμηνευθούν σε συσχετισμό και με τις σχετικές διατάξεις του β.ρ. δικαίου οι οποίες αναφέρονται στη διακατοχή συνήθως υπό την έννοια της νομής και του άρθρου 22 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπου η διακατοχή καθιερώνεται ως εμπράγματο δικαίωμα αντίστοιχο με εκείνο της νομής του Αστικού Κώδικα), νομέας και όχι κάτοχος του διαφιλονικούμενου δάσους.
Ως "διακατεχόμενα" τέλος, χαρακτηρίζονται συχνά και δάση, για τα οποία δεν είχε μεν τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 3 του διατάγματος της 17/29-11-1836 και επομένως είναι αδιαφιλονίκητα εθνικά, "διακατέχονται" όμως υπό την έννοια της άσκησης νομής επί τούτων, με διάνοια κυρίων, από ιδιώτες, δήμους, κοινότητες και μοναστήρια. "Διακατεχόμενα" επίσης χαρακτηρίζονται ορισμένα δάση στους δασικούς κώδικες του ν. 4173/1929, α.ν. 2204/1940, ν.δ. 86/1969, ν. 998/1979, υπό άλλη, ή υπό ασαφή συχνά έννοια (ιδ.
και ν. ΔΝΖ/1912). Εξάλλου, λόγω της καταστροφής των τίτλων αγοράς τον άνω μείζονος ακινήτου από την Ιερά Μονή Πεντέλης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, συντάχθηκαν από την Επιτροπή του Β.Δ /τος της 1-12-1834 (δημόσια υπηρεσία), ως "μαρτυρικά" έγγραφα, με βάση τις μαρτυρίες των κατοίκων των πλησίον αυτού χωρίων, οι δύο σωζόμενοι μέχρι σήμερα κώδικες, τα έτη 1836 και 1837, ο ένας από τους οποίους θεωρήθηκε το Φεβρουάριο του 1836 από τον Επαρχιακό Διευθυντή Αττικής.
Στην συγκεκριμένη εξάλλου υπόθεση, από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, πλήρως αποδείχθηκε η με διάνοια κυρίας άσκηση νομής με καλή πίστη στο μείζον ακίνητο, στο οποίο περιέχονται και τα επίδικα, εκ μέρους της Ιεράς Μονής Πεντέλης, από το έτος 1600, που το απέκτησε συνεχώς μέχρι το έτος 1955, που μεταβίβασε την έκταση των 327,20 στρεμμάτων στον δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων, προαναφερόμενο οικοδομικό συνεταιρισμό.
Κατά συνέπεια, η Ιερά Μονή Πεντέλης κατέστη κυρία του μείζονος ακινήτου (και των επιδίκων) με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Β.Ρ.Δ. Το γεγονός ότι, για τα δασικά τμήματα του μείζονος κτήματος δεν προσήχθησαν πράγματι από την άνω Μονή, τίτλοι ιδιοκτησίας στην "επί των Οικονομικών Γραμματεία" εντός έτους από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος από 16/29-11-1836 Β.Δ/τος, είχε μεν ως συνέπεια να θεωρηθούν τα προαναφερόμενα τμήματα (δασικά) του μείζονος κτήματος ως εθνικά (δημόσια), όμως, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι η Ιερά Μονή Πεντέλης, νεμήθηκε με διάνοια κυρίας και καλή πίστη και τα δασικά αυτά τμήματα (μαζί με το υπόλοιπο κτήμα) συνεχώς και αδιαλείπτως από τα μέσα του 16ου αιώνα μέχρι το έτος 1955, έγινε κυρία και των δασικών τμημάτων αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Κι αυτό γιατί, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και επί δημοσίων κτημάτων είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον, η επ' αυτών τριακονταετής συνεχής, με καλή πίστη νομή, είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915, όπως αποδείχθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Αντιθέτως, το εκκαλούν ουδέποτε και ουδεμία πράξη νομής αποδείχθηκε ότι διενήργησε στο μείζον κτήμα "Γεροτσακουλι" (τμήμα του οποίου είναι τα επίδικα) το οποίο και δεν εγκαταλείφθηκε από τους Οθωμανούς, ούτε δημεύτηκε από το τελευταίο, όπως αβασίμως αυτό υποστηρίζει.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν θεωρούσε ανέκαθεν το άνω μείζον κτήμα ως ανήκον στην Ιερά Μονή Πεντέλης. Με την έννοια αυτή, στο 61447/3-7-1907 έγγραφο του Υπουργού Οικονομικών προς το Υπουργείο Εκκλησιαστικών, αναφέρεται ότι έχει αναγνωριστεί από το Δημόσιο ως ιδιόκτητο το δάσος "Γεροτσακούλι" και "Άγιος Ανδρέας", στο 12863/1911 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας αναφέρεται ότι με δικαστικές αποφάσεις αναγνωρίστηκε η κατοχή της Μονής σε διάφορα δάση των οποίων μισθωτής ήταν ο Π.
Τ., ο δικαστικός σύμβουλος Ν. Φ., στην 12893, 15.333/1927 αναφορά του, εκθέτει ότι το Δημόσιο ουδέποτε έλαβε την κατοχή των δασών της Μονής, μεταξύ της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μονής Πεντέλης, που διαχωρίστηκε με το από 15-1-1933 Π.Δ. (ΦΕΚ 39/14-2-1933 τ. Α') "περί Διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ι. Μ. Πεντέλης Αρχιεπισκοπής Αθηνών", αναφέρεται ρητώς και το δάσος "Χεροτσακούλι", με το 117155/1938 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας έγινε δεκτή, με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Δασών η έκθεση προσωρινής διαχείρισης του δάσους Αγία Τρίας -Γεροτσακούλι του δασολόγου Κ.
Δ., σύμφωνα με την οποία, το δάσος είναι ιδιόκτητο και ανήκει στην Ι. Μ. Πεντέλης, με την 26725/1953 κοινή απόφαση των Υπουργών Θρησκευμάτων και Γεωργίας χορηγήθηκε η άδεια κατάτμησης του κτήματος της Μονής, προκειμένου 800 στρέμματα αυτού να πωληθούν στον συνεταιρισμό εξαγοράς κτήματος Γεροτσακουλίου, που σήμερα ονομάζεται "Προβάλινθος", ενώ με το 63455/1953 έγγραφο, ο Υπουργός Γεωργίας δήλωσε ότι για την πώληση αυτή το Δημόσιο δεν θα ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης.
Πέραν αυτών, όπως ήδη προεκτέθηκε και για την μεταβίβαση των 327,20 στρεμμάτων από την Ιερά Μονή Πεντέλης στον δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων οικοδομικό συνεταιρισμό, "Η Αμπελούπολις", δόθηκαν όλες οι άδειες και τηρήθηκαν όλες οι επιβαλλόμενες νόμιμες διατυπώσεις, από το Υπουργείο Γεωργίας. Εξάλλου, με τις 3631/1988, 4488/1998, 9224/2001 και 241/2005 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, που έχουν καταστεί αμετάκλητες οι δυο πρώτες (με την απόρριψη των κατ' αυτών ασκηθεισών αναιρέσεων με τις 1257/1990 και 1146/1999 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα), οι οποίες εκδόθηκαν επί αγωγών ιδιωτών (διαδόχων της Ι.
Μ. Πεντέλης) κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αφορωσών ακίνητα, που αποτελούν τμήματα του μείζονος κτήματος "Γεροτσακουλι" ή "Χεροτσακούλι", έγινε δεκτό ότι το άνω κτήμα και τα στις αγωγές αυτές αναφερόμενα και εμπίπτοντα στο κτήμα αυτό ακίνητα ανήκουν στην Ι. Μ. Πεντέλης. Τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα, σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του άνω μείζονος κτήματος, ουδόλως αναιρούνται, ούτε και κλονίζονται από την γενική και αόριστη κατάθεση του μάρτυρος του εκκαλούντος, Δασολόγου Δ.
Π., αλλ' ούτε και από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που αυτό επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ των οποίων, το 7816/2003 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης, το 54405/1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, η 12863/1911 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, το 54159/1911 έγγραφο του ίδιου Υπουργού, η 845/1970 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το 813/1976 έγγραφο της Επιθεώρησης Δασών Αττικής και Νήσων, η από 10-7-1972 έκθεση του Προϊσταμένου Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων και Οικονομικού Εφόρου και το από 4-11-1972 ενημερωτικό σημείωμα Γενικής Διεύθυνσης Δασών ΥΠ.ΕΘ.Ο.
προς τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας. Όλα τα άνω έγγραφα δεν μπορούν να κλονίσουν το πλήρως, κατά τα άνω, αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό της συνεχούς καλόπιστης με διάνοια κύριας νομής της Ι. Μ. Πεντέλη-ς επί τριάντα τουλάχιστον έτη, που συμπληρώθηκαν στις 11-9-1915 επί του μείζονος ως άνω κτήματος. Να σημειωθεί ότι από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων ουδόλως αποδείχθηκε νόθευση του ενός από τους προαναφερόμενους κώδικες, σε σχέση με το κτήμα "Γεροτσακούλι", όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εκκαλούν.
Το ανώτερο δεν αναιρείται από την επικαλούμενη από το τελευταίο, από 7-5-1980 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., της οποίας πρέπει να σημειωθεί ότι, καίτοι αποτελείται από δεκαέξι σελίδες, προσκομίζονται από το εκκαλούν μόνο η πρώτη και η τελευταία, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να εκτιμήσει και το τελικό συμπέρασμα της.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα, ενόψει το ότι, και επί λειβαδιών και βοσκοτόπων ισχύουν όσα και επί δημοσίων κτημάτων και συνεπώς, χωρεί και επ' αυτών έκτακτη χρησικτησία υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, όπως αυτό συμβαίνει και επί των αδέσποτων, το υποστηριζόμενο από το εκκαλούν ότι οι επίδικες εκτάσεις περιήλθαν σ' αυτό ως τμήματα λειβαδιού ή βοσκότοπου ή ως αδέσποτες, είναι ουσιαστικά αβάσιμο.
Συνακόλουθα, η Ιερά Μονή Πεντέλης ως κυρία του μείζονος κτήματος, νομότυπα μεταβίβασε μέρος αυτού στον οικοδομικό συνεταιρισμό "Η Αμπελούπολις", το έτος 1955, ο οποίος ως κύριος μεταβίβασε περαιτέρω τα επίδικα ακίνητα στους εφεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους και έτσι οι εφεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι αυτών με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο, προσμετρούντες στη νομή τους και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους" Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου με αριθμό 5036/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δια της οποίας εζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι των στην αγωγή αυτή περιγραφομένων εδαφικών εκτάσεων κατά τα σ' αυτή για τον καθένα αναφερόμενα ποσοστά εξ' αδιαιρέτου.
Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο και, έτσι, όπως έκρινε δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα εκ των αποδεικτικών μέσων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των.
Ειδικότερα, εδέχθη, ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήμα μεγαλύτερος εδαφικής εκτάσεως εκ 327,20 στρεμμάτων, της οποίας την κυριότητα απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία η απώτερα δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων εναγόντων Ιερά Μονή Πεντέλης, νεμομένη αυτή με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσέβαλε τα δικαιώματα κυριότητος τρίτων, από του έτους 1600 αδιαλείπτως μέχρι την 11/9/1915, αλλά και μετά το έτος αυτό, ασκούσα όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση της διακατοχικές πράξεις ,με την βούληση να την εξουσιάζει ως κυρία και όχι ως κάτοχος.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση, α)των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της μείζονος ως άνω εκτάσεως και ειδικότερα σε ποιο τμήμα αυτής ασκούνταν διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε καλλιεργήσιμη έκταση και σε ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε δασική, αφού πρόκειται περί ενιαίας εκτάσεως και ο φυσικός εξουσιασμός της άνω δικαιοπαρόχου και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτεινόταν σε όλη την έκταση των 327,20 στρεμμάτων, εντός της οποίας, εμπίπτουν, κατά τις σχετικές παραδοχές, και τα επίδικα εδαφικά τμήματα, β)η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε την δικανική κρίση περί της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστεως υπό την προαναφερομένη έννοια.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως , κατά το δεύτερο μέρος,και τον τέταρτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
ΙV. Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚπολΔ, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 93, 103, 107, 108, 131 του κατά την έναρξη ισχύος του Αστικού Κωδικός ισχύοντος νόμου 4173/1029, των διατάξεων των άρθρων 156, 163 του ν.δ. 86/1969 περί Δασικού Κωδικός και των άρθρων 16 παρ,4 17 παρ,3, 42 παρ. 2 και 73 παρ.1 του ν. 998/1979, με το να δεχθεί το Εφετείο την ύπαρξη νομής, οδηγούσα στην κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, και όχι της κατοχής ή διακατοχής από την ανωτέρω απωτέρα δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τις διατάξεις αυτές, αλλ' ούτε, με βάση τις άνω παραδοχές, ήσαν εφαρμοστέες, αφού αυτές αφορούν σε δημόσιες δασικές εκτάσεις, διακατεχόμενες από ιδιώτες, μετά την 11/9/1911, και όχι σε εκείνες, οι οποίες, μέχρι την ημερομηνία αυτή, απετέλεσαν, νομίμως, αντικείμενο χρησιδεσποτείας, οι δε τρίτοι που χρησιδέσποσαν έγιναν κύριοι δημοσίου δασικού κτήματος υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις.
V. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοιδήποτε λόγο,τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υπό του αναιρεσείοντος προταθέντα ισχυρισμό, ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είχαν δασικό χαρακτήρα ήδη από των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, αφού εδέχθη την άσκηση νομής από την απωτέρα δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων με διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε δασική έκταση, όπως ξύλευση κ.λ.π., δεχόμενο την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας, ορθώς, ότι και επί δημοσίων δασικών εκτάσεων χωρεί έκτακτη χρησικτησία, υπό την προϋπόθεση ότι η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11/9/1915. Επομένως, ο άνω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά την δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και εάν ακόμη, ως αναγόμενος σε θέμα δημοσίας τάξεως, έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως επροτάθη στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος της προτάσεως του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο και μόνο εάν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000).
Ο λόγος δε ότι η αγωγή είναι αόριστη δεν υπάγεται στις άνω εξαιρέσεις. Έτσι, η ποσοτική και η νομική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, και ελέγχονται αναιρετικώς η μεν πρώτη από το άρθρο 559 αρ. 14 σε συνδυασμό με τον αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. και η δευτέρα από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, για να στηρίξουν επαρκώς τους από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ..
Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο δια του δικογράφου της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, γιατί το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω ποσοτικής αοριστίας, και, ειδικότερα, γιατί δεν αναφέρονταν στην αγωγή οι πράξεις νομής, καίτοι ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός για τον λόγο αυτό επροτάθη στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο αναφέρεται ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός επροτάθη όχι με λόγο εφέσεως, αλλά με τις προτάσεις, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτος.
VI. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπομένη από τον νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσεως του δικαστού ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δυνάμεως σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερος ή μικρότερος από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ. Έτσι, δεν επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, αναφορικώς με την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, όταν αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, όπως ορθώς εκτιμάται, και τον ταυτόσημο αυτού, κατά το τρίτο μέρος του ιδίου λόγου, ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του ιδίου άρθρου, συνισταμένη στην υπό του Εφετείου παραβίαση της αποδεικτικής δυνάμεως των εγγράφων ("μαρτυρικών") που συντάχθηκαν, υπό μορφή Κωδίκων από την Επιτροπή του Β.Δ/τος της 1) 13-12-1834, τα οποία, όμως, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, δεν είναι δημόσια έγγραφα και δεν έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το γεγονός ότι η άνω εδαφική έκταση τελούσε υπό την νομή της άνω Ιεράς Μονής.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο το προαναφερόμενο έγγραφο, και ανεξαρτήτως της ορθότητος του υπ' αυτού δοθέντος χαρακτηρισμού ως δημοσίου εγγράφου, έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, χωρίς να δεχθεί δεσμευτικότητα από το περιεχόμενό του, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό στηρίχθηκε, όπως αναφέρεται στην απόφαση, σε μαρτυρίες τρίτων προσώπων ως προς την τότε υφισταμένη πραγματική κατάσταση επί των επιδίκων.
Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον ίδιο (πέμπτο) λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του άνω ΒΔ/τος, εχαρακτήρισε την Υπηρεσία που εξέδωσε τα ανωτέρω έγγραφα δηλαδή την επιτροπή επί του Εκκλησιαστικού Ταμείου ως δημοσία.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και ως τοιούτος απορριπτέος, γιατί οι ως άνω διατάξεις του ΒΔ/τος, αυτού, που φέρονται ως παραβιασθείσες, δεν είναι ουσιαστικού δικαίου και η τυχόν παραβίαση των δε θεμελιώνει τον υπό της αμέσως ανωτέρω διατάξεως προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/6/2009 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4802/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ