Legislator Case Law & Legislation
495/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for failure to consider evidence.

Case Number 495/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request for cassation against the First Instance Court's labor judgment. The appellants argued that the lower court failed to consider specific employment contracts and witness testimony regarding staffing shortages. The court ruled that the lower court's explicit statement confirming the review of all submitted evidence precludes any doubt that these documents were duly evaluated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must independently verify the presence of absent parties, but the first instance court is bound to consider all legally submitted evidence without being required to explicitly mention each item, provided the final decision demonstrates that all evidence was weighed in forming the judicial conviction.

Keywords

AI generated
cassation appeal failure to consider evidence judicial conviction labor dispute Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338 to 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 495 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 495/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) …. και 12) Χ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.)-Ν.Π.Δ.Δ.", όπως μετονομάσθηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ-Ο.Α.Ε.Δ.-Ν.Π.Δ.Δ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1430/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 119/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-5-2022 αίτησή τους.

Με την 146/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 2113/2022, 1763/2022, 582/2016).

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης (ΑΠ 644/2024, 229/2024, 154/2024). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 50/2019, 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.Λ.

ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 7ης-2-2023 ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7ης-11-2023, επιδόθηκε με επιμέλεια των επισπευδόντων αναιρεσειόντων προς το αναιρεσίβλητο, νομίμως και εμπροθέσμως.

Το τελευταίο, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τη δικάσιμο αυτή. Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, επαναπροσδιορίστηκε η υπόθεση προς ανασυζήτηση σε νέα δικάσιμο και δη στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (21-1-2025) ύστερα από την υπ' αριθμ. 146/2024 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος.

Το ως άνω αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, όμως, ούτε κατ' αυτή τη δικάσιμο παρέστη, και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, καίτοι νόμιμα κλητεύθηκε (βλ. το το από 30-9-2024 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π.). Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρ.568 παρ. 4, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την ως άνω, από 6-5-2022 και με αριθ. κατάθ. 3694/385/2022 ένδικη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 119/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αρ. 1430/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998).

Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1620/2022, 319/2017).

Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1757/2023). Προσέτι για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός και ο από τη διάταξη του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 986/2024, 1056/2022, 1230/2014, 402/2014).

Με τους πρώτο, τρίτο, πέμπτο και όγδοο λόγους αναίρεσης, καθώς και εν μέρει με το δεύτερο λόγο αυτής, οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2 Ν.2336/1995, όπως τροποπ.

με άρθρ.16 Ν.2643/1998 και άρθρ.4 Ν.Δ. 1221/1972 και άρθρ. 13 Ν.3144/2003, αντί των διατάξεων των άρθρων 8 του Ν. 2112/1920, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του ΠΔ 164/2004, και, τέλος, των άρθρων 22 του Συντάγματος, 288 παρ.1 ΑΚ και 119 ΣυνθΕΟΚ, που ήταν εφαρμοστέες, με το να δεχθεί ότι οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις που συνήψαν μετά του αναιρεσιβλήτου ορθά καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου, αντί να δεχθεί ότι ο αληθής χαρακτήρας αυτών ήταν εκείνος της ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ με τον έβδομο και εν μέρει με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες (παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) σε σχέση με τον αληθή χαρακτήρα των συμβάσεών τους ως μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή όχι.

Ωστόσο, στο οικείο δικόγραφο ουδόλως περιέχονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσειόντων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι. Εξάλλου, η περαιτέρω αιτίαση, στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις διότι σε άλλα σημεία του σκεπτικού της χαρακτηρίζει τις συμβάσεις των αναιρεσειόντων ως διαδοχικές και σε άλλα όχι, είναι απαράδεκτη, εφόσον οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις δεν εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά στο αιτιολογικό της, και συνεπώς η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1346/2023, 1097/2022, 1144/2021).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως (ΑΠ 95/2017, 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα", οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 312/2020, 34/2016, 76/2016).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους σχετικά με το άρθρο 8 παρ.3 του Ν.2112/1920 ως "ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου".

Με το πιο πάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται σε πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, αλλά σε νομική τους επιχειρηματολογία σε σχέση με το χαρακτήρα της ανωτέρω επικαλούμενης διατάξεως ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου της 1999/70 Κοινοτικής Οδηγίας. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, 297/2009).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, αληθώς από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 12 του ίδιου άρθρου), συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις ένδικες έγγραφες συμβάσεις που κατάρτισαν με το αναιρεσίβλητο, τις βεβαιώσεις προϋπηρεσίας τους και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα περί της έλλειψης μονίμου εκπαιδευτικού προσωπικού των ειδικοτήτων τους, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρά τους, που ήταν ουσιώδη για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου (σημειώνεται ότι η νομολογία που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά έγγραφα).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από το παραδεκτά επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό αυτής διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα, με επίκληση, από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

V. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, ενώ λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου δεν θα επιδικαστεί σε βάρος των ηττηθέντων στη δίκη αναιρεσειόντων δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2022 (αριθ. κατάθ. 3694/385/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 119/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ