Legislator Case Law & Legislation
491/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural defect where absent party failed to appear or join the hearing properly.

Case Number 491/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and rejecting claims, while the opposing companies contended the appeal lacked legal grounds. The court ruled the appeal inadmissible because the absent parties did not appear or join the hearing in a proper manner, rendering the proceedings procedurally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; If a co-litigant fails to appear or join the appeal hearing properly, the court must verify if they expedited the hearing; if not, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural defect absence of co-litigant expediting hearing inadmissible appeal civil procedure court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226, paragraph 4, sections b and g of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 10 of the Code of Civil Procedure
Articles 198 and following of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 4 and 9 of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 491 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 491/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Παπαγεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με τον νόμο 3226/2004 και την υπ'αριθ. 266/2018 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία ... υπό τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "..., υπό τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., και διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στη Νέα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαυρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2996/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1482/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-8-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2, και 576 παρ.1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος εγκύρως, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση(Ολ.ΑΠ 8/2018,1695/2017) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ.

β και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β ΚΠολΔ αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 354/2011,ΑΠ 12/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του νόμου 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής "2.Σε περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.

Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοιού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κάποιου διαδίκου, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις 757/22-2-2019, 758/21-2-2019, 745/19-2-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι αυτός, που επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση από 3-8-2018 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 1482/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του προαναφερομένου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 3 στη δικάσιμο της 11-5-2020, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητες κλήθηκαν να παραστούν (άρθρα 122 παρ.1, 123, 126 παρ. 1 περ .α, 128 παρ. 4, 129 παρ. 2, 230 παρ. 2, 498 παρ.1 και 2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο με πράξη του προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020.

Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και γι' αυτό, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία του γραμματέα επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1482/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 7-12-2015 έφεση του αναιρεσείοντος, ως προς τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων κατά της 2996/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η από 21-9-2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρείοντος κατ' αυτών, ενώ έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω έφεση κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, απερρίφθη η ανωτέρω αγωγή και ως προς αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσβάλλει την απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι α) τις διατάξεις των άρθρων 2, 4, 5, 12, 14 και 25 του Συντάγματος, β) τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 11 της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γ) τις διατάξεις των άρθρων 78-107, 147, 149, 513, 522, 535, 537, 540, 741-784, 914, 932 ΑΚ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1β και 3 του ν. 2190/1920.

Όμως, στο λόγο αυτό, δεν καθορίζεται σε ποιο ακριβώς νομικό σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο αναιρεσείων, αρκείται στη γενική αναφορά περί παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, εκθέτει δε ακολούθως ότι το Εφετείο παραβίασε αυτές με το να κρίνει: " ότι είναι νόμιμος ο σκοπός των αναιρεσιβλήτων, των οποίων την αναγνώριση της αντισυμβατικής, κακόπιστης, υπαίτιας, παράνομης και εν τέλει άδικης συμπεριφοράς των οργάνων τους, μολονότι η παραχώρηση προς χρήση ως καινούργιου του οχήματος ...

τύπου ... στον αναιρεσείοντα ενώ τούτο ήταν εξαρχής εν επιγνώσει των ελαττωματικό, ακατάλληλο προς χρήση και επικίνδυνο για την υγεία του ιδίου του αναιρεσείοντος αλλά και τρίτων και την ασφάλεια και δημόσια τάξη, αποτελεί αδικοπραξία, πέραν της ελλατωματικής και υπαιτίως κακόπιστης συρρέουσας δικαιοπραξίας της πώλησης του αναιρεσείοντα και τις κατά συνέπεια συρρέουσες αξιώσεις του.

Εντεύθεν την αντικατάστασή του με καινούργιο και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ζήτησε ο αναιρεσείων, καθόσον η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εναντίον πλήττει τον ίδιο, τους τρίτους και αντίκειται στη δημόσια τάξη και ασφάλεια, διότι θέτει σε κίνδυνο τους θεσμούς του Ελληνικού Κράτους και κατά συνέπεια το Εφετείο παραβίασε όλες τις ως άνω διατάξεις τις σχετικές με τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος (προστασία της δημόσιας τάξης, της εθνικής ασφάλειας, της υγείας και των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων), αλλά και τα αντίστοιχα δικαιώματα της ελευθερίας της έκφρασης και γνώμης, ελευθερία της προσωπικότητας, ελευθερία του επιχειρείν εμπορία, της υγείας, της οικογένειας κ.λπ., ίση μεταχείριση, στην καλόπιστη συναλλαγή, ελευθερία του συνέρχεσθαι, αλλά και τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος, δεδομένου, ότι το μέτρο της αποζημίωσης τρίτων από κακόπιστη εμπορική δραστηριότητα νομικών προσώπων (ΑΕ) και των οργάνων τους με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά, είναι αναγκαίο, για την αποφυγή της προσβολής της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας και των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των τρίτων συναλλασσομένων ή μη ".

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αναίρεσης, είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης Αφορά κατ` επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από τον αναιρεσείοντα, Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 εδάφ. γ του KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008), σημειουμένου ότι, δεν συγκαταλέγονται στα αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. KΠολΔ, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης και, έτσι, αν δεν τα λάβει υπόψη του το δικαστήριο δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 791/2020, ΑΠ 625/2018, ΑΠ 54/2009, ΑΠ 31/1999).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2261/2014).

Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 8, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές, η μη λήψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 94/2008).

Εξάλλου, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1632/2007).

Αποτελούν "πράγματα" και άρα, αν δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ 148/2009, 1573/2006, 759/2006, 1765/2005, 1565/2000, 50/1992). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 1413/2010, 291/2010, 1299/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 KΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλ` απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη, ή απαράδεκτη ή ως πρόωρη (ΑΠ 376/2008, ΑΠ 1385/2006, ΑΠ 936/2002, ΑΠ 794/2000).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια: Α) από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παράλειψή του να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έγγραφα, που, νόμιμα, επικαλέστηκε και προσκόμισε, σ` αυτό, ο αναιρεσείων και ειδικότερα: α) την έφεσή του και τις προτάσεις με προσθήκη, β) την αγωγή και τις προτάσεις του με προσθήκη της πρωτοβάθμιας δίκης, γ) όλα τα προσαχθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά έγγραφα και δ) το προσαχθέν μετ' επικλήσεως έγγραφο, εκτυπωμένο από την ιστοσελίδα https://vindecoder.eu/smart, με αριθμό σχετικού 46.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του και κατά την αιτίασή του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) την έφεση του αναιρεσείοντος και τις προτάσεις με προσθήκη, β) την αγωγή και τις προτάσεις του με προσθήκη στην πρωτοβάθμια δίκη, κρίνεται απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, όλα αυτά είναι διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης και, επομένως, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

KΠολΔ, ώστε, αν δε ληφθούν αυτά υπόψη να ιδρύεται τέτοιος αναιρετικός λόγος. Ενώ, κατά την αιτίασή του ότι δεν ελήφθησαν υπόψη: α) όλα τα προσαχθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά έγγραφα (χωρίς για το ορισμένο του συγκεκριμένου λόγου να αναφέρονται αυτά και επί πλέον αν πρόκειται για τα υπό του ιδίου προσαχθέντα μετ' επικλήσεως έγγγραφα ή υπό των αντιδίκων του, τα οποία και αυτά επικαλέστηκε με τις προτάσεις του), κρίνεται αβάσιμος.

Και τούτο διότι, όπως προκύπτει, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 7ο αυτής), το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από τη συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων σ` αυτήν αποδεικτικών μέσων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και το με αρίθμηση σχετικού 46.Τούτο δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά, και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, που φέρονται, κατά τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθέντα.

Επομένως ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του KΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης ,κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το τελευταίο τμήμα του σκέλους αυτού, με το οποίο πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σε αυτό επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 του KΠολΔ.

Β) από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων στα πλαίσια ανάπτυξης του πρώτου σκέλους του λόγου αυτού, την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής του και την στηριζόμενη σ' αυτή αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά των τρίτης και τετάρτης των εναγομένων, τις οποίες απέρριψε ως μη νόμιμες, ενώ από την ανάγνωση της αγωγής, προτάσεων με προσθήκη, εφέσεως και προτάσεων με προσθήκη του ενάγοντος-αναιρεσείοντος προκύπτουν τα αντίθετα της ως άνω αιτιολογίας.

Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται παντάπασι τα "πράγματα" που δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή το (κρίσιμο εν προκειμένω) περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και ειδικότερα τα περιστατικά προς θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας βάσης της και του επί μέρους αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος παρέλειψε να ερευνήσει το Εφετείο, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί το παραδεκτό και η νομιμότητα της εν λόγω βάσεως και αιτήματος και, εντεύθεν, η βασιμότητα της επικαλουμένης, με τον υπόψη αναιρετικό λόγο, παράβασης.

Και τούτο διότι ο παρών λόγος δεν ιδρύεται με την παράλειψη απάντησης του δικαστηρίου σε ισχυρισμό (όπως εν προκειμένω η αγωγική εξ αδικοπραξίας βάση και το επί μέρους αίτημα αυτής) απαράδεκτο ή μη νόμιμο, που, ως εκ τούτου, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τα παραπάνω δε, ανεξαρτήτως της, σε κάθε περίπτωση, αβασιμότητας του λόγου αυτού, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως (φύλλο 4ο αυτής), αλλά και της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω αγωγική βάση και το επί μέρους αίτημα αυτής και τα απέρριψε ως μη νόμιμα.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο αυτό σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί. Γ) από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα απέρριψε την αγωγή και έφεσή του ως μη νόμιμες και ουσία αβάσιμες.

Ο αυτός ως άνω λόγος, κατά το ερευνώμενο τρίτο σκέλος του, καθόσον αναφέρεται στην απόρριψη της εξ αδικοπραξίας αγωγής και του επί μέρους αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε αυτά κατ' ουσία, καθόσον αναφέρεται στην απόρριψη της αγωγής και της έφεσης ως αβάσιμες κατ' ουσία, είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο αυτός ως άνω λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ). Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 198 επ. ΚΠολΔ και 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", αντίστοιχα, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του ευεργετήματος της πενίας ή έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την 213/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του. Η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 895/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/8/2018 αίτηση του Π. Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1482/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ