Legislator Case Law & Legislation
489/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559 Civil Procedure Code grounds due to lack of proof.

Case Number 489/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court accepted unproven facts under Article 559 of the Civil Procedure Code without evidence. The court rejected this claim, ruling that the lower court properly evaluated the entire evidence presented rather than accepting facts without proof.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 10 para. a KPolD; The appeal is inadmissible when the lower court's decision is based on a comprehensive evaluation of all evidence rather than accepting unproven facts.

Keywords

AI generated
Article 559 Civil Procedure Code unproven facts lease dispute appeal dismissal evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 577 para. 1 and 3 KPolD
Art. 561 no. 2 KPolD
Art. 559 no. 10 para. a KPolD
Art. 495 para. 3 no. B KPolD
Art. 176, 183 KPolD
Art. 647 et seq. KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 489 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 489/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΓΟΥΕΛΚΑΜ ΧΟΛΙΝΤΕΪΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με διακριτικό τίτλο "WELCOME HOLIDAYS" (πρώην "... - MEGA TRAVEL SELECTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ"), που εδρεύει στην ΒΙΠΕ Ηρακλείου - Δύο Αοράκια και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραλή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στην δ.κ. Λάρδου Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κωστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-06-2014 αγωγή της "... - MEGA TRAVEL SELECTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκε με την από 23-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 329/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 08-03-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Η κρινόμενη από 08-03-2019 (αρ.κατ. 16/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 177/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης , που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική διαδρομή της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής:

Η ήδη αναιρεσείουσα ,που δραστηριοποιείται ως τουριστικό γραφείο, στο Ηράκλειο Κρήτης, στον τομέα του εγχώριου και αλλοδαπού τουρισμού, άσκησε την από 19-06-2014 (αρ.κατ. 1958/2014) αγωγή και χάριν συντόμευσης Α' αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, που διατηρεί επιχείρηση ξενοδοχείου στη ...

της νήσου Ρόδου, συμφώνησε με βάση την από 17-01-2013 μισθωτική σύμβαση, όπως η τελευταία (αναιρεσίβλητη) διαθέσει, σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ως μισθώτρια, δωμάτια του ξενοδοχείου ... 5 αστέρων, ιδιοκτησίας της εναγομένης- αναιρεσίβλητης- εκμισθώτριας, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του έτους 2013 αντί συνολικού μισθώματος 261.366 ευρώ που θα καταβληθεί σε οκτώ δόσεις, κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες• ότι σε εκτέλεση της σύμβασης η Α' ενάγουσα-μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα κατέβαλε τις δύο πρώτες δόσεις, στις 30-04-2013 και 01-07-2013, ποσού 25.000 ευρώ καθεμιά και για την τρίτη δόση, που έπρεπε να καταβληθεί κατά τα συμφωνημένα στις 31-07-2013, ποσού 70.000 ευρώ, παρέδωσε στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη-εκμισθώτρια ισόποση τραπεζική επιταγή της ALPHA BANK με ημερομηνία έκδοσης 21-07-2013, πλην όμως ότι λόγω σοβαρών προβλημάτων συνεργασίας που συνιστούσαν σπουδαίο λόγο, όπως η κακή κατάσταση των δωματίων, έλλειψη καθαριότητας κλπ.,με την από 29-07-2013 δήλωση, που επιδόθηκε στην εκμισθώτρια ξενοδόχο στις 30-07-2013, κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης και την προσκάλεσε να της επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα μισθώματα της ως άνω τραπεζικής επιταγής, γεγονός που η εναγομένη- αναιρεσίβλητη- εκμισθώτρια αποδέχθηκε• ότι όμως η εναγομένη παραβιάζοντας τη μεταγενέστερη ως άνω συμφωνία τους, δεν απέδωσε κανένα ποσό, αλλά αντίθετα μεταβίβασε την τραπεζική επιταγή σε τρίτο πρόσωπο και εισέπραξε το αντίτιμο αυτής, με αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτων, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην Α'αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό η Α'ενάγουσα -αναιρεσείουσα -μισθώτρια ζητούσε, κυρίως από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα συμφωνία - σύμβαση και επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 55,007 ευρώ ως μη δεδουλευμένα μισθώματα, πλέον ποσού 1.710,88 ευρώ, ως έξοδα εκτέλεσης και συνολικά το ποσό των 56.717,88 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 31-07-2013 (καταγγελία της σύμβασης), άλλως από την επίδοση της Α'αγωγής.

Επίσης η ήδη αναιρεσίβλητη- εκμισθώτρια ξενοδόχος άσκησε την από 23-12-2014 (αρ.κατ. 15/2015) αγωγή και χάριν συντόμευσης Β' αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι με το από 17-01-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης εγγυημένης κράτησης 30 δωματίων του ξενοδοχείου της, τα οποία αυτή όφειλε να διαθέσει στην Β' εναγομένη -ήδη αναιρεσείουσα με τις συναφείς παροχές διαμονής για την τουριστική περίοδο 2013, αντί ελαχίστου εγγυημένου μισθώματος 261.366 ευρώ, καταβλητέο στις συμφωνημένες οκτώ δόσεις• ότι αν και διέθεσε τα δωμάτια η μισθώτρια κατέβαλε μόνο το ποσό των 120.000 ευρώ και επικαλούμενη δήθεν παράπονα πελατών της κατήγγειλε αντισυμβατικά και παράνομα τη σύμβαση και ότι συνεπώς της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 141.366 ευρώ,το οποίο η Β'ενάγουσα- αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια ξενοδόχος αξίωνε και επί πλέον το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της μισθώτριας, που συγχρόνως συνιστά και αδικοπραξία, διότι κατά τα αγωγικά εκτιθέμενα με την ακύρωση της σύμβασης σκόπευε να αποφύγει την πληρωμή του υπολοίπου εγγυημένου μισθώματος.

Οι Α και Β αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ'αρ. 329/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την Α'αγωγή, κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσίβλητη, τότε Α'εναγομένη, να καταβάλει το ποσό των 52.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ απέρριψε την Β'αγωγή ως αόριστη εκτιμώντας ότι στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών.

Ακολούθως, η ήδη αναιρεσίβλητη με την ιδιότητά της ως Α'εναγομένη και Β'ενάγουσα άσκησε την από 25-09-2015 (αρ.κατ. 214/2015) έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να απορριφθεί η Α'αγωγή και να γίνει δεκτή η Β'αγωγή της.

Πιο συγκεκριμένα, με τον 1ο λόγο της έφεσης η ήδη αναιρεσίβλητη ξενοδόχος παραπονείται για την απόρριψη της Β' αγωγής της ως αόριστης, ενώ με τους λοιπούς λόγους της έφεσής της αρνήθηκε αιτιολογημένα την Α'αγωγή προβάλλοντας τον ισχυρισμό περί έλλειψης καταγγελίας της σύμβασης και δήθεν συναινετικής λύσης της σύμβασης (2ος λόγος έφεσης) , ένσταση αοριστίας της Α' αγωγής (3ος λόγος), παρά το νόμο λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου (επιστολή του Ν.

Π.) , που δεν πληρούσε τους όρους του νόμου, προκειμένης μισθωτικής διαφοράς (4ος λόγος έφεσης) και παράβαση του όρου 14.1 της σύμβασης guarantee εκ μέρους της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας (5ος λόγος έφεσης). Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία -κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών της, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω- δέχτηκε ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν σύμβαση μίσθωσης εγγυημένης κράτησης - guarantee και ερευνώντας τον 1ο λόγο της έφεσης, που αφορούσε την Β'αγωγή της αναιρεσίβλητης- εκμισθώτριας ξενοδόχου, δέχτηκε αυτόν ως ουσιαστικά βάσιμο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και έκρινε ότι η Β' αγωγή ήταν και ορισμένη, και νόμιμη κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση guarantee, αποδίδοντας τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, με νομική αξιολόγηση της Β' αγωγής, με βάση τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά από την Β' ενάγουσα, όπως άλλωστε το Εφετείο είχε δικαίωμα να πράξει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το νομικό χαρακτηρισμό των διαδίκων (ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1042/2009).

Ακολούθως το Εφετείο ερεύνησε κατ' ουσίαν την Β'αγωγή της αναιρεσίβλητης- εκμισθώτριας ξενοδόχου και δέχτηκε ότι, μετά την εκ μέρους της Β'εναγομένης - μισθώτριας - αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο αίρεται η υποχρέωση αυτής (αναιρεσείουσας) να καταβάλει τις μελλοντικές δόσεις (4η έως 8η) των μισθωμάτων, ενώ μέχρι την καταγγελία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων παραμένουν ισχυρά.

Κατόπιν τούτου απέρριψε την Β'αγωγή, κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση guarantee, με την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη ξενοδόχος ζητούσε μελλοντικά μισθώματα ποσού 141.366 ευρώ ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, ερευνώντας κατ' ουσίαν την Α' αγωγή της αναιρεσείουσας-μισθώτριας δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη - Α'εναγομένη εκμισθώτρια αποδέχθηκε συναινετικά τη λύση της σύμβασης και ότι συμφώνησε να επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα μισθώματα της τρίτης δόσης, όπως υποστήριζε στην Α'αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα και ότι επίσης η Α'ενάγουσα- αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να αναζητήσει τα μη δεδουλευμένα έως την καταγγελία μισθώματα, εφόσον τούτο δεν συνάδει με τη σύμβαση guarantee, καθόσον η μισθώτρια για την απαλλαγή της από τα μισθώματα μέχρι την καταγγελία, δεν τήρησε, όπως όφειλε, την προθεσμία για να ειδοποιήσει την Α 'εναγομένη- αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια- ξενοδόχο πριν από 21 ημέρες.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν και την αντίθετη Α'αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας μισθώτριας.

[Β] H μίσθωση των δωματίων ενός ξενοδοχείου, μπορεί να γίνει, είτε απ` ευθείας από τους ενδιαφερομένους μεμονωμένους πελάτες, είτε από ταξιδιωτικούς οργανισμούς ή τουριστικά γραφεία, που τα διαθέτουν στη συνέχεια, στους πελάτες τους (τουρίστες). Στην δεύτερη περίπτωση, που χαρακτηρίζεται, ως "χονδρική μίσθωση" θα πρόκειται για την ξενοδοχειακή μίσθωση.

Η χονδρική μίσθωση ξενοδοχειακών κλινών (δωματίων) μπορεί να πάρει ανάλογα με τον νόμο, την συμφωνία των μερών, αλλά και την συναλλακτική πρακτική, κυρίως, δύο ειδικότερες μορφές, χωρίς να αποκλείεται φυσικά εντός των ορίων της συμβατικής ελευθερίας η επιλογή και άλλων τύπων ή και ο συνδυασμός τους. Η πρώτη μορφή αποτελεί την λεγόμενη βέβαιη εγγυημένη κράτηση, στο πεδίο λειτουργίας της οποίας ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών (και να προσφέρει και τις συναφείς ξενοδοχειακές παροχές) για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (ακριβέστερα στους υπ` αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους - πελάτες του), ο οποίος, με την σειρά του, οφείλει το συμφωνηθέν ολικό αντίτιμο μίσθωμα, ανεξάρτητα του εάν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών, παραχωρώντας την (τη χρήση) στους δικούς τoυ πελάτες.

Η δεύτερη μορφή αποτελεί την λεγόμενη κράτηση allotment (κατά μερίδιο), που ρυθμίζεται από το άρθρο 11 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ 503007/29.1.1976, στην οποία (απόφαση), το άρθρο 8 Ν. 1652/1986 έδωσε ισχύ τυπικού νόμου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συμφωνίας είναι ο συμβατικός προσδιορισμός δύο ακραίων ποσοτικών ορίων μισθωμένων κλινών, ενός ανώτατου και ενός κατώτατου, εντός μιας η περισσότερων χρονικών περιόδων.

Ο ξενοδόχος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί δεσμευμένο για τον αντισυμβαλλόμενο του το ανώτατο όριο κλινών, υποχρεούμενος σε αντίθετη περίπτωση, σε αποζημίωσή του, ενώ ο μισθωτής των κλινών καταβάλει το μίσθωμα, μόνο για όσες κλίνες χρησιμοποίησε, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για τις μη χρησιμοποιηθείσες κλίνες.

Η ξενοδοχειακή, κατά τα άνω σύμβαση είναι μικτή σύμβαση προεχόντως μισθωτικού χαρακτήρα, πέρα από τα στοιχεία μίσθωσης υπηρεσιών, πώλησης, προμήθειας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ.1 της 503007/29-1-1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ περί κανονισμού σχέσεων ξενοδόχων και πελατών αυτών, που όπως προεκτέθηκε, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 8 του Ν. 1652/1986, τουριστικό γραφείο ή ταξιδιωτικός οργανισμός δικαιούται να προβεί σε ακύρωση μέρους ή του συνόλου των συμφωνηθεισών κλινών, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, εφόσον αποδεδειγμένα ειδοποιηθεί ο ξενοδόχος εικοσιμία ημέρες τουλάχιστον πριν από την άφιξη των πελατών.

Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η εγγυημένη κράτηση, κατά την οποία ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (στους υπ' αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους πελάτες του), ο οποίος οφείλει το συμφωνηθέν αντίτιμο, ανεξάρτητα αν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών και αν οι πελάτες παρέμειναν οι ίδιοι ολόκληρη τη μισθωτική περίοδο ή εναλλάσονταν.

Στη σύμβαση δηλαδή αυτή τον επιχειρηματικό κίνδυνο να μη καλυφθούν οι συμφωνηθείσες κλίνες φέρει το τουριστικό γραφείο, το οποίο βάσει της συμφωνίας θα καταβάλει το συνολικό αντίτιμο (ΟλΑΠ 38/1997, ΑΠ 549/2019, ΑΠ 1207/2001, ΑΠ 292/2000).

Εξάλλου, το άρθρο 361 ΑΚ εκφράζει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που πηγάζει από το άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος (ΟλΑΠ 33/2002) συνεπεία της οποίας τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Η αρχή εκδηλώνεται με τη σύσταση, αλλοίωση ή και κατάργηση της ενοχής. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση, τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 1518/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου κώδικα και τους λόγους της εφέσεως. Οι λόγοι της εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρονται, είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.

Τα σφάλματα του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται, είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται, όταν αναφέρεται στο εφετήριο, ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.

Εξάλλου κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς , που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά, όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονείται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει (και μετά από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα), ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.

Στην περίπτωση αυτή, επειδή κατά το άρθρο 534 του ίδιου κώδικα δεν επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι` αυτό παράπονο, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 356/2013).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το Εφετείο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ` αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ` ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 40/2017, ΑΠ 1620/2017,ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 1635/2008, ΑΠ 134/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1486/2014).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998 , ΑΠ 339/2020, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 349/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1678/2017).

[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α και β'ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι (Α) το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την εκκαλούσα- αναιρεσίβλητη ξενοδόχο, κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ,με το να δεχθεί, ότι δεν αναιρείται η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή των συμφωνηθέντων δεδουλευμένων μισθωμάτων της τρίτης δόσης, διότι η εκκαλούσα ξενοδόχος δεν είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό με την έφεσή της, καθώς επίσης (Β) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και ειδικότερα τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας- πράκτορα, που αποτελούσε την ιστορική βάση της Α'αγωγής της, περί αποδοχής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ξενοδόχου της λύσης της σύμβασης μίσθωσης και περί νεότερης συμφωνίας αυτής να επιστρέψει το ποσό της τρίτης δόσης ποσού 70.000 ευρώ ,που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης.

Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων περί της σύμβασης εγγυημένης κράτησης - quarantee με την αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε αντιφατική αιτιολογία Α) διότι αν και δέχθηκε ότι η καταγγελία της μίσθωσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας- πράκτορα είναι έγκυρη και ότι υπήρχε σπουδαίος λόγος εξαιτίας της διακοπής πωλήσεων από την αναιρεσίβλητη ξενοδόχο των συμφωνημένων δωματίων (stop sales) και ειδικότερα έως 30 δωμάτια μέχρι τέλους της σαιζόν ,εντελώς αντιφατικά δέχτηκε σε άλλο σημείο της απόφασής του, ότι η καταγγελία της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα σε χρονικό σημείο, που υπερέβαινε το ήμισυ της τουριστικής περιόδου, διότι υπολείπονταν δύο μήνες ακόμη, χωρίς να αιτιολογεί,εάν στο εναπομένον ως άνω ήμισυ της τουριστικής περιόδου είχε παραχωρηθεί ή όχι ο συμφωνημένος αριθμός δωματίων ,τι ποσό μισθώματος αντιστοιχούσε στην αξία των δωματίων, που είχαν διατεθεί μέχρι την καταγγελία και ποια η άξία των δωματίων, που δεν διατέθηκαν λόγω της διακοπής των πωλήσεων, καθώς επίσης Β) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, διότι αν και δέχθηκε ως έγκυρη την καταγγελία ,στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε, ότι τα καταβληθέντα από την αναιρεσείουσα- μισθώτρια ποσά μισθωμάτων έως 31-07-2013 των τριών πρώτων δόσεων αποτέλεσαν προκαταβολή επόμενων μηνών,ώστε να μπορούν να αναζητηθούν.

Επίσης, με τον συναφή προς τους ανωτέρω λόγους 4ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α'σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης νόμου εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν αναιρείται η υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή των δόσεων μέχρι την καταγγελία, διότι δήθεν τούτο δεν συνάδει με τη σύμβαση guarantee εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 13 παρ.1 της με αρ. 503007/1976 απόφασης ΓΓ ΕΟΤ, η οποία προύποθέτει έγκυρη μισθωτική σύμβαση και όχι καταγγελθείσα. Επίσης, με το Β'σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου αποδίδει την πλημμέλεια, κυρίως εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και επικουρικά εκ του αριθμού 19, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ με εσφαλμένη μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό αυτής, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ'αρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα:

«| Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα της ενάγουσας της πρώτης αγωγής που νομότυπα εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα μετ' επίκληση προσκομιζόμενα με χρονολογία 20-02- 2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παραπάνω δικαστηρίου, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένου και των ηλεκτρονικών εγγράφων e-mail, τα οποία συνιστούν απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη τους και, κατ’ αναλογία με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 ΚΠολΔ, η μηχανική τους απεικόνιση σε έντυπο εμπίπτει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 ΚΠολΔ, στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη σε βάρος του εκδότη του (συνδυασμός των άρθρων 443, 444, 445 ΚΠολΔ), διότι αυτή ακριβώς η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει ορισθεί και εφαρμοσθεί από τον ίδιο τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, έστω και αν δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της τελευταίας, περαιτέρω, όσον αφορά την άνευ χρονολογίας μαρτυρία τρίτου φέρουσα την υπογραφή του Ν.

Π., που προσκομίζει η εναγομένη (εκκαλούσα), η οποία λήφθηκε χωρίς τη τήρηση νομίμου τύπου αυτή, κατά το συναφή τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης, θα ληφθεί υπόψη διότι από το συνδυασμό των άρθρων 649, 650, 457 παρ. 2 και 3, 460 ΚΠολΔ στην προκείμενη ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.

Έτσι, είναι μεν δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικόν τύπον, όχι όμως και τα πλαστά ή μη γνήσια, εν προκειμένω δε δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής του ανωτέρω, (βλ. ΑΠ 1764/2012 και ΑΠ 825/2010), και τέλος λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-01-2013, η εναγομένη της πρώτης αγωγής εταιρία, που διατηρεί, στην ...

της Ρόδου, συγκρότημα τουριστικών καταλυμάτων πέντε αστέρων, με το διακριτικό τίτλο "...", ιδιοκτησίας της, συνήψε με την ενάγουσα της αγωγής αυτής, που διατηρεί πρακτορείο γενικού τουρισμού με το διακριτικό τίτλο "mega travel selections- mts" ήδη μεταβληθείσας της ονομασίας σε "Welcome Holidays MOM. Ε.Π.Ε", σύμβαση εγγυημένης βραχυχρόνιας μίσθωσης τριάντα (30) δωματίων για τη διαμονή σ' αυτά τουριστών - πελατών της (της Γαλλικής αγοράς), κατά την τουριστική περίοδο του έτους 2013 και ειδικά από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 2013, ονομαζόμενη ως συμφωνία διάθεσης δωματίων με εγγύηση τζίρου, με τύπο διατροφής all inclusive και λοιπούς όρους που αναφέρονται στη σύμβαση.

Το μίσθωμα καθορίστηκε στο συνολικό ποσό των 261.366,00 ευρώ και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις και ειδικότερα: στις 30-04-2013 ποσό 25.000 ευρώ, στις 01-07-2013 ποσό 25.000 ευρώ, στις 31-07-2013 ποσό 70.000 ευρώ, στις 30-08-2013 ποσό 80.000 ευρώ, στις 20-09-2013 ποσό 30.000 ευρώ, στις 30-09-2013 ποσό 11.366 ευρώ, στις 15-10-2013 ποσό 10.000 ευρώ και στις 30-10-2013 ποσό 10.000 ευρώ.

Συντάχθηκε δε το από 17-01-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων αυτών, που φέρει τη σφραγίδα της ενάγουσας εταιρίας και υπογραφή του εκπροσώπου της, όπως και τη σφραγίδα της επιχείρησης της εναγομένης και υπογραφή αυτής. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κάνοντας χρήση των μισθίων διαμερισμάτων, κατέβαλε το μίσθωμα των δύο πρώτων δόσεων των 25.000 ευρώ εκάστης ήτοι 50.000 ευρώ συνολικά και για την τρίτη δόση που ήταν πληρωτέα την 31-07-2013 εξέδωσε την υπ’ αριθμό ...

επιταγή της ALPHA BANK ποσού 70.000 ευρώ δηλαδή αντίστοιχου της δόσης, με ημερομηνία έκδοσης, 21-07-2013.

Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η συνεργασία των- διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά, δεδομένου ότι προέκυψαν προβλήματα συνιστάμενα σε παράπονα - διαμαρτυρίες των πελατών, που απέστειλε προς διαμονή η ενάγουσα, οι οποίοι εντόνως δυσαρεστημένοι από τις συνθήκες διαμονής και ιδίως τις παροχές του ξενοδοχείου, οι οποίες ήταν λιγότερες και κατώτερης ποιότητας από τις συμφωνηθείσες, την κακή κατάσταση των δωματίων που ανέδυαν άσχημες μυρωδιές, την παρουσία αδέσποτων ζώων στους χώρους εστίασης (γάτες), τη μη λειτουργία όλων των δεξαμενών κολύμβησης, των spa, χαμάμ κλπ, την έλλειψη συντήρησης των εγκαταστάσεων, προβλήματα τα οποία εκφράστηκαν εγγράφως με σχετικές επιστολές των πελατών και διαβιβάσθηκαν μέσω του tour operator στην ενάγουσα και στη συνέχεια κατέστησαν γνωστά στην εναγομένη, όπως προκύπτει από την ηλεκτρονική μεταξύ τους αλληλογραφία, (βλ.

προσκομιζόμενες σε ακριβή μετάφραση από τη γαλλική γλώσσα επιστολές από 10-05-2013 F. T., από 27-05-2013 A. D., διαμονή από 26-05-2013 έως 02-06-2013 B. M., από 15-06-2013 M. M., από 19-06-2013 Μ. B., D. C., J. G. D. κλπ), τα τελευταία δε γνωστοποιήθηκαν με το από 19-06-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα στην εναγομένη. Ωστόσο, από τη μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, συνάγεται ότι από μέρους της ενανομένης ξενοδόχου μεσολάβησαν αλλεπάλληλα μηνύματα αρχόμενα και πριν την έναρξη της τουριστικής περιόδου ήτοι από 22-03-2013, 27-03-2013, 28-03-2013, 22-04-2013 και 23-04-2013 για διακοπή πωλήσεων (stop sales) συμφωνημένων δωματίων έως του αριθμού των τριάντα, σε τακτά χρονικά διαστήματα αναφερόμενα μέχρι τέλους της σαιζόν, γεγονότα που δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα συνεργασίας ενάντια στη σύμβαση.

Για το θέμα δε της διακοπής των πωλήσεων, σφόδρα διαμαρτυρήθηκε ο εκπρόσωπος της ενάγουσας, στο από 23-04-2013 απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα που προσκομίζεται, παραπονούμενος για ασυνέπεια του ξενοδόχου στους όρους της επίμαχης σύμβασης. Βάσει των προβλημάτων αυτών και εξαιτίας της μη βελτίωσης της κατάστασης, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 29-07-2013 εξώδικη πρόσκληση δήλωση- διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στις 30-07-2013 (βλ.

την υπ αρ. .../30-7-2013 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή Παν. Παναγιωτάκη), με την οποία δήλωσε τη λύση της συνεργασίας και αξίωσε την επιστροφή του ποσού της επιταγής των 70.000 ευρώ που είχε εκδώσει και παραδώσει στην τελευταία, επικαλούμενη την ανυπαρξία περαιτέρω οφειλής από τη σύμβαση.

Τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, συνιστούν σπουδαίο λόγο για τη λύση της σύμβασης των διαδίκων (αρ. 7, 2.3 της σύμβασης) και η αποστολή της εν λόγω μονομερούς δήλωσης της ενάγουσας αποτελεί καταγγελία της μίσθωσης αυτής. Η ενάγουσα - καταγγέλλουσα έχει δικαίωμα να απαλλαγεί της καταβολής του ποσού των μισθωμάτων για το μέλλον (αρ. 587 ΑΚ), δηλαδή για το μετέπειτα της επομένης της επίδοσης της καταγγελίας χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως του είδους της μεταξύ τους σύμβασης (εγγυημένου τζίρου), εφόσον οι λόγοι της έκτακτης λύσης της σύμβασης αποδείχθηκε ότι οφείλονται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, π οποία ουδόλως αντέκρουσε με βάσιμα στοιχεία την ύπαρξη των προβλημάτων αυτών.

Μέχρι δε, την άσκηση της καταγγελίας τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αμφοτέρων των διαδίκων παραμένουν ισχυρά. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της απεδέχθη τη λύση της σύμβασης και διατέθηκε να επιστρέψει το ποσό των 51.780 ευρώ, αφαιρουμένων των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων μέχρι την καταγγελία, εφόσον εισέπραξε δια αναγκαστικής κατάσχεσης το ποσό των 70.000 ευρώ της παραπάνω πληρωτέας την 21-07-2013 επιταγής, δεν αναιρούν την παραπάνω υποχρέωση της προς καταβολή των συμφωνηθέντων ως τότε δόσεων, πολλώ δε μάλλον αν ληφθεί υπόψη ότι βάσει της αναφερομένης στη σχετική (Γ) νομική σκέψη απόφασης του Γ.Γ.

του EOT (αρ. 13 παρ.1 της 503007/1976), η απαλλαγή της ενάγουσας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων επέρχεται μετά 21 ημερών από την ειδοποίηση. Εξάλλου, η αφαίρεση των δεδουλευμένων δεν συνάδει στο χαρακτήρα της επίδικης εγγυημένης σύμβασης (guarantee), όπως αναφέρεται στην ίδια (Γ) νομική σκέψη της παρούσας, ούτε λειτούργησε αυτή ως allotment ώστε να έχει εφαρμογή τέτοιου είδους οικονομική εκκαθάριση με την αφαίρεση των επιμέρους κρατήσεων (κατά μερίδιο) που διενεργήθηκαν ως το χρονικό εκείνο σημείο.

Η καταγγελία άλλωστε έλαβε χώρα σε χρονικό σημείο που υπερέβαινε το ήμισυ της τουριστικής περιόδου (υπολείπονταν δύο μήνες έως 22-09-2013 που είχε συμφωνηθεί η παραχώρηση δωματίων βλ. σχετ. πίνακα της σύμβασης) και δεν αποδείχθηκε ότι τα καταβληθέντα την 31-07-2013 χρηματικά ποσά των τριών πρώτων δόσεων αποτέλεσαν προκαταβολή επομένων μηνών ώστε να υπάρχει δυνατότητα αναζήτησης.

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η λύση της σύμβασης δεν επήλθε συναινετικά καθόσον οι προσπάθειες των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων και ιδίως αυτού της εναγομένης (ξενοδόχου) για ανεύρεση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, έλαβαν χώρα μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και απέβησαν απρόσφορες, ενώ προηγουμένως και όσο διαρκούσαν οι προαναφερόμενες διαμαρτυρίες της ενάγουσας για κακή εκτέλεση της σύμβασης με επισήμανση της ευθύνης των εννόμων συνεπειών, ουδόλως υπήρξε συναίνεση από πλευράς της εναγομένης (ξενοδόχου) για επικείμενη λύση της μίσθωσης, η οποία επήλθε κατά νόμο μετά την αποστολή της παραπάνω εξώδικης δήλωσης.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η εναγομένη της α' αγωγής (ξενοδόχος) δεν υποχρεούται να επιστρέψει στην ενάγουσα τα ως τότε καταβληθέντα μισθώματα ως μη δεδουλευμένα από 52.000 ευρώ, αντίστοιχα δε, η εναγομένη της β' αντίθετης αγωγής μισθώτρια, δεν υποχρεούται στην καταβολή του υπολοίπου τιμήματος της εγγυημένης σύμβασης των 141.366 ευρώ εξαιτίας της λύσης της σύμβασης για το μέλλον, αναγνωριζομένης ως βάσιμης ως άνω καταγγελίας, ενώ πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι συναφείς ισχυρισμοί της εκκαλούσας σε σχέση με την ως άνω αξίωσή της που περιλαμβάνεται στην υπό στοιχείο β' αγωγή αυτής.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί συναινετικής λύσης της σύμβασης και επιδίκασε το ποσό των 52.000 ευρώ, κάνοντας εν μέρει δεκτή την υπό στοιχείο α' αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό κατά παραδοχή του συναφούς λόγου της υπό κρίση έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας, πρέπει να εξαφανισθεί, πλην όμως θα εξαφανισθεί στο σύνολο της ως προς τις δύο αγωγές, καθώς η θέση της εκκαλούσας καθίσταται δυσμενέστερη ως προς την β' αντίθετη αγωγή της (η οποία είχε απορριφθεί για τυπικό λόγο, βλ. άρθρα 522, 536 και 534 ΚΠολΔ) παρότι απορρίπτεται η έφεση ως προς αυτή και αφού κρατηθούν και δικασθούν οι υπό κρίση αγωγές, πρέπει αυτές να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες […]|».

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εγγυημένης κράτησης δωματίων, η οποία καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα για σπουδαίο λόγο στις 30-07-2013, χωρίς να αναιρείται η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή των δεδουλευμένων μισθωμάτων, μέχρι την καταγγελία, εφόσον αυτή, για την απαλλαγή της, δεν τήρησε την προθεσμία ειδοποίησης της αναιρεσίβλητης-ξενοδόχου,πριν από 21 ημέρες και επίσης, ότι ουδέποτε η αναιρεσίβλητη συμφώνησε να επιστρέψει από το ποσό της τρίτης δόσης ,ποσού 70000 ευρώ, το ποσό των 55.007 ευρώ πλέον 1.710,88 ευρώ για τα έξοδα εκτέλεσης και συνολικά 56.717,88 ευρώ, όπως η αναιρεσείουσα αξίωνε με την υπό στοιχείο Α'αγωγή της, την οποία το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επίσης, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν και την υπό στοιχείο Β'αγωγή της αναιρεσίβλητης-ξενοδόχου κρίνοντας ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης quarantee η ήδη αναιρεσείουσα δεν οφείλει μισθώματα για το μεταγενέστερο της καταγγελίας χρονικό διάστημα. Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α και β ΚΠολΔ εφόσον με την άσκηση της έφεσης της οποίας οι λόγοι έπλητταν αμφότερες τις υπό στοιχείο Α και Β αγωγές η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και συνεπώς, το Εφετείο απέκτησε την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς, τόσο της εκκαλούσας, όσο και της εφεσίβλητης ,που αποτελούσαν την ιστορική βάση αμφοτέρων των συνεκδικαζόμενων αντίθετων αγωγών των διαδίκων.

Εξάλλου, οι υπό στοιχείο 2ος έως 5ος λόγοι της έφεσης της αναιρεσίβλητης-ξενοδόχου αφορούσαν την Α'αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-μισθώτριας, τότε εφεσίβλητης και συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, η οποία όμως, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 433/2018). Συνακόλουθα, παραδεκτά η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη -ξενοδόχος πρότεινε στο Εφετείο τον ισχυρισμό της α) για την ανυπαρξία συμφωνίας περί επιστροφής της μη δεδουλευμένης τρίτης δόσης μισθωμάτων και β) περί μη αποδοχής εκ μέρους της συναινετικής λύσης της σύμβασης μίσθωσης, που συνιστούσε αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της Α'αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας μισθώτριας.

Εκτός τούτων, η αναιρεσίβλητη-εκκαλούσα με τη έφεσή της ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί κατ'ουσίαν η Α'αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και επανεκτιμώντας το σύνολο των αποδείξεων υιοθέτησε την άποψη της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε ότι η σύμβαση ήταν εγγυημένης κράτησης guarantee, την οποία κατήγγειλε η αναιρεσείουσα, η οποία οφείλει να καταβάλει τις τρεις πρώτες δεδουλευμένες δόσεις των μισθωμάτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές, ότι είχε ειδοποιήσει έγκαιρα πριν από 21 ημέρες πριν από την καταγγελία την αναιρεσίβλητη-ξενοδόχο.

Με το αιτιολογικό αυτό απέρριψε κατ' ουσίαν την Α' αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή υποστήριζε, ότι η αναιρεσίβλητη ξενοδόχος αποδέχθηκε με νεότερη συμφωνία τη λύση της σύμβασης μίσθωσης και συμφώνησε να επιστρέψει την τρίτη δόση των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων. Κατόπιν όλων αυτών το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη ξενοδόχο και ειδικότερα, ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε ήταν σύμβαση εγγυημένης κράτησης και ότι εφόσον δεν τηρήθηκε από την αναιρεσείουσα η προθεσμία των 21 ημερών αυτή εξακολουθεί να οφείλει τα μισθώματα της 3ης δόσης, περιστατικά που η αναιρεσίβλητη ξενοδόχος είχε ισχυριστεί και απέδειξε αρνούμενη αιτιολογημένα την Α'αγωγή της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας.

Ούτε επίσης, το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα απορρίπτοντας κατ'ουσίαν την Α'αγωγή αυτής- μισθώτριας, την οποία, αφού ερεύνησε ,κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα υποστήριζε περί μεταγενέστερης συμφωνίας για συμφωνημένη λύση της σύμβασης μίσθωσης και επιστροφής δήθεν από την αναιρεσίβλητη των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων της 3ης δόσης ,που συνιστούσαν την ιστορική βάση της Α'αγωγής και αποτελούσαν πράγμα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ουσιαστικά καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο που η αναιρεσείουσα υποστήριζε.

Συνεπώς, ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α'και β'ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εκτός τούτων, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων περί σύμβασης μίσθωσης εγγυημένης κράτησης με ορθή υπαγωγή σ'αυτές των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, τις οποίες επομένως δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου. Συνακόλουθα, ο 2ος και ο 4ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.19 και αρ.1ΚΠολΔ, αντίστοιχα, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων της σύμβασης guarantee, αλλά και της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του 2ου αναιρετικού λόγου περί αντιφατικής αιτιολογίας για την αξία των παραχωρηθέντων δωματίων μέχρι την καταγγελία και περί προκαταβολής μισθωμάτων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ της σύμβασης guarantee, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο ουσίας.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι`αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (ΟλΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που αυτή είχε προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα ,τόσο με τις από 17-2-2015 πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις από 11-4-2018 κατ' έφεση προτάσεις της και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα Α) τα ηλεκτρονικά μηνύματα με ημερομηνία, 22-03-2013, 27-03-2013, 28-03-2013, 23-04-2013 (ώρα 10:53), 23-04-2013 (ώρα 10:17), 22-03-2013, με τα οποία, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει , η αναιρεσίβλητη-ξενοδόχος προέβαινε σε παύση πωλήσεων δωματίων (stop sales) και το από 03-08-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο δέχτηκε να επιστρέψει από την τραπεζική επιταγή της 3ης δόσης (70.000 ευρώ) το ποσό των 51.870 ευρώ, που είχε προσκομιστεί από την αναιρεσείουσα, με αριθμό σχετικού 29, με τις κατ' έφεση προτάσεις της καθώς επίσης Β) τις ηλεκτρονικές επιστολές με ημερομηνία 01-08-2013, 03-08-2013, 05-08-2013, 05-08-2013, 07-08-2013, που είχαν προσκομιστεί με τις ως άνω πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις, με αριθμό σχετικού 25 έως 29 αντίστοιχα, το από 27-07-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα της αναιρεσίβλητης, την επιστολή με ημερομηνία 07-08-2013 του Ν.

Π. και όμοια επιστολή αυτού με αριθμό σχετικού 30 και 32 αντίστοιχα, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προέκυπτε η απαίτηση αυτής και η υπόσχεση -συμφωνία της αναιρεσίβλητης για την επιστροφή των μη δεδουλευμένων ποσών (μισθωμάτων δωματίων) της 3ης δόσης, συνολικού ποσού 68130 ευρώ.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως κατ'ακριβή αντιγραφή έχουν εκτεθεί προηγουμένως, προκύπτει, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα ,δικαστικά τεκμήρια) και τα ανωτέρω ηλεκτρονικά έγγραφα (e-mails), τα οποία μάλιστα αξιολόγησε ειδικά ως κατηγορία ιδιωτικών εγγράφων, ενώ επίσης αξιολόγησε ειδικά και την μαρτυρία του Ν.

Π.. Εξάλλου το γεγονός ότι εκτός από τα από 22-03-2013, 27-03-2013, 28-03-2013 και 23-04-2013 ηλεκτρονικά μηνύματα, που ρητά αξιολογεί στη σελίδα 5β της απόφασής του, για τα οποία αιτιάται η αναιρεσείουσα, με τον 3ο λόγο αναίρεσης, κατά το Α'σκέλος του και εκτός από το από 22-04-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα (που δεν περιλαμβάνεται στις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας) το Εφετείο δεν αξιολογεί ειδικά τα λοιπά ως άνω ηλεκτρονικά μηνύματα και τις ηλεκτρονικές επιστολές, μη έχοντας άλλωστε τέτοια υποχρέωση εκ του νόμου, δεν υποδηλώνει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και ότι δεν συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, για τα οποία αιτιάται η αναιρεσείουσα, εφόσον από την ως άνω ρητή βεβαίωση του Εφετείου περί λήψης υπόψη των ως άνω αποδεικτικών μέσων σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και σε αυτά, αλλά κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα, από εκείνο που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και ειδικότερα ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εγγυημένης κράτησης δωματίων και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη-ξενοδόχος θα επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα δήθεν μισθώματα της 3ης δόσης.

Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Δικαστή ουσίας του αποδεικτικού υλικού. Και τούτο διότι, τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αφορούν τη θεμελίωση της άποψης της αναιρεσείουσας για αποδοχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της λύσης της σύμβασης και ανάληψης από την τελευταία της υποχρέωσης να επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα μισθώματα της 3ης δόσης στην αναιρεσείουσα, άποψη όμως την οποία το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε και απέρριψε την Α'αγωγή.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη», προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 549/2017, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/2014).

Με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς καμιά απόδειξη, ότι είναι αληθή ,όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί αναφορικά με τον 1ο λόγο αναίρεσης (για την αποφυγή άσκοπης επανάληψης), που, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης, διότι δεν μνημονεύει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο πόρισμά του περί κατάρτισης σύμβασης μίσθωσης εγγυημένης κράτησης δωματίων. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη, αλλά από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που κατά τα ανωτέρω συνεκτίμησε και αξιολόγησε, ενώ διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατάρτιση της σύμβασης εγγυημένης κράτησης δωματίων- guarantee.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 περ.Βδ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08-03-2019 (αρ.κατ. 16/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 177/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν τον Ν.4335/2015).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΙ

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ