Supreme Court allows appeal against eviction order, remanding case due to procedural error in lease renewal analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's eviction order in a lease dispute. The appellant argued the lower court erred by rejecting a claim of abusive exercise of rights regarding a new lease agreement. The court found the appellate court's reasoning insufficient to prove no abuse occurred and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal and remand a case when the appellate court fails to adequately address the appellant's claim of abusive exercise of rights, requiring a fresh examination of the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 694/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσης εταιρείας με την επωνυμία "... E.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μουλατσιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2017 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-12-2017 (αρ. κατ. 41/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, με την ιδιότητά της ως εκμισθώτρια, άσκησε κατά της αναιρεσείουσας-μισθώτριας την από 18-6-2012 (αρ.
κατ. 29/2012) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι με βάση την από 8-6-2007 σύμβαση μίσθωσης εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα - μισθώτρια το μίσθιο ακίνητο, κυριότητας αυτής, με σκοπό η τελευταία να λειτουργήσει εντός αυτού πρατήριο υγρών καυσίμων αντί μηνιαίου μισθώματος 2.500 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου, προκαταβαλλόμενο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα και αναπροσαρμοζόμενο μετά την πρώτη διετία, ότι όμως η εναγομένη μισθώτρια από τον Ιούνιο του έτους 2010 άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων και στις 19-7-2011 κοινοποίησε στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση (καταγγελία), με την οποία δήλωνε, ότι μετά την πάροδο τριών μηνών, δηλαδή στις 19-10-2011, θα αποχωρήσει από το μίσθιο καταβάλλοντας στην εκμισθώτρια αποζημίωση ενός μηνός (άρθρο 43 του ΠΔ 35/1995), ότι όμως η εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα, μετά την πάροδο της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας, συνέχισε να παραμένει στο μίσθιο και να το χρησιμοποιεί, υπαναχωρώντας από την καταγγελία της, το οποίο χρησιμοποιούσε έκτοτε ακώλυτα με βάση τους όρους της σύμβασης μίσθωσης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, στις 8-6-2017 και η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν είχε λήξει λόγω της ως άνω καταγγελίας, διότι ουδέποτε καταβλήθηκε στην ενάγουσα - εκμισθώτρια η αποζημίωση του άρθρου 43 ΠΔ 35/1995 και ότι συνεπώς, η από 19-7-2011 καταγγελία της μίσθωσης ήταν άκυρη.
Εκτός τούτων η ενάγουσα ανέφερε επίσης στην αγωγή της, ότι τελικά η εναγομένη - μισθώτρια, στις 25-11-2011 κοινοποίησε σ' αυτήν (ενάγουσα - εκμισθώτρια) την από 24-11-2011 εξώδικη δήλωση, με την οποία αναγνώριζε, ότι οφείλει τα μισθώματα από τον Ιούνιο του έτους 2010 έως τον Νοέμβριο του έτους 2011 υποστηρίζοντας όμως, συγχρόνως, ότι δήθεν η σύμβαση μίσθωσης λύθηκε στις 19-10-2011, μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας από την καταγγελία της, στις 19-7-2011, που ήταν δήθεν έγκυρη και ότι δήθεν, με νεώτερη μεταξύ τους συμφωνία, το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 800 ευρώ (αντί του αρχικά συμφωνημένου 2.500 ευρώ), ποσό στο οποίο δήθεν θα υπολογίζονταν τα μισθώματα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (Ιούνιος 2010 έως Νοέμβριος 2011), τα οποία η εναγομένη μισθώτρια αναγνώριζε, ότι οφείλει.
Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα - εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη-μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 8-6-2010 έως 24-12-2011, συνολικού ποσού 58.611,28 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, υπολογιζόμενα με το συμφωνημένο, με την από 8-6-2007 μισθωτική σύμβαση, μηνιαίο μίσθωμα των 2.500 ευρώ, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ουδέποτε είχε λήξει, όπως ισχυριζόταν η εναγομένη - μισθώτρια, λόγω ακυρότητας της ασκηθείσας εκ μέρους της εναγομένης-μισθώτριας καταγγελίας και της έλλειψης συμφωνίας για μείωση του μισθώματος στο ποσό των 800 ευρώ.
Η εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα αρνήθηκε την αγωγή, στην οποία κατά τα προαναφερόμενα η ενάγουσα - εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη περιέγραφε αναλυτικά, καθ' υποφορά και χωρίς βέβαια να την υιοθετεί, την άποψη της μισθώτριας περί λήξης της σύμβασης μίσθωσης κατόπιν της από 19.7.2011 καταγγελίας αυτής από τη μισθώτρια κατ' άρθρο 43 του Π.Δ. 35/1995 και περί νεότερης συμφωνίας για μείωση των οφειλομένων μισθωμάτων, η οποία άποψη είχε καταστεί περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της αγωγής.
Επίσης, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας περί μη σύμπραξης αυτής στην υπογραφή της νέας μισθωτικής σύμβασης, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία δέχτηκε ότι η από 8-6-2007 σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 19-10-2011, με την ανωτέρω καταγγελία της μισθώτριας, την οποία έκρινε έγκυρη και ότι η σύμβαση μίσθωσης ανανεώθηκε με την εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου από την εναγομένη μισθώτρια, χωρίς όμως να καταρτιστεί η νέα συμφωνία, όπως ισχυριζόταν η εναγομένη - μισθώτρια.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη - μισθώτρια, με βάση την αρχική σύμβαση μίσθωσης, να καταβάλει το συνολικό ποσό των 54.974,70 ευρώ, ως οφειλόμενα μισθώματα του διαστήματος Ιούνιος 2010 έως Δεκέμβριο 2011 προς 2.500 ευρώ καθένα. Στη συνέχεια, η ηττηθείσα εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 13-11-2014 (αρ.
κατ. 154/2014) έφεση, με την οποία επανέφερε την άποψή της περί λήξης της σύμβασης μίσθωσης στις 19-10-2011 και περί κατάρτισης νέας συμφωνίας για τη μείωση του οφειλόμενου μηνιαίου μισθώματος σε 800 ευρώ.
Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επίσης δέχθηκε ότι η από 8-6-2007 σύμβαση μίσθωσης έληξε με την έγκυρη καταγγελία της μισθώτριας στις 19-10-2011 και ότι δεν έγινε ανανέωση - αναμίσθωση αυτής με την εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου από την εναγομένη - εκκαλούσα μισθώτρια, αλλά συνέχιση της χρήσης αυτού και ότι συνεπώς, η εναγομένη μισθώτρια οφείλει αποζημίωση χρήσης, κατ' άρθρο 601 ΑΚ. Κατόπιν τούτου το Εφετείο, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης, για να αποδοθεί ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός στην αξίωση της εκμισθώτριας περί αποζημίωσης χρήσης, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη - μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα - εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη, το συνολικό ποσό των 48.978.02 ευρώ για τα οφειλόμενα μισθώματα προς 2.500 ευρώ καθένα και για αποζημίωση χρήσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 574, 595 και 596 του ΑΚ προκύπτει ότι ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε από την παράδοση σ` αυτόν της χρήσεως του πράγματος, εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσεως αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί. 'Ετσι, για την θεμελίωση της αγωγής με την οποία ο εκμισθωτής ζητεί την καταβολή του μισθώματος (άρθρ. 574 και 595 ΑΚ), αλλά και την απόδοση του μισθίου λόγω καταγγελίας γενομένης για καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος (άρθρ. 574, 595 και 597 ΑΚ), πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο (και να αποδεικνύονται), η γενομένη εκ μέρους του μισθωτή χρήση του μισθίου και η υπερημερία του μισθωτή περί την καταβολή του μισθώματος, εκτός των άλλων περιστατικών, όπως η σύμβαση μισθώσεως πράγματος και ειδικότερα ο τόπος και ο χρόνος συνάψεως αυτής, οι συμβαλλόμενοι, το μίσθιο, το μίσθωμα και ο χρόνος καταβολής αυτού, καθώς και ο χρόνος διάρκειας της μισθώσεως (ΑΠ 2035/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ ορίζεται ότι "...ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία...". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι γεννιέται ιδιότυπη, αντικειμενική ευθύνη του μισθωτή για την περίπτωση που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης και ότι η αποζημίωση αυτή ισούται από το νόμο με το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ' αποκοπή (ΑΠ 1221/2001, ΑΠ 212/2000).
Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρ. 599, 601, 297, 298 ΑΚ, ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ.
Η ως άνω αποζημίωση χρήσης δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος (ΑΠ 565/1996). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1486/2014).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "...αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 549/2017, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/2014).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 649 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 αρ. 1 περ. β' και γ' και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1 στοιχ. δ', 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν το Ν. 4335/2015 και αυτές επίσης σε συνδυασμό με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρ. 649 παρ. 1 εδ.
β' σε συνδ. με άρθρ. 115 αρ. 2 ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυαν), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., όπως επίσης ίσχυε, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού.
Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 362/ 2017, ΑΠ 1043/2010, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 84/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και ορθά δέχτηκε ότι στις 19-10-2011 λύθηκε η σύμβαση μίσθωσης με την από 19-7-2011 καταγγελία της (αναιρεσείουσας - μισθώτριας), απορρίπτοντας τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας, την οποία (ακυρότητα) αρνήθηκε αυτή, υιοθετώντας (το Εφετείο) την δική της άποψη, εντούτοις εντελώς αντιφατικά και χωρίς σαφή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας) περί κατάρτισης νεότερης συμφωνίας, μετά τη λύση της αρχικής μίσθωσης (στις 19-10-2011), για την μείωση των οφειλομένων μισθωμάτων στο ποσό των 800 ευρώ, διότι δήθεν το άρθρο 12 της αρχικής από 8-6-2007 σύμβασης μίσθωσης απαιτούσε τον έγγραφο τύπο για την τυχόν τροποποίηση των όρων της μίσθωσης και έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση επικαλούμενο εσφαλμένα όρο της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, που είχε ήδη λήξει και πλέον δεν ήταν δεσμευτικός για τους συμβαλλόμενους διαδίκους.
Ας σημειωθεί ότι αν και η αναιρεσείουσα δεν μνημονεύει αριθμητικά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 σε συνδ. με άρθρ. 574, 595 και 601 του ΑΚ, που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου με αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία κατά τα ανωτέρω, εντούτοις από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου και συνεπώς, ο 1ος αναιρετικός λόγος κρίνεται αρκούντως ορισμένος και είναι παραδεκτός (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 147/2018).
Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί κατάρτισης νέας συμφωνίας για τη μείωση του μισθώματος σε 800 ευρώ μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, στις 19-10-2011, επικαλούμενο τον όρο 12 της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, αν και η εκμισθώτρια ουδόλως τον είχε επικαλεστεί, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης.
Με το επίσης συναφές Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μη δεχθεί ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων η νεότερη κατά τα προαναφερόμενα συμφωνία για τη μείωση του μισθώματος, δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας) περί νέας συμφωνίας για μείωση των οφειλομένων μισθωμάτων στο ποσό των 800 ευρώ μηνιαία για το χρονικό διάστημα από 8-6-2010 έως 24-12-2011.
Εξάλλου, με τον επίσης συναφή 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας) περί κατάρτισης νέας συμφωνίας μετά τη λήξη της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, για την μείωση των οφειλομένων μισθωμάτων, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, την από 24-11-2011 εξώδικη δήλωση, την από 19-12-2011 εξώδικη διαμαρτυρία και την κατάθεση του μάρτυρα αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Τέλος, με τον επίσης συναφή προς τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί μείωσης του μηνιαίου μισθώματος με νεότερη συμφωνία, παρά το νόμο δέχτηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ας σημειωθεί, ότι όλοι οι ανωτέρω ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι προβάλλονται παραδεκτά κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναίρεσης, ως ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτών (ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1465/2018), εφόσον στηρίζονται στον ισχυρισμό περί έλλειψης νεότερης συμφωνίας για τη μείωση του μισθώματος, που αποτελούσε περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της αγωγής και τον οποίο η αναιρεσίβλητη ενάγουσα - εκμισθώτρια, εκθέτει αναλυτικά στην αγωγή της, την οποία είχε αρνηθεί αιτιολογημένα η αναιρεσείουσα μισθώτρια, ως εναγομένη. Εξάλλου, τον ανωτέρω ισχυρισμό η αναιρεσείουσα μισθώτρια τον επανέφερε παραδεκτά και ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλούσα, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, εφόσον η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009), όπως άλλωστε ορθά δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση στη σελίδα 5β αυτής. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια περί απαράδεκτης πρότασης το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, του ανωτέρω ισχυρισμού, περί νεότερης συμφωνίας για τη μείωση του μισθώματος και συνακόλουθα, περί απαραδέκτου των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε και κρίθηκε, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση που επιτρεπτά επισκοπείται για την ουσιαστική έρευνα των ανωτέρω αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του από 8-6-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο καταρτίστηκε ανάμεσα στην ενάγουσα εταιρία, όπως εκπροσωπείται νόμιμα ως εκμισθώτρια και στην εναγομένη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως μισθώτρια, η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγομένη ένα ακίνητο, που βρίσκεται στο ... και το οποίο συνορεύει ανατολικά με ποτάμι, δυτικά με την ΕΟ Καλαμάτας-Αθηνών, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.
Κ. και νότια με κτήρια ψυγείων και άλλων χρήσεων. Το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό για τη λειτουργία πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων, πλυντηρίων και συναφών εργασιών με των σε αυτό συστατικών και παραρτημάτων, των εγκαταστάσεων, μαζί με τα κινητά πράγματα που στο εν λόγω συμφωνητικό μίσθωσης αναλυτικά αναφέρονται.
Η χρονική διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εξαετής αρχομένη την 1-7-2007 και λήγουσα την 1-7-2013. Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.500 €, το οποίο προσαυξάνεται κάθε έτος, μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της μίσθωσης, με ποσοστό 5%. Η έναρξη της πληρωμής του μισθώματος αρχίζει από την παράδοση του μισθίου στην μισθώτρια, που ορίζεται στις 1-7-2007, οπότε υποχρεούται η εκμισθώτρια να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση, διαφορετικά ο οφειλέτης θα εθεωρείτο υπερήμερος οφειλέτης, με τις όποιες συνέπειες ήθελαν προκύψει.
Επί πλέον η μισθώτρια βαρύνεται με ολόκληρο το τέλος χαρτοσήμου, το οποίο μαζί με το μίσθωμα θα έπρεπε να καταβληθεί μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα, στον εκμισθωτή. Μετά δε την πάροδο διετίας από την έναρξη της μίσθωσης, το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε, ως ακολούθως: α) από τον Ιούλιο του έτους 2009 δηλαδή μετά την πάροδο διετίας από τη μίσθωση, αναπροσαρμόστηκε το μίσθωμα από 2.500 € σε 2.625,00 € μηνιαίως (2.500 + 5%) = 2.625 €, μαζί με τα νόμιμα τέλη χαρτοσήμου (3,6%), από 94,50 € και ανήλθε στο συνολικό ποσό των 2.625 + 94,5 = 2.719,50 € μηνιαίως, β) ακολούθους από τον Ιούλιο του έτους 2010 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2011 το μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε από 2.625 € σε 2.756,25 € μηνιαίως, ήτοι μίσθωμα 2.625,00 (προσαύξηση 5%) = 131,25 (2.625 + 131,25 € = 2.756,25 €, πλέον των νομίμων τελών χαρτοσήμου (3,6%) από (99,23) € ανήλθε συνολικά μετά των τελών χαρτοσήμου σε 2.855,48 € μηνιαίως και γ) εν συνεχεία από τον Ιούλιο του 2011 και ύστερα το μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε από 2.756,25 σε 2894,01, πλέον τελών χαρτοσήμου (3,6 %), ήτοι μίσθωμα 2.756,25 € + (προσαύξηση χ 5%) = 137,81 =2894,01 €, πλέον των νομίμων τελών χαρτοσήμου (3,6%) 104,18 € και ανήλθε συνολικώς μετά των τελών χαρτοσήμου σε (2.894,01 + 104,18 €) = 2.998,19 €.
Από την αρχή της μισθώσεως, η εναγομένη παρέλαβε το μίσθιο, το οποίο βρήκε κατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση και άρχισε έκτοτε ελευθέρως να το χρησιμοποιεί για τον σκοπό για τον οποίο το μίσθωσε. Πλην όμως, ενώ η μισθωτική σχέση εξελίχθηκε ομαλά και χωρίς κανένα πρόβλημα, η εναγομένη από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2010, άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων.
Στη συνέχεια δε επέδωσε στην ενάγουσα στις 19-7-2011 έγγραφη καταγγελία, με την οποία δήλωσε ότι στις 19-10-2011 θα αποχωρήσει από το μίσθιο και ότι θα καταβάλει αποζημίωση ενός μηνός, ζητώντας ταυτοχρόνως να της επιστρέψει η ενάγουσα, κατά την αποχώρησή της, το ποσό της εγγύησης που είχε καταβάλει κατά τη μίσθωση.
Μετά όμως την πάροδο της άνω ημερομηνίας, δηλαδή στις 19-10-2011 η εναγομένη δεν απέδωσε το μίσθιο, αλλά συνέχισε να το χρησιμοποιεί, όπως το χρησιμοποιούσε μέχρι τότε, χωρίς αντιρρήσεις ως προς αυτό από την πλευρά της ενάγουσας, χωρίς ωστόσο να καταβάλει το μίσθωμα. Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε μέχρι τις 24-12-2011, οπότε εμφανίστηκε στην ενάγουσα, εξουσιοδοτημένο από την εναγομένη πρόσωπο, το οποίο έχοντας μια δακτυλογραφημένη απόδειξη της εναγομένης με τίτλο "παράδοση υλικών πρατηρίου Α.", παρέδωσε εκ μέρους της εναγομένης διάφορα κινητά πράγματα, που είχαν αναγραφεί στην απόδειξη αυτή και είχαν παραδοθεί στην ενάγουσα, βάσει του από 8-6-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, με το να παραδώσει τα κλειδιά του "μισθίου χώρου", όπως ανέγραφε ρητά η απόδειξη, τα οποία παρέλαβε η ενάγουσα δια του εκπροσώπου της.
Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω η γενομένη καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης είναι ισχυρή, παράγουσα τα έννομα αποτελέσματά της, έστω και αν η εναγομένη δεν κατέβαλε την προβλεπομένη αποζημίωση του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3583/2010, με συνέπεια τη λύση της επίδικης μίσθωσης στις 19-10-2011.
Ακολούθως από 19-10:2011 και μέχρι τις 24-12-2011, οπότε η εναγομένη παρέδωσε το μίσθιο, αυτή συνέχισε να το χρησιμοποιεί. Στην προκειμένη περίπτωση δε δεν υπάρχει σιωπηρή αναμίσθωση, αλλά χρήση του μισθίου, μετά την καταγγελία, οφείλοντας για το χρονικό αυτό διάστημα αποζημίωση χρήσης, σύμφωνα με το άρθρο 601 ΑΚ.
Επομένως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της, ως προς το σημείο αυτό και θα πρέπει χωρίς να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση να αντικατασταθεί η αιτιολογία, ως προς αυτό και να αποδοθεί ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός...". Με τις ανωτέρω παραδοχές του επομένως το Εφετείο απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό της εκμισθώτριας περί ακυρότητας της καταγγελίας δεχόμενη τον αντίθετο ισχυρισμό της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας για τη λήξη της από 8.6.2007 σύμβασης μίσθωσης με έγκυρη καταγγελία.
Οι παραδοχές αυτές δεν πλήττονται με αναιρετικό λόγο, αφού δεν ασκήθηκε αναίρεση από την ενάγουσα, αλλά αναφέρονται διηγηματικά για τις ανάγκες έρευνας του 1ου αναιρετικού λόγου περί έλλειψης νόμιμης βάσης με αντιφατική αιτιολογία. Εξάλλου, το Εφετείο, για το ενδιαφέρον την παρούσα δίκη μέρος της υπόθεσης, αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μείωσης των οφειλομένων μισθωμάτων σε 800 ευρώ μηνιαία για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2010 έως Δεκέμβριο 2011 με νεότερη συμφωνία των διαδίκων, δέχθηκε επίσης ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι τα διάδικα μέρη κατέληξαν σε κάποια συμφωνία, με βάση την οποία διαφοροποίησαν τους όρους της παλαιάς σύμβασης, ώστε τα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τις 19-10-2011 να ανέρχονται στο ποσό των 800 € μηνιαίως, ώστε και η οφειλομένη αποζημίωση χρήσης μετά την γενομένη εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της μίσθωσης να υπολογιστεί με βάση το μίσθωμα των 800 €.
Πιο συγκεκριμένα η εναγομένη επικαλείται νεότερη συμφωνία, ανάμεσα σε αυτήν και στην ενάγουσα, η οποία όμως δεν αποδεικνύεται εγγράφως. Όμως το άρθρο 12 της από 8-6-2007 σύμβασης μίσθωσης προέβλεπε ρητά ότι οποιαδήποτε μεταβολή ή τροποποίηση των όρων της συμφωνίας αυτής, θα έπρεπε να γίνει, πάντοτε θα αποδεικνυόταν μόνο έγγραφα, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου και αυτού ακόμη του όρκου.
Η εναγομένη βέβαια προσκόμισε ένα συμφωνητικό το οποίο φέρεται να έχει καταρτιστεί μεταξύ τους στις 19-11-2011, το οποίο όμως είναι ανυπόγραφο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι εφόσον δεν είχε καταστεί δυνατή η υπογραφή νέου συμφωνητικού, ανάμεσα στους διαδίκους λόγω της δυσμενούς οικονομικής θέσης της εναγομένης, θα μπορούσε αυτή να ζητήσει από το δικαστήριο να αναπροσαρμόσει το μίσθωμα στο ποσό των 800 ευρώ, το οποίο θα μπορούσε να καταβάλει με βάση τις αρχές των άρθρων 388 και 288 ΑΚ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο με το να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης περί νεότερης συμφωνίας, με άλλο μίσθωμα και όρους, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο, τον οποίο πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με τον άνω λόγο της έφεσής της και ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει προς την ενάγουσα τα εξής μισθώματα: α) το μίσθωμα του μηνός Ιουνίου του έτους 2010 ποσού 2.719,50 €, β) τα μισθώματα από το μήνα Ιούλιο του 2010 μέχρι τον μήνα Ιούνιο του 2011, ήτοι μισθώματα 12 μηνών χ 2.855,48 μηνιαίο μίσθωμα και συνολικά το ποσό των 34.265,78 € και γ) τα μισθώματα για τους μήνες από Ιούλιο του έτους 2011 μέχρι και την 24 Δεκεμβρίου 2011, ήτοι μισθώματα 6 μηνών χ 2.998,19 € = 17.989,14 €.
Συνολικώς δε η εναγομένη οφείλει για τα μισθώματα των προαναφερομένων μηνών ποσό 54.974,40 € (2.719,50 + 34.265,76 + 17.989,14 €). Κατόπιν αυτών πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 54.974,40 €, από το οποίο ποσό 48.978.02 €, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της δήλης ημέρας που είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται, δηλαδή από την 6η ημέρα κάθε μηνός μέχρις εξόφλησης και για το ποσό των 5.996,38 €, το οποίο αποτελεί αποζημίωση χρήσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξόφλησης...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη κατάρτισης νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων λόγω μη τήρησης έγγραφου τύπου για την απόδειξη της οποίας δέχεται το Εφετείο ότι επικαλέστηκε η εναγόμενη ως καταρτισθέν μεταξύ τους από 19-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο όμως ήταν ανυπόγραφο, διέλαβε αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και μείωσης των οφειλομένων μισθωμάτων από 8-6-2010 έως 24-12-2011 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 361 σε συνδ.
με άρθρ. 574, 595 και 601 του ΑΚ, τους οποίους εφάρμοσε και τους οποίους παραβίασε εκ πλαγίου. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, ενώ δέχτηκε ότι η από 8-6-2007 σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 19-10-2011, μετά την πάροδο τριών μηνών από την από 19-7-2011 καταγγελία της μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, κατ' άρθρο 43 του ΠΔ 35/1995, την οποία έκρινε ως έγκυρη, απορρίπτοντας τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας και δεχόμενη τον αντίθετο ισχυρισμό της εναγομένης περί εγκυρότητας αυτής, εντελώς αντιφατικά και αλληλοαναιρώντας τις προηγούμενες παραδοχές του, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση νέας μεταγενέστερης συμφωνίας, καθόσον σύμφωνα με τον όρο 12 της από 8-6-2007 σύμβασης μίσθωσης απαιτείτο η τήρηση έγγραφου τύπου για τυχόν τροποποίηση ή μεταβολή των όρων αυτής (αρχικής σύμβασης μίσθωσης), αν και αυτή όμως πλέον δεν δέσμευε τους διαδίκους μετά τη λήξη της, σύμφωνα με τις παραδοχές του .Με την αντιφατική αυτή αιτιολογία το Εφετείο απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της μισθώτριας για την κατάρτιση νέας συμφωνίας και μείωσης των οφειλομένων μισθωμάτων, λόγω μη τήρησης δηλαδή του έγγραφου τύπου για την κατάρτιση της εν λόγω συμφωνίας με τον όρο 12 της από 8.6.2007 σύμβασης μίσθωσης, που άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, μπορούσε να καταρτιστεί και άτυπα, εφόσον οι αστικές μισθώσεις, όπως και οι εμπορικές, δεν υπόκεινται κατ' αρχήν σε υποχρεωτικό τύπο και είναι άτυπες, διότι ο νόμος στη διάταξη του άρθρου 158 ΑΚ δεν απαιτεί τον έγγραφο τύπο, εκτός από τις νόμιμες εξαιρέσεις, όπως επί μισθώσεων του Δημοσίου κ.λπ. (ΑΠ 182/2009, ΑΠ 735/2008, πρβλ.
ΑΠ 776/2018). Επομένως, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για την έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, για την οποία αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον 1ο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 1ου αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 2ου λόγου αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' και β' ΚΠολΔ, που αφορούν στο ίδιο ζήτημα.
Για τους ίδιους λόγους παρέλκει και η έρευνα του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ο οποίος, άλλωστε είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, σύμφωνα με ρητή μνεία (βλ. σελ. 3α της προσβαλλόμενης) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα για τα οποία παραπονείται η αναιρεσείουσα, τα οποία, αν και δεν κατονομάζονται ρητά, (άλλωστε το Εφετείο δεν έχει τέτοια υποχρέωση), προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με όλα τα λοιπά νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.
Επίσης, για τους ίδιους λόγους παρέλκει και η έρευνα του 5ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ,που σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη, αλλά από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που συνεκτίμησε και αξιολόγησε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ Ολ. 17/1995, ΑΠ 1151/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 831/2013).
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης με την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ με ελλιπείς αιτιολογίες και ειδικότερα, ότι το Εφετείο χωρίς να λάβει υπόψη του τις από τον Ιούνιο 2010 διαπραγματεύσεις των διαδίκων για τη μείωση των οφειλομένων μισθωμάτων και την κατάρτιση νεότερης συμφωνίας, δέχθηκε ότι δεν αρνήθηκε (αναιρεσείουσα) καταχρηστικά να συμπράξει στην υπογραφή της νέας μισθωτικής σύμβασης και ότι, συνακόλουθα, νομίμως αξίωνε τα οφειλόμενα μισθώματα με βάση το συμφωνημένο ποσό των 2.500 ευρώ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τον ερευνώμενο ως άνω 4ο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την ερμηνεία της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε καταχρηστική συμπεριφορά από πλευράς της ενάγουσας κατά την ενάσκηση των δικαιωμάτων της και ειδικότερα στο ότι δεν συνέπραξε στην υπογραφή νέας μισθωτικής σύμβασης υπό τους όρους της ενάγουσας.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο σιωπηρά απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και αβάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί...". Οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ανεξαρτήτως του ότι τα επικαλούμενα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, στηρίζουν το διατακτικό της, με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία αναφορικά με την ανυπαρξία καταχρηστικής συμπεριφοράς της εκμισθώτριας, εφόσον από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η άρνηση της ενάγουσας - εκμισθώτριας να συμπράξει στην υπογραφή νέας μισθωτικής σύμβασης, όπως είχε δικαίωμα δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Επομένως, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ και συνακόλουθα ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η υπόθεση κατά και να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 21/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών).
Παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ