Supreme Court dismisses appeal on dissolution of partnership and forgery claims under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final decision regarding the dissolution and liquidation of a partnership. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence concerning the validity of signatures and the procedural handling of the case. The court rejected these arguments, stating that the First Instance Court properly evaluated the evidence within its discretion and that the appeal lacked substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739, 741, 769 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment rendered in the special procedure of voluntary jurisdiction must be examined regarding admissibility and merits, and that the lower court's free evaluation of evidence regarding signature authenticity and liquidation proceedings is not subject to re-examination on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 780 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 780/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσουκαλά.
Της αναιρεσίβλητης: Λ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γέργο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/ΕΜ/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 893/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13-6-2016 (αρ.κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 893/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739, 741 σε συνδ. 786 παρ. 1 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 769 ΚΠολΔ, σε συνδ. 577 παρ. 1 και 3 του ιδίου Κώδικα).
Από τις διατάξεις των άρθρων 741, 766, 767, 777 - 783 ΑΚ, 18 και 20 ΕμπΝ (οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, όσον αφορά τις υπό εκκαθάριση ομόρρυθμες εταιρείες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 Ν. 4072/2012) συνάγεται, ότι η λύση προσωπικής εμπορικής εταιρείας, όπως είναι και η ομόρρυθμη εταιρεία, αορίστου, αλλά και ορισμένου χρόνου, επέρχεται με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου, ανεξάρτητα συνδρομής ή μη σπουδαίου λόγου, η οποία (καταγγελία) αποτελεί άτυπη μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη στους λοιπούς εταίρους, που δεν ανακαλείται και η οποία έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού διαμορφώνει νέα κατάσταση (ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 1776/2006, ΑΠ 76/2001).
Εξάλλου, από τη λύση της εταιρείας παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων (άρθρο 777 ΑΚ) και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (συμβατικών, νομίμων ή δικαστικών - άρθρο 778 ΑΚ), εφόσον, βέβαια, υπάρχει εκκαθαριστέα εταιρική περιουσία. Το στάδιο της εκκαθάρισης ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας (ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 693/2008, ΑΠ 96/2005).
Η δε εκκαθάριση έχει σκοπό την ενέργεια των πράξεων εκείνων, που είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευασθεί η διανομή του, μεταξύ των εταίρων, ειδικότερα δε ο σκοπός της εκκαθάρισης έγκειται στη ρευστοποίηση του ενεργητικού, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών και, στη συνέχεια, στην απόδοση των εισφορών και τη διανομή του, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται δε από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων (ΑΠ 989/2014).
Σε περίπτωση διαφωνίας, ο εκκαθαριστής, συμβατικός, νόμιμος ή δικαστικός, διορίζεται ή αντικαθίσταται από το Δικαστήριο (άρθρο 786 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), με αίτηση ενός από τους εταίρους και η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίους λόγους (ΑΠ 1417/2012, ΑΠ 206/2010). Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, συνιστά, μεταξύ άλλων, και η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των εκκαθαριστών ή μεταξύ αυτών και των συνεταίρων, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατη ή πολύ δυσχερής η πραγματοποίηση του έργου της εκκαθάρισης, καθώς και η άρνηση του ενός εκκαθαριστή να συμπράξει με τον άλλον ή τους άλλους στο έργο της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας.
Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται, επίσης και κάθε γεγονός, εκ του οποίου προκύπτει, ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρείας και των εταίρων ή εκ του οποίου προκύπτει, ότι η εξακολούθηση της διαχειριστικής εξουσίας του εκκαθαριστή αποβαίνει μη ανεκτή, κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα χρηστά ήθη, εκ μέρους των εταίρων.
Στην τελευταία περίπτωση ανήκει και η μεταξύ του εκκαθαριστή και κάποιου από τους συνεταίρους εχθρότητα, ακόμη και εκ λόγων ασχέτων προς την εκκαθάριση, καθώς και η δικαιολογημένη δυσπιστία ενός από τους εταίρους ως προς το πρόσωπο του εκκαθαριστή, η οποία μπορεί να ανάγεται σε πιθανολογούμενη μονομερή προστασία των συμφερόντων κάποιου ή κάποιων από τους συνεταίρους και, βέβαια, και η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των παραπάνω προσώπων ή των προσώπων, που ορίζονται από το καταστατικό ή το νόμο ως εκκαθαριστές (ΑΠ 1363/1998, ΑΠ 1096/ 1996).
Εξάλλου, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στο διορισμό εκκαθαριστή ή εκκαθαριστών χωρίς να δεσμεύεται από τα πρόσωπα, τα οποία προτείνουν ο αιτών ή οι παρεμβαίνοντες εταίροι, όπως, επίσης, δεν δεσμεύεται στον καθορισμό του αριθμού των εκκαθαριστών, εκτός αν ο αριθμός αυτός ορίζεται στο καταστατικό ή σε άλλη απόφασή τους, οπότε το Δικαστήριο δεσμεύεται, διότι η απόφασή του αναπληρώνει την ελλείπουσα ομοφωνία τους ως προς την επιλογή του προσώπου των εκκαθαριστών, ενώ ως προς τον αριθμό δεν υφίσταται διαφωνία.
Ως εκκαθαριστές μπορούν να διοριστούν ένας ή περισσότεροι από τους συνεταίρους ή, συνηθέστερα, από τρίτα προς την εταιρία πρόσωπα, που να έχουν ειδικότητα για την διεξαγωγή της εκκαθαρίσεως και να είναι αμέτοχα στις προστριβές και διενέξεις των συνεταίρων (ΑΠ 1363/1998 ό.π.). Εξάλλου, από τα άρθρα 73 και 778 παρ. 2 ΑΚ, που ορίζουν ότι, εάν οι εταίροι δεν συμφωνούν στη διενέργεια της εκκαθάρισης εν γένει ή δεν συμφωνούν στο τρόπο της εκκαθάρισης ή τον διορισμό εκκαθαριστή, διορίζεται εκκαθαριστής από το δικαστήριο, συνάγεται ότι η ύπαρξη τέτοιων διαφωνιών συνεπάγεται ουσιαστικώς την έλλειψη εκκαθαριστών δυναμένων να διεξάγουν κανονικώς το έργο της εκκαθάρισης.
Έτσι, η προϋπόθεση της διαφωνίας, η οποία προβλέπεται για το διορισμό εκκαθαριστή, ουσιαστικώς προσομοιάζει προς την προϋπόθεση, η οποία προβλέπεται για την αντικατάσταση εκκαθαριστή ή εκκαθαριστών και συνίσταται στην ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Το διορισμό του εκκαθαριστή νομιμοποιείται να ζητήσει κάθε εταίρος και η αίτησή του είναι παραδεκτή, εφόσον απευθύνεται εναντίον όλων των υπολοίπων εταίρων (ΑΠ 290/2017, ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 1096/1996).
Τέλος, όταν πρόκειται για την αίτηση διορισμού ή αντικατάστασης εκκαθαριστή εταιρίας, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται να δικάσει αυτήν, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για το διορισμό ή την αντικατάσταση αυτών, αλλά έχει την εξουσία να εξετάσει, κατ’ άρθρο 284 ΚΠολΔ και τις προϋποθέσεις της εκκαθάρισης, δηλαδή την ύπαρξη της εταιρικής σχέσης, τη λύση αυτής, τη σχετική συμφωνία για τη διενέργεια εκκαθάρισης, καθόσον η διαπίστωση των προϋποθέσεων αυτών αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της δίκης για το διορισμό ή την αντικατάσταση του εκκαθαριστή.
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον 1ο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτός υποστήριζε, ότι δεν ολοκληρώθηκε το στάδιο εκκαθάρισης της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "...
ΟΕ", παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 765, 767, 777, 781-783 και 778 του ΑΚ και κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι με το από 18-8-1998 συμφωνητικό λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας, που συντάχθηκε με μόνη την υπογραφή της αναιρεσίβλητης και στο οποίο αναγράφεται ισοσκελισμένο ενεργητικό και παθητικό, ύψους 4.000.000 δραχμών, όπως ίσχυε τότε το εθνικό μας νόμισμα, περατώθηκε, δήθεν, το στάδιο της εκκαθάρισης της ομόρρυθμης εταιρείας.
Επίσης, με τον συναφή 3ο επικουρικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον 1ο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτός υποστήριζε, ότι υπάρχει ακόμη εμπόρευμα της ομόρρυθμης εταιρείας, που δεν έχει εκποιηθεί, παραβίασε και εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, ενώ επίσης, χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του περί πλαστογράφησης από την αναιρεσίβλητη της υπογραφής του στο ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της εταιρείας και έτσι, με το να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν ολοκληρώθηκε η εκκαθάριση της ομόρρυθμης εταιρείας στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων άσκησε σε βάρος της αναιρεσίβλητης αδελφής του την από 20-2-2012 (αρ.κατ. ...2012) αίτηση, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι αμφότεροι είναι ομόρρυθμοι εταίροι της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΟΕ" κατά ποσοστό 40% και 60% εξ αδιαιρέτου καθένας, αντίστοιχα, και ότι η καθής η αίτηση εν αγνοία του συνέταξε το από 18-8-1998 συμφωνητικό λύσης της ΟΕ, στο οποίο κατ’ απομίμηση έθεσε την υπογραφή του και με το οποίο φέρεται ότι αυτός συμφώνησε στη λύση και εκκαθάριση της ΟΕ και στη μετατροπή της ως ατομική επιχείρηση της εναγομένης.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε τον διορισμό εκκαθαριστή από το Δικαστήριο, προκειμένου να προβεί στην εκκαθάριση της εταιρείας, επειδή η καθής η αίτηση αρνήθηκε τούτο. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 198/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 786 σε συνδ. 739 ΚΠολΔ), που απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 14-12-2012 (αρ. κατ. ...2012) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 893/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ’ ουσίαν. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, μετά από σύντομη νομική ανάλυση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που διέπουν την ένδικη διαφορά, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του περί των πραγμάτων, που αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο Α. Μ. του Δ., πατέρας των διαδίκων, από το έτος 1957, αρχικά από κοινού με τα αδέλφια του Σ. και Β. και εν συνεχεία από το έτος 1979 ατομικά, διατηρούσε κατάστημα λιανικής πώλησης ειδών αργυροχρυσοχοΐας στην πόλη της … του νομού Ημαθίας και παράλληλα ασχολείτο με το εμπόριο αυτών. Το έτος 1989, δυνάμει του από 23-5-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Βέροιας με αύξοντα αριθμό ..., συστήθηκε μεταξύ του πατέρα των διαδίκων και της καθ’ ης - θυγατέρας του, δεδομένου ότι ο αιτών υιός του από το έτος 1974 διέμενε στη Σουηδία αρχικά λόγω σπουδών και εν συνεχεία λόγω εργασίας, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΟΕ", που είχε έδρα επί της οδού ..., στην ... και αντικείμενο την εμπορία χρυσών και αργυρών κοσμημάτων και σκευών, ωρολογίων και συναφών ειδών, η διάρκεια δε αυτής ορίσθηκε αορίστου χρόνου. Το ποσοστό συμμετοχής των εταίρων στις κερδοζημίες της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, ανερχόταν τυπικά σε 60% για την καθ’ ης και σε 40% για τον πατέρα των διαδίκων, όμως την πρωτοβουλία κινήσεων για τα επιχειρηματικά δρώμενα και τη διαχείριση της εταιρίας είχε μόνο ο πατέρας των διαδίκων, ενώ η καθ’ ης, ηλικίας 21 ετών, ελάμβανε μόνο ένα μισθό από τη λειτουργία της επιχείρησης.
Ακολούθως, ενόψει της συνταξιοδότησης του πατέρα των διαδίκων, ο τελευταίος, δυνάμει του από 18-2-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού αποχώρησης και εισδοχής νέου εταίρου, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Βέροιας με αύξοντα αριθμ.../1993, χωρίς να ενημερώσει τον αιτούντα - υιό του, μεταβίβασε χαριστικά σ’ αυτόν το ποσοστό του στην ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία και έθεσε κατ’ απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο επιπλέον αναγράφηκε εικονικά, ότι για τη μεταβίβαση του ποσοστού καταβλήθηκε τίμημα, ύψους 1.600.00 δραχμών, όλα δε τα παραπάνω συνομολογούνται από τον αιτούντα.
Και μετά τη σύνταξη του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ο πατέρας των διαδίκων συνέχισε να εργάζεται στην επιχείρηση, να διαχειρίζεται τα οικονομικά θέματα αυτής και να έχει ενεργή συμμετοχή σ’ αυτή, ενώ αντίθετα ο αιτών και μετά την φαινόμενη είσοδό του στην εταιρία, ουδέποτε συμμετείχε ενεργά σ’ αυτή, δεδομένου ότι από το έτος 1974 μέχρι και σήμερα είναι μόνιμος κάτοικος ..., η παραμονή του δε στην Ελλάδα περιοριζόταν κατά την περίοδο των διακοπών του, χωρίς όμως ακόμα και κατά το χρονικό αυτό διάστημα να προσφέρει την εργασία του στην επιχείρηση, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά πρόταση της καθ’ ης μάρτυρας Κ.
Μ., πρώτος ξάδελφος των διαδίκων, ο οποίος επισκεπτόταν το κατάστημα κάθε Σάββατο, το επιβεβαίωσε δε και η μητέρα των διαδίκων στην υπ’ αριθμ. ...2007 ένορκη βεβαίωσή της, χωρίς να αναιρούνται οι πιο πάνω καταθέσεις από την αναφορά του κατά πρόταση του αιτούντος εξετασθέντος μάρτυρος, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος κατέθεσε ότι ο αιτών κατέβαινε στην Ελλάδα και "τρεις φορές το χρόνο" και έκανε πολλές προτάσεις για την αναβάθμιση της εταιρίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πατέρας των διαδίκων, παράλληλα με την πιο πάνω επιχείρηση, δραστηριοποιήθηκε και σε άλλους επαγγελματικούς τομείς, όπως στο εμπόριο ζάχαρης, στην παραγωγή και συσκευασία τουρσιών, στην εισαγωγή και εμπορία ανυψωτικών μηχανημάτων, η επιχειρηματική του όμως αυτή δραστηριότητα δεν ήταν επιτυχής, με αποτέλεσμα να συσσωρευθούν αρκετά χρέη περί το έτος 1996.
Λόγω όμως του γεγονότος ότι είχε ήδη δημιουργήσει μια αξιόλογη ακίνητη περιουσία και υπό την απειλή των κατασχέσεων σε βάρος της πιο πάνω περιουσίας του, ο πατέρας των διαδίκων αποφάσισε το έτος 1996 να διανείμει την κινητή και ακίνητη περιουσία του μεταξύ των τέκνων του. Ενόψει αυτής της απόφασής του και της δηλωθείσας από πλευράς του αιτούντος πρόθεσής του να μην επιστρέψει στην Ελλάδα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μητέρα των διαδίκων, "κάθισαν οι τρείς τους, ο σύζυγός μου κατά τα δυο μας παιδιά για να συμφωνήσουν τον τρόπο του χωρισμού της περιουσίας" και αφού πρώτα ο πατέρας προέβη σε αποτίμηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, στην οποία φυσικά εκτός από την ακίνητη περιουσία του περιλαμβανόταν και η επιχείρηση του χρυσοχοείου που είχε ο ίδιος δημιουργήσει κατά τα προεκτεθέντα, εν συνεχεία συμφώνησαν να λάβει ο αιτών το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας και η καθ’ ης ολόκληρη την επιχείρηση (ΟΕ) καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στην πόλη της ..., εμβαδού 163 τ.μ., καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του καταστήματος που είχε ανεγερθεί επί του πιο πάνω οικοπέδου.
Ειδικότερα, ο πατέρας των διαδίκων, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../22-11-1996 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Βέροιας Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον αιτούντα - υιό του, ένα κληροτεμάχιο στην κτηματική περιοχή Γιαννιτσών, εμβαδού 3.245 τ.μ., ένα οικόπεδο εμβαδού 1.062 τ.μ.
στο συνοικισμό ... της κτηματικής ..., το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου στην πόλη της Αλεξάνδρειας εμβαδού 262,50 τ.μ. μετά της επ’ αυτού ισόγειας οικοδομής, αποτελούμενης από 3 καταστήματα και μια αποθήκη, το 1/3 εξ αδιαιρέτου οικοδομής επί της οδού ... που αποτελείται από ισόγειο κατάστημα εμβαδού 40 τ.μ., διαμέρισμα πρώτου ορόφου εμβαδού 40 τ.μ.
και το 1/3 εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος εμβαδού 60 τ.μ. του πρώτου ορόφου, οικοδομής στην Αλεξάνδρεια. Τα πιο πάνω ακίνητα αποτελούσαν το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του πατέρα των διαδίκων, τα δε υπολειπόμενα ποσοστά των εξ αδιαιρέτου μεταβιβασθέντων ακινήτων, ανήκαν στα αδέλφια του. Περαιτέρω δε, επειδή κρίθηκε ότι η περιουσία που θα ελάμβανε η καθ’ ης, (στην οποία όπως προαναφέρθηκε περιλαμβανόταν η μεταβίβαση των ποσοστών της ένδικης ΟΕ), υπερείχε της αξίας της περιουσίας που ελάμβανε ο αιτών, συμφωνήθηκε ότι η καθ’ ης θα καταβάλει τμηματικά στον αιτούντα και προς εξίσωση των μερίδων τους το ποσό των 15.000.000 δραχμών, ποσό το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά, αρχής γενομένης από την ολοκλήρωση της μεταβίβασης της επιχείρησης στο όνομα της καθ’ ης.
Η πιο πάνω μεταβίβαση όμως προς την καθ’ ης, αφενός με λόγω του ότι για την προηγηθείσα γονική παροχή το ύψος του φόρου μεταβίβασης των ακινήτων ήταν υψηλό, αφετέρου δε επειδή και η μεταβίβαση της επιχείρησης στην καθ’ ης, αφού προηγηθεί η λύση της ΟΕ, απαιτούσε την καταβολή ενός σημαντικού χρηματικού ποσού για φόρο υπεραξίας και ΦΠΑ, καθυστέρησε αυτή για δυο περίπου έτη και τελικά τον Αύγουστο του 1998 συνετάγη το από 18-8-1998 συμφωνητικό λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας, δυνάμει του οποίου οι συμβαλλόμενοι - διάδικοι, αποφάσισαν από κοινού τη λύση της εταιρίας, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι καμία αξίωση δεν διατηρούν ο ένας έναντι του άλλου από τη λειτουργία της εταιρίας και ότι θεωρούν ότι η εταιρία εκκαθαρίσθηκε σύμφωνα με το συνημμένο ισολογισμό.
Το πιο πάνω συμφωνητικό υπέγραψε η καθ’ ης για λογαριασμό της και για λογαριασμό του αιτούντα, ο πατέρας των διαδίκων, όπως εξάλλου είχε πράξει για λογαριασμό του και κατά τη σύνταξη του από 18-2-1993 συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου εισήλθε ο αιτών ως νέος εταίρος, όπως προαναφέρθηκε, στην εταιρία. Ισχυρίσθηκε ο αιτών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμό που επαναφέρει με το σχετικό λόγο έφεσης, ότι η υπογραφή του στο πιο πάνω συμφωνητικό λύσης της ομόρρυθμης εταιρείας είναι πλαστή, τέθηκε δε από την καθ’ ης.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, όπως μετά λόγου γνώσεως και βεβαιότητα κατέθεσαν οι εξετασθέντες κατά πρόταση της καθ’ ης μάρτυρες, στενά συγγενικά πρόσωπα των διαδίκων, η πιο πάνω υπογραφή για λογαριασμό του αιτούντος τέθηκε από τον πατέρα του σε εκτέλεση των ήδη από διετίας συμφωνηθέντων αναφορικά με τη μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης στην καθ’ ης.
Χαρακτηριστική είναι επί του γεγονότος αυτού τόσο η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρος, ξαδέλφου των διαδίκων - λογιστή, ο οποίος είχε συντάξει το αρχικό εταιρικό της ΟΕ και ο οποίος κατέθεσε ότι στο εταιρικό τόσο στη σύσταση όσο και στη λύση της εταιρίας υπογράφει ο θείος για τον Α....
το 1999 ο Α. μου δήλωσε ότι ήταν καλύτερα που διαγράφηκε από την εταιρία διότι θα μπορούσε να επιδοτηθεί λόγω νέας δραστηριότητας που ήθελε να ξεκινήσει. Εξάλλου, η θεία των διαδίκων, Π. Μ. στην υπ’ αριθμ. .../2008 ένορκη βεβαίωση αναφέρει "η μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας στον Α. έγινε το 1996, ενώ η μεταβίβαση του υπόλοιπου ποσοστού από την επιχείρηση στη Λ.
έγινε δυο χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1998, λόγω οικονομικών δυσχερειών που ο Α. αντιμετώπισε. Την όλη διαδικασία της μεταβίβασης της επιχείρησης στη Λ. την έκανε ο Α. μόνος του, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη των παιδιών του", ο αδελφός δε του πατέρα των διαδίκων, Ε. Μ., κατέθεσε εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, ότι την υπογραφή για λογαριασμό του αιτούντος την έβαλε ο πατέρας του και ότι ο τελευταίος του δήλωσε, "διέλυσα την εταιρία, έδωσα το υπόλοιπο στο μαγαζί, έφυγε μια εκκρεμότητα".
Τέλος και κυρίως, η ίδια η μητέρα των διαδίκων, στην υπ’ αριθμ. .../2007 ένορκη βεβαίωσή της αναφέρει, "ο σύζυγός μου το έτος 1998 τακτοποίησε τα ζητήματα της περιουσίας του μεταβιβάζοντας όλο το μαγαζί στην Λ.". Εξάλλου ο αιτών αμφισβητώντας τη γνησιότητα της επίμαχης υπογραφής του, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης έγκληση με την οποία ισχυρίζετο μεταξύ των άλλων ότι η καθ’ ης έθεσε κατ’ απομίμηση την υπογραφή του στο πιο πάνω συμφωνητικό εν αγνοία του, χωρίς τη συναίνεση ή έγκρισή του.
Με βάση δε αυτά ζήτησε την ποινική της δίωξη για το αδίκημα, μεταξύ των άλλων, της πλαστογραφίας με χρήση. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βέροιας παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βέροιας απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ως άνω έγκληση με την από 21.4.2011 διάταξή του, κατά της οποίας ο αιτών προσέφυγε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών (άρθρ. 48 ΚΠΔ), ο οποίος με την από 20-6-2011 διάταξή του, απέρριψε την πιο πάνω προσφυγή κατ’ ουσίαν, δεχόμενος ότι είναι προφανές ότι ο πατέρας των διαδίκων έθεσε την υπογραφή του εγκαλούντος στο παραπάνω έγγραφο και όχι η καθ’ ης.
Τέλος, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αίρεται από όσα αναφέρει ο δικαστικός γραφολόγος Π. Τ., στην από Νοέμβριο 2011 γνωμοδότησή του, που συνετάγη με επιμέλεια του αιτούντος, ότι δηλαδή "οι δυο υπογραφές τέθηκαν από τη Λ. Μ." και τούτο διότι αν συγκριθούν οι υπογραφές των συμβαλλομένων στο ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ο αιτών έγινε μέλος της εταιρίας, υπογραφή η οποία τέθηκε όπως συνομολογεί ο αιτών από τον πατέρα του για λογαριασμό του και της υπογραφής του αιτούντος στο συμφωνητικό λύσης, θα καταλήξουμε αναντίρρητα στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές αυτές έχουν τεθεί από τον πατέρα των διαδίκων.
Περαιτέρω ο αιτών ισχυρίζεται ότι, η εικονικότητα του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού λύσεως της ομόρρυθμης εταιρίας και η έλλειψη συμφωνίας του για εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας προκύπτει από το γεγονός ότι τα μεγέθη του ενεργητικού και παθητικού έχουν αποδοθεί στον ισολογισμό με στρογγυλό αριθμητικό ποσό (4.000.000 δραχμές ενεργητικό - 4.000.000 δραχμές παθητικό), ενώ από τη φορολογική δήλωση την οποία υπέβαλε η καθ’ ης για το οικονομικό έτος 1998, μετά από απογραφή που πραγματοποίησε, προκύπτει ότι η εταιρία διέθετε εμπορεύματα ύψους 68.024.498 δραχμών.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και τούτο διότι είθισται στις συναλλαγές κατά τη σύνταξη των διαλυτικών συμφωνητικών εταιριών να τίθενται μικρά ποσά ως ενεργητικό και παθητικό της υπό λύση εταιρίας και όχι τα αληθή και τούτο προφανώς προς αποφυγή φορολόγησης, γεγονός άλλωστε που κατέθεσε και ο κατά πρόταση της καθ’ ης εξετασθείς μάρτυς -λογιστής, ο οποίος κατέθεσε "το κόστος της διάλυσης της εταιρίας ήταν αξιόλογο...
αυτά είναι τυπικά νούμερα που βάζουμε εμείς οι λογιστές και οι νομικοί στα διαλυτικά των εταιριών". Τέλος ο αιτών ισχυρίζεται ότι δεν είχε καμία συμμετοχή τόσο ο ίδιος στην υπογραφή του συμφωνητικού λύσης της εταιρίας όσο και ο πατέρας του για λογαριασμό του, τις αποφάσεις του οποίου σεβόταν και δε θα τις προσέβαλε, αν εκπορεύονταν από αυτόν και συνακόλουθα οι φερόμενες σ’ αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) συμφωνίες των εταίρων περί της εκκαθάρισης της εταιρίας, δεν τον δεσμεύουν.
Ο κατά πρότασή του όμως εξετασθείς μάρτυρας κατέθεσε ότι η καθ’ ης ενημέρωσε τον αιτούντα για τη λύση της εταιρίας και ότι ο πατέρας του είχε υπογράψει αντ’ αυτού και ότι ο ίδιος σεβάστηκε την επιθυμία και την πρωτοβουλία του πατέρα του. Άλλωστε όπως προέκυψε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, απόδειξης και ανταπόδειξης, ο πατέρας των διαδίκων και μετά τη λύση της εταιρίας και μέχρι τουλάχιστον το 2000 που αρρώστησε, είχε καθημερινή φυσική παρουσία στο κατάστημα, εμβαδού 40 τ.μ., που πλέον λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση της καθ’ ης, είχε δε ενεργό συμμετοχή στις πωλήσεις και στις αγορές του καταστήματος και συνεπώς ήταν αδύνατον αν δεν ήταν δική του πρωτοβουλία η λύση της εταιρίας, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, να μην έχει αντιληφθεί επί μια τουλάχιστον διετία, ότι η επιχείρηση λειτουργούσε πλέον ατομικά στο όνομα της κόρης του και όχι της εταιρίας.
Περαιτέρω, η κρίση του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης κοινής συμφωνίας των διαδίκων και του πατρός τους για τη μεταβίβαση της επιχείρησης στην καθ’ ης ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο αιτών αποδέχτηκε την τμηματική καταβολή εκ μέρους της καθ’ ης ποσών έναντι του οφειλομένου κατά τα συμφωνηθέντα συνολικού ποσού των 15.000.000 δραχμών (βλ.
προσκομιζόμενες αποδείξεις σε τραπεζικό λογαριασμό). Βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων και δεδομένου ότι στο πιο πάνω συμφωνητικό λύσης της εταιρίας αναφέρεται, όπως προεκτέθηκε, ότι οι νυν διάδικοι θεωρούν εκκαθαρισμένη την ομόρρυθμη εταιρία και δεν διατηρούν καμία αξίωση ο ένας έναντι του άλλου και επομένως η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία έχει λυθεί και εκκαθαριστεί, δεν συντρέχει περίπτωση διορισμού εκκαθαριστή...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 765, 767, 777, 781-783 και 778 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περάτωσης του σταδίου της εκκαθάρισης, στο οποίο περιήλθε η ομόρρυθμη εταιρεία αυτοδικαίως μετά τη λύση της, με κοινή συμφωνία των διαδίκων, που αποτελούσε προδικαστικό κατ’ άρθρο 284 ΚΠολΔ ζήτημα της δίκης για το διορισμό εκκαθαριστή και ορθά επίσης το Εφετείο υπήγαγε στις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχεται ότι αποδείχθηκαν, τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με σαφή και πλήρη αιτιολογία, χωρίς λογικά κενά δέχεται τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του: 1) ότι η ομόρρυθμη εταιρεία συστήθηκε αρχικά μεταξύ του πατέρα των διαδίκων και της αναιρεσίβλητης θυγατέρας του, με ποσοστό συμμετοχής 40% και 60% εξ αδιαιρέτου καθένας και ότι στις 18-2-1993 ο πατέρας μεταβίβασε με χαριστική αιτία το ποσοστό του στον ήδη αναιρεσείοντα γιο του, θέτοντας ο ίδιος κατ’ απομίμηση την υπογραφή του αναιρεσείοντα στο ιδιωτικό συμφωνητικό που συνετάγη για το λόγο αυτό, 2) ότι ο πατέρας των διαδίκων μετά την κατά τα άνω έξοδό του από την εταιρεία, συνέχιζε εν τοις πράγμασι να ασκεί τη διαχείριση αυτής, στην οποία συμμετείχε ενεργά, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, του οποίου η συμμετοχή ήταν τυπική, διότι κατοικεί από το έτος 1974 μόνιμα στην Σουηδία, αρχικά ως σπουδαστής και αργότερα ως εργαζόμενος, δηλαδή πλέον των 40 ετών και ότι στην Ελλάδα επέστρεφε για την περίοδο των διακοπών, 3) ότι επειδή ο πατέρας είχε δραστηριοποιηθεί και σε άλλους εμπορικούς τομείς, από τους οποίους δημιούργησε χρέη και προς αποφυγή κατασχέσεων της σημαντικής ακίνητης περιουσίας του, αποφάσισε το έτος 1996 να διανείμει την περιουσία του στα δύο τέκνα του, ενόψει της δήλωσης του αναιρεσείοντα, ότι δεν προτίθεται να επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα, 4) ότι ο πατέρας των διαδίκων μετά από αποτίμηση της ακίνητης και κινητής περιουσίας του, από κοινού με τα δύο τέκνα του, συμφώνησαν το έτος 1996 να λάβει ο αναιρεσείων το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας (διαμερίσματα και καταστήματα) και η αναιρεσίβλητη ολόκληρη την επιχείρηση της ΟΕ (στην οποία άλλωστε συνεχώς εργαζόταν), πλέον του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου μετά του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επ’ αυτού καταστήματος, που κείται στην ..., 5) ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω κοινής συμφωνίας ο πατέρας των διαδίκων κατάρτισε το υπ’ αρ. .../22-11-1996 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Βέροιας, Γ.
Μ., με το οποίο μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στον αναιρεσείοντα τα ακίνητα, που περιγράφονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση και επί πλέον για την εξίσωση των μερίδων συμφωνήθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη θα κατέβαλε στον αναιρεσείοντα αδελφό της τμηματικά το ποσό των 15.000.000 δραχμών, 6) ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω κοινής συμφωνίας για τη διανομή της περιουσίας συνετάγη το από 18-8-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι διάδικοι αποφάσισαν από κοινού τη λύση της ΟΕ δηλώνοντας ότι δεν διατηρούν εκατέρωθεν έναντι του άλλου αξιώσεις και ότι θεωρούν ότι η ΟΕ εκκαθαρίστηκε, σύμφωνα με τον ισοσκελισμένο τυπικά ισολογισμό ποσού 4.000.000 δραχμών για ενεργητικό και παθητικό, και 7) ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό για τη λύση και εκκαθάριση της ΟΕ υπογράφτηκε από την αναιρεσίβλητη (ατομικά γι’ αυτήν) και από τον πατέρα των διαδίκων για λογαριασμό του αναιρεσείοντα σε εκτέλεση των μεταξύ τους συμφωνημένων.
Περαιτέρω, το Εφετείο με πλήρεις αιτιολογίες και με λογική ακολουθία απαντώντας στις αιτιάσεις του εκκαλούντα - αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα για την πλαστογράφηση της υπογραφής του από την αναιρεσίβλητη - αδελφή του, εν αγνοία του, δέχεται επίσης τα εξής: 1) ότι η υπογραφή για λογαριασμό του τέθηκε από τον πατέρα τους και ότι αυτός από το έτος 1998, που συντάχθηκε το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό έως το έτος 2000 που ασθένησε σοβαρά είχε καθημερινή παρουσία στο κατάστημα, που πλέον λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση της θυγατέρας του και ότι, εάν το ιδιωτικό συμφωνητικό είχε καταρτισθεί εν αγνοία του πατέρα από την αναιρεσίβλητη, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, είναι βέβαιο ότι αυτός (πατέρας) θα το αντιλαμβανόταν, 2) ότι ο αναιρεσείων σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας των διαδίκων και του πατέρα τους εισέπραξε τμηματικά το ποσό των 15.000.000 δραχμών, που κατατέθηκε σε τραπεζικό του λογαριασμό, σύμφωνα με τις αναλυτικές καταθέσεις, που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι είχε ενημερωθεί για τη σύνταξη του συμφωνητικού λύσης σε εκτέλεση της προφορικής συμφωνίας του έτους 1996, 3) ότι η μήνυση που άσκησε ο αναιρεσείων εναντίον της αναιρεσίβλητης αδελφής του, μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν με διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας, κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή, που επίσης απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν με την από 20-6-2011 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και τέλος, 4) το Εφετείο αντικρούει με ειδική αιτιολογία τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντα, Π.
Τ., με την παραδοχή, ότι δεν αίρει την κρίση του περί του ότι η υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού έχει τεθεί από τον πατέρα των διαδίκων και με σαφή και πλήρη αιτιολογία, κατόπιν όλων αυτών, το Εφετείο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι με κοινή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων με τον πατέρα τους συμφωνήθηκε η λύση της ομόρρυθμης εταιρείας και η μεταβίβαση της επιχείρησης στην αναιρεσίβλητη και ότι επειδή η ΟΕ λύθηκε και εκκαθαρίστηκε, κατά τα συμφωνημένα, δεν συντρέχει πλέον περίπτωση διορισμού εκκαθαριστή.
Επομένως, με τις ανωτέρω πλήρεις και χωρίς λογικά κενά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, στις οποίες το Εφετείο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που κατά τα ανωτέρω δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκκαθάρισης της ΟΕ, με κοινή συμφωνία μετά τη λύση της ΟΕ, ενόψει του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων των άρθρων 777 επ.
του ΑΚ, που διαλαμβάνουν περί του τρόπου εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας και επιτρέπουν αντίθετη συμφωνία, είτε στην εταιρική σύμβαση, είτε μεταγενέστερα μεταξύ των εταίρων και ακόμη και μετά τη λύση της εταιρείας (ΑΠ 288/2014, ΑΠ 412/1990), όπως δηλαδή συνέβη στην ένδικη υπόθεση. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον 1ο αναιρετικό λόγο και τον 3ο επικουρικό, κατά το Α’ σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, περί της μη ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης (καθόσον ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί τη λύση της ΟΕ κατά το έτος 1998, την οποία αποδέχεται) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα στο Α’ σκέλος του 3ου αναιρετικού λόγου, περί ελλιπούς αιτιολογίας, με τις οποίες υποστηρίζει, ότι η εκκαθάριση δεν περατώθηκε, διότι η αναιρεσίβλητη στη φορολογική δήλωση του έτους 1998, δήλωσε ότι η εταιρεία διέθετε εμπορεύματα αξίας 68.024.498 δραχμών και όχι 4.000.000 δραχμών, όπως γράφτηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, διότι με σαφή αιτιολογία το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο ισοσκελισμός ενεργητικού - παθητικού στο ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης και εκκαθάρισης τέθηκε τυπικά για φορολογικούς λόγους. Άλλως, οι ανωτέρω αιτιάσεις προβάλλονται και αλυσιτελώς, διότι έννομη σημασία έχει η κοινή συμφωνία των διαδίκων, με την οποία ομόφωνα αποφάσισαν (άρθρ. 778 παρ. 1 ΑΚ), ότι η ΟΕ λύθηκε και εκκαθαρίστηκε και δεν διατηρούν εκατέρωθεν αξιώσεις.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή τη βάση αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 20/2015, ΑΠ 109/2011, ΑΠ 708/2008). Εξάλλου, οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, μόνον όταν είναι υποχρεωτικές για το Δικαστήριο ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).
Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται, όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του Δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 86/2015, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 632/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με το Β’ σκέλος του 3ου επικουρικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, όπως ορθά εκτιμάται, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά του, περί διενέργειας δικαστικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, το οποίο αυτός είχε υποβάλει στο Δικαστήριο ουσίας, αλλά απορρίφθηκε σιγή.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από την από 14-12-2012 (αρ. κατ. ...2012) έφεση του αναιρεσείοντα και από τις από 4-4-2012 κατ’ έφεση προτάσεις αυτού, στις οποίες έχουν επισυναφθεί και οι πρωτόδικες από 9-4-2012 προτάσεις του, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε υπέβαλε παραδεκτά αίτημα γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης με αφορμή την ένδικη αίτηση διορισμού εκκαθαριστή.
Αντίθετα, τέτοιο αίτημα είχε υποβάλει με τις από 22-4-2008 προτάσεις του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας, οι οποίες επίσης επισκοπούνται παραδεκτά κατ’ άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει της εκδίκασης της από 25-10-2006 (αρ. κατ. ... 2006) αγωγής περί αποζημίωσης από αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης αδελφής του, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ’ αρ. 129/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη, χωρίς να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν το ανωτέρω αίτημα γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν άφησε αδίκαστο αίτημα, εφόσον τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε ενώπιον τόσον του πρωτοβάθμιου, όσον και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με αφορμή την παρούσα ένδικη υπόθεση διορισμού εκκαθαριστή. Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της μη υποβολής αιτήματος πραγματογνωμοσύνης, η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου.
Συνακόλουθα, στην ένδικη υπόθεση, που δεν έχει υποβληθεί παραδεκτά τέτοιο αίτημα, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν ήταν υποχρεωτική για το Δικαστήριο ουσίας, το οποίο μη διατάσσοντας γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ και συνεπώς, ο 3ος επικουρικός κατά το Β’ σκέλος του αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση το αίτημα, με το οποίο ο αναιρεσείων ζητεί να διαταχθεί δικαστική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από το Δικαστήριο τούτο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον τούτο δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο ουσίας, ενώ συγχρόνως δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις της παρ. 2 με στοιχείο α’ , β’ και γ’ της ως άνω διάταξης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ), που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, που είχε προτείνει παραδεκτά με τον 1ο λόγο της έφεσής του, σύμφωνα με τον οποίο η εκκαθάριση της ΟΕ δεν έχει περατωθεί, διότι υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία - εμπορεύματα, των οποίων έγινε μόνον η απογραφή, αλλά δεν έχουν ακόμη ρευστοποιηθεί και ο οποίος ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης και πήγαζε από την υπ’ αρ. 129/2008 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και την υπ’ αρ. 204/2011 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά στους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα - αιτούντα, ο οποίος στήριζε την ιστορική βάση της αίτησής του για τον διορισμό εκκαθαριστή και συνιστούσε "πράγμα" (ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 2064/ 2014, ΑΠ 1407/2012), αλλά κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 909/2014), κρίνοντας ότι ολοκληρώθηκε η εκκαθάριση με ομόφωνη απόφαση των διαδίκων και του εν τοις πράγμασι διαχειριστή της ΟΕ, πατέρα τους, ενώ επίσης περιέλαβε ειδική αιτιολογία για τον τυπικό ισοσκελισμό του ισολογισμού της εταιρείας.
Συγχρόνως, το Εφετείο αξιολόγησε ειδικά: Α) την υπ’ αριθμ. 129/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε επί της από 25-10-2006 (αρ. κατ. ...2006) αγωγής του αναιρεσείοντα περί αποζημίωσης από αδικοπραξία, που συνεκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο (βλ. σελ. 10 της προσβαλλόμενης απόφασης με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα της δίκης) και Β) την εισαγγελική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με αφορμή την από 4-4-2012 μήνυση του αναιρεσείοντα εναντίον της αναιρεσίβλητης αδελφής του για το αδίκημα (μεταξύ άλλων) και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ).
Σημειώνεται, ότι οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί δεσμευτικότητας της αμετάκλητης ως άνω υπ’ αριθμ. 129/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, εάν εκτιμηθεί ότι στηρίζονται στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ (παραβίαση δεδικασμένου), είναι επίσης απαράδεκτες, διότι, πλέον των όσων έχουν εκτεθεί, η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση εκδόθηκε επί της από 25-10-2006 (αρ.
κατ. ...2006) αγωγής του αναιρεσείοντα, με την οποία αυτός ζητούσε διαφυγόντα εισοδήματα ως αποζημίωση λόγω άκαιρης καταγγελίας της ΟΕ (αίτημα που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμο), καθώς επίσης αναλογία επί των καθαρών κερδών του ποσοστού συμμετοχής του, 40%, στην ΟΕ και την απόδοση της εισφοράς του. Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, διότι η αγωγή στρεφόταν κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, αδελφής του ως εταίρου και όχι κατά του νομικού προσώπου της ΟΕ, που διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα στο στάδιο της εκκαθάρισης.
Συνεπώς, η υπόθεση αυτή είχε άλλη ιστορική και νομική αιτία και δεν δημιουργεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη για τον διορισμό εκκαθαριστή.
Συνεπώς, ο 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/2014, ΑΠ 43/2012).
Με τον τελευταίο 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και ειδικότερα, ότι κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα, ότι η υπογραφή του στο ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της ΟΕ τέθηκε δήθεν από τον πατέρα του και όχι από την αναιρεσίβλητη, χωρίς να παρατίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία για την ανωτέρω κρίση του, που ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης, ούτε άλλωστε τούτο προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα η κρίση αυτή προσκρούει στην γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού του συμβούλου, Π.
Τ., σύμφωνα με την οποία η υπογραφή του αναιρεσείοντα τέθηκε από την αναιρεσίβλητη αδελφή του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, όπως είναι η παρούσα ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστημα (άρθρο 759 αρ. 3 ΚΠολΔ) και το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, η συζήτηση ολοκληρώνεται κατά κανόνα σε μια συνεδρίαση στο ακροατήριο, όπου εξετάζονται μάρτυρες και προσκομίζονται τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 226/2014).
Άλλως, ο παραπάνω 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν κατέληξε στο πόρισμά του χωρίς απόδειξη, αλλά από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης στη σελ. 10 αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την δικανική του κρίση, δηλαδή, καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη, δικαστικά τεκμήρια, ένορκες βεβαιώσεις με αφορμή τη δίκη επί της προαναφερόμενης αγωγής του αναιρεσείοντα για αποζημίωση από αδικοπραξία και την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού του συμβούλου, η οποία δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο κατ’ άρθρ. 339 - 340 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ. 8 και 12/2005, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 466/2013) και εκτιμάται ελεύθερα για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επί πλέον από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, αν και δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αξιολογεί τα ως άνω αποδεικτικά μέσα με παραπομπές στις μαρτυρικές καταθέσεις ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πλαστότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντα και αντικρούει ειδικά την πραγματογνωμοσύνη του ως άνω τεχνικού συμβούλου (βλ.
σελ. 17) με ξεχωριστή αιτιολογία, ότι δηλαδή εάν συγκριθούν το ιδιωτικό συμφωνητικό εισόδου του αναιρεσείοντα στην ΟΕ και το ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης - εκκαθάρισης, όπως κατ’ ακριβή λεκτική διατύπωση αναγράφει η προσβαλλόμενη απόφαση "...αναντίρρητα θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές έχουν τεθεί από τον πατέρα των διαδίκων...".
Επομένως, και ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αίτησης αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-6-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 893/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ