Legislator Case Law & Legislation
484/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible vague allegations of document distortion and perjury.

Case Number 484/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision, which had upheld a first-instance ruling rejecting the appellant's property claim. The appellant argued that the lower courts distorted technical expert reports and expert statements to prove perjury and malicious trespass. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal failed to quote the specific contents of the documents required to demonstrate a diagnostic error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of documents or perjury is inadmissible if it fails to quote the specific contents of the documents in question to demonstrate a diagnostic error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal diagnostic error document distortion perjury allegation technical expert report Code of Civil Procedure property dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 484 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλαϊτζίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Β. του Π. και 2) Ε. Β. του Π., αμφοτέρων κατοίκων .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παπασωτηρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από ...2011 και ...2024 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3727/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2023 αίτησή του .και τους από ...2024 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 315/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 3727/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από ...2011 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από ...2014 αντίθετη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από ...2024 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις ...2024 και επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες στις ...2024 (βλ. τις ... και .../...2024 αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Γ. Μ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις ...2024, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ. Πολ. Δ.) και συνεπώς πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.).

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια(ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ: "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, απαιτείται:

α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος(ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 68/2024).

Επίσης, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ την αλήθειας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων, που άλλος έχει υποστηρίξει.

Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγόμενου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις".

Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλαδή εφ' όσον υπάρχει προσβολή των χρηστών ηθών, που επιχειρείται από πρόθεση.

β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).

Όπως προαναφέρθηκε, για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως απλή δυσφήμηση, συκοφαντική δυσφήμηση, εξύβριση και ψευδή ανώμοτη κατάθεση (ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022), που προβλέποντο και τιμωρούντο από τις διατάξεις των άρθρων 362,363, 361 και 225 παρ.1 του προισχύσαντος ΠΚ, που εφαρμόζονται κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά και τις αντίστοιχες διατάξεις του νυν ισχύοντος ΠΚ, πλήν της δυσφήμησης, που καταργήθηκε από την 1-5-2024 με τα άρθρα 136 περ.

α'και 138 παρ.1 του Ν.5090/2024. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 225 παρ.1 του προισχύσαντος ΠΚ, όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, διαπράττει το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, κατά το άρθρο 361 ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει με πρόθεση την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, διαπράττει το έγκλημα της εξύβρισης, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός ,που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 ΠΚ).

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του(ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).

Ενώπιον "τρίτου" τελούνται οι ανωτέρω πράξεις ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ή η διάδοση για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου. Στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπιζόταν με αυτές οποιαδήποτε διάκριση κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (ΟλΑΠ -Ποιν. 3/2021, ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 485/2022), αφού σημειωθεί ότι κατά την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 363 ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 του ανωτέρω Ν. 5090/2024 και ισχύει από την 1η-5 -2024 κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του ιδίου νόμου, δηλαδή μετά την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ορίστηκε πλέον ότι για την τέλεση του ποινικού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, στην έννοια του τρίτου, ενώπιον του οποίου ο δράστης ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι, που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης.

Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν ,που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενική υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές(ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022).

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.

περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. γ'και δ' του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Με την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης, νόμιμο καθήκον δε είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει το δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Κατ' εξαίρεση όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν οι επίδικες κρίσεις και εκδηλώσεις συγκροτούν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής τους άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου(ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1897/2006).

Περαιτέρω, κατά την εξέταση του παρανόμου ή μη μίας συμπεριφοράς, το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμηση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του αρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμηση , ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή της άσκησης νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμηση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του. (ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 2488/2010).

Οι διατάξεις των άρθρων 361 και 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).

Η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος, λόγω άρσης του παράνομου της προσβολής, δηλαδή ένσταση, ενώ η προβολή της περιπτώσεως της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ ότι υπήρχε σκοπός εξύβρισης προτείνεται κατ' αντένσταση από τον προσβληθέντα ενάγοντα (ΑΠ 1355/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 109/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019 , ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με την από ...2009 και αριθμό κατάθεσης .../2009 αγωγή, που στρεφόταν κατά των εφεσίβλητων(ήδη αναιρεσιβλήτων), ο συνεταιρισμός με την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Σιδηροδρομικών Συν ΠΕ", ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος ενός ακινήτου εκτάσεως 1.096,80 τ.μ., δυνάμει παράγωγου και πρωτότυπου τρόπου κτήσεως.

Ισχυρίσθηκε στην αγωγή αυτή ότι οι εναγόμενες (εφεσίβλητες) αμφισβήτησαν την κυριότητά του, καθώς είχαν με δικές τους ενέργειες αναγνωρισθεί, με την με αριθμό 307/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαιούχοι της προσδιορισθείσας με την ίδια απόφαση αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης της επίδικης έκτασης από τον Δήμο Καματερού.

Το ακίνητο αυτό αποτελούσε μέρος της ιδιοκτησίας με αριθμό κτηματολογικού πίνακα "..." συνολικής επιφάνειας 3.407,90 τ.μ. που είχε απαλλοτριωθεί αναγκαστικά με την με αριθμό 8/1998 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής "Γειτονιά 5,6" του Δήμου Καματερού, η οποία κυρώθηκε με την 2913/196/25-2-2002 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Τομέα Δυτικής Αττικής της Νομαρχίας Αθηνών και διορθώθηκε με την με αριθμό 7544/449/2-7-2007 απόφαση της ίδιας ως άνω υπηρεσίας της Νομαρχίας Αθηνών, προκειμένου να ρυμοτομηθεί και να κατασκευασθεί η οδός ....

Να σημειωθεί ότι με την με αριθμό 900/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προσδιορίσθηκε οριστικά η τιμή μονάδος της αποζημίωσης και απερρίφθη ως απαράδεκτη η παρέμβαση του προαναφερόμενου συνεταιρισμού, με την οποία είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί αυτός δικαιούχος της αποζημίωσης για την επίδικη έκταση. Στο αγωγικό αυτό δικόγραφο, ο συνεταιρισμός στήριζε την κυριότητά του σε τεχνική έκθεση του εκκαλούντα(ήδη αναιρεσείοντος), αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, στον οποίο είχε αναθέσει την εκπόνηση σχετικής μελέτης, όταν πληροφορήθηκε ότι οι εφεσίβλητες θα λάμβαναν αποζημίωση λόγω της απαλλοτρίωσης, καθώς θεωρούνταν δικαιούχοι αυτής.

Ισχυρίσθηκε δε στο δικόγραφο αυτό ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το ακίνητο των εφεσίβλητων διότι το μήκος της ιδιοκτησίας τους ανέρχεται στα 350 μ. ενώ σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς, το μήκος ήταν 330 μ., διαφορά που δεν ήταν δυνατό να αιτιολογηθεί τεχνικά λόγω νεότερης καταμέτρησης, το εμβαδόν της ιδιοκτησίας εμφαινόταν κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης 3.407,90 τ.μ.

ενώ σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς, ήταν 3.300 τ.μ. διαφορά που δεν ήταν δυνατό να αιτιολογηθεί τεχνικά λόγω νεότερης καταμέτρησης, ότι στο συμβόλαιο αγοράς εμφανίζεται βορείως όμορος ιδιοκτήτης οι κληρονόμοι Μ. ή Μ. και όχι ο Συνεταιρισμός, που αγόρασε την ιδιοκτησία του 6 χρόνια νωρίτερα από ότι έπραξαν οι δικαιοπάροχοι των Σ.

και Ε. Β.. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι, αν και στο με αριθμό .../1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο των εναγομένων (εφεσίβλητων) αναφερόταν κτίσμα ως ανατολικό όριο του ακινήτου τους, ουδέποτε υπήρξε κτίσμα στο ανατολικό όριο της θέσης που χωροθετούν οι εφεσίβλητες την ιδιοκτησία τους και ότι το μοναδικό κτίσμα που εμφανίζεται το έτος 1960, βρίσκεται 150 μέτρα νοτίως της προβλεπόμενης οδού ...

και επομένως η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων έπρεπε να χωροθετηθεί 150 μέτρα νοτιότερα της επιδίκου ιδιοκτησίας, επί της οδού .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η από ...2009 αγωγή ανάμεσα στον "Παραθεριστικό Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Σιδηροδρομικών Συν ΠΕ" και τις εφεσίβλητες, εκδικάσθηκε αρχικά στις ...2010, εκδόθηκε η με αριθμό 3466/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής και ακολούθως εκδικάσθηκε στις ...2011, οπότε εκδόθηκε η με αριθμό 5267/2011 απόφαση περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 1480/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι ο ενάγων συνεταιρισμός δεν αποδεικνυόταν κύριος της επίδικης έκτασης, ενώ διαλάμβανε και σκέψεις κατά τις οποίες οι εφεσίβλητες αποδείκνυαν την κυριότητά τους στην επίδικη έκταση.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 251/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του ενάγοντος συνεταιρισμού δεν εφαρμόζεται στο επίδικο ακίνητο, ότι η ιδιοκτησία του βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο με αριθμό …, ενώ του επιδίκου σε διαφορετικό, στο με αριθμό … και ότι δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομείς στο επίδικο εδαφικό τμήμα από τον ενάγοντα συνεταιρισμό.

Επιπρόσθετα, έγινε δεκτό με βάση το σκεπτικό αυτής της απόφασης ότι, κατόπιν επαλήθευσης του επίδικου ακινήτου με βάση τους όμορους ιδιόκτητες που αναφέρονται στους τίτλους ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού, δυτικά δεν επαληθεύονται όμοροι ιδιοκτήτες αναφερόμενοι στους τίτλους του συνεταιρισμού και των δικαιοπαρόχων του, νότια του επιδίκου δεν επαληθεύονται όμοροι ιδιοκτήτες με τους αναφερόμενους στους τίτλους του συνεταιρισμού και των δικαιοπαρόχων του, οι όμοροι ανατολικά ιδιοκτήτες του ακινήτου του συνεταιρισμού δεν επαληθεύονται, ενώ βόρεια του ακινήτου του συνεταιρισμού δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθούν ιδιοκτησίες, που να συνορεύουν με το ακίνητό του.

Κατόπιν αυτών απερρίφθη η αγωγή του συνεταιρισμού γιατί δεν απέδειξε την κυριότητά του, ενώ όσες κρίσεις διέλαβε η πρωτοβάθμια απόφαση σχετικά με την κυριότητα των εναγομένων - εφεσίβλητων, κρίθηκαν πλεοναστικές. Αποδείχθηκε ακολούθως ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω δίκης μεταξύ του συνεταιρισμού και των εφεσιβλήτων, πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης, δημιουργήθηκε δικαστική διαμάχη ανάμεσα στον εκκαλούντα και τις εφεσίβλητες σχετικά με το περιεχόμενο των τεχνικών εκθέσεων του εκκαλούντα τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο συνεταιρισμός στις από ...2010 προτάσεις και στην προσθήκη - αντίκρουση του και σχετικά με το περιεχόμενο των από ...2010 προτάσεων που κατέθεσαν οι εφεσίβλητες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις αναφορές που διέλαβαν σε αυτές για την από ...2009 τεχνική έκθεση του εκκαλούντα.

Ειδικότερα, ο εκκαλών, αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός, ως τεχνικός σύμβουλος του συνεταιρισμού, ενάγοντος στην ανωτέρω αγωγή, συνέταξε την από ...2009 τεχνική του έκθεση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις ... 2010 με τις προτάσεις του συνεταιρισμού και γνωστοποιήθηκε στους Δικαστές και την γραμματεία, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε "....Οι Σ.

και Ε. Β. υπέβαλαν στον Δήμο Καματερού εσφαλμένα στοιχεία σχετικά με την θέση της ιδιοκτησίας τους (η οποία βρίσκεται 150 μ. νοτίως), με αποτέλεσμα να υφίσταται καταπάτηση εις βάρος της ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού σιδηροδρομικών εμβαδού 1096,80 τ.μ. Περαιτέρω δε οι τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου Καματερού δεν προέβησαν στους απαραίτητους τεχνικούς ελέγχους ώστε να διαπιστωθούν τα λάθη, με αποτέλεσμα η πράξη εφαρμογής να περιλαμβάνει σημαντικά σφάλματα.

Σε συνέχεια της ως άνω μεθόδευσης, με την υπ' αρ. .../2007 αίτησή τους κατά του Δήμου Καματερού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις σχετικές προτάσεις τους, οι Σ. και Ε. Β. ζήτησαν α) να αναγνωρισθούν δικαιούχοι για την απαλλοτρίωση (...). Με βάση όσα έχουν αναλυθεί, για το εμφαινόμενο στο συννημένο διάγραμμα φωτοερμηνείας υπ' αρ. 5 τμήμα 1-β-α-6-1 εμβαδού 1096, 80 τ.μ., θα πρέπει να αποζημιωθεί ο Συνεταιρισμός σιδηροδρομικών, καθώς αυτός είναι και ο νόμιμος ιδιοκτήτης του τμήματος αυτού.

Περαιτέρω δε ο συνεταιρισμός θα πρέπει να αποζημιωθεί και για το τμήμα β-2-5-α-β εμβαδού 514,20 τ.μ., το οποίο δεν έχει καταπατηθεί αλλά εμπίπτει στα όρια της απαλλοτρίωσης". Κατέληξε δε με αυτήν στο συμπέρασμα ότι από το έτος 1960 έως το έτος 1969 ουδέποτε υπήρξε κτίσμα στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων (ενν.

και) η μεγάλη διάσταση της ιδιοκτησίας τους είναι 350μ και όχι 330μ, όπως θα έπρεπε. Ακολούθως οι εφεσίβλητες στις από ...2010 προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σχολιάζοντας την ανωτέρω τεχνική έκθεση του εκκαλούντα, ανέφεραν στην σελ. 10 ότι "...(ενν. ο συνεταιρισμός) επικαλείται την από ...2009 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν.

Α., ο οποίος βεβαιώνει εν γνώσει του αναληθώς ότι η μόνη οικία που υπήρχε στο ανατολικό όριο το 1960 ήταν 150 μέτρα νοτιότερα" και στην σελίδα 13 των προτάσεων "τα περιστατικά αυτά ήταν γνωστά τόσο ...όσο και στον ως άνω μηχανικό Ν. Α., ο οποίος απέκρυψε αναληθώς, καίτοι τελούσε εν απολύτω γνώσει της αλήθειας, αφού, όπως ο ίδιος "βεβαιώνει" μελέτησε τις υφιστάμενες ως προς την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησίας μας αεροφωτογραφίες και κατέληξε στη συγγραφή μιας σκοπίμως αναληθούς τεχνικής εκθέσεως, στην οποία βεβαιώνει αναληθώς ότι ουδέποτε υπήρξε κτίσμα στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας όπως αυτό εμφαίνεται...".

Στην συνέχεια στην από ...2010 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο εκκαλών και την οποία κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ο συνεταιρισμός για να αντικρούσει την τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εφεσιβλήτων, που είχε κατατεθεί με τις από ...2010 προτάσεις τους, ο εκκαλών υποστήριξε εκ νέου ότι από τις αεροφωτογραφίες ουδόλως προκύπτει στο ανατολικό όριο παλαιό κτίσμα, αφού από τον τεχνικό σύμβουλο των εφεσίβλητων, Γ.

Γ. εντοπίστηκαν κατακόρυφα τμήματα λιθοδομής σε απόσταση 33 μέτρων και όχι σε επαφή με το ανατολικό όριο και επομένως έχει γίνει από αυτόν εσφαλμένη χωροθέτηση εφόσον το συμβόλαιο κάνει λόγο για παλαιό κτίσμα σε επαφή με το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων. Ότι στην θέση που χωροθετούν οι εφεσίβλητες το ακίνητό τους υφίσταται διαφορά 3,3% και 6% στο εμβαδό και στην διάσταση του μήκους της ιδιοκτησίας αντίστοιχα, η οποία δεν δικαιολογείται.

Στην έκθεση αυτή ανέφερε εκ νέου ότι οι εφεσίβλητες καταπάτησαν την ιδιοκτησία του συνεταιρισμού. Επίσης στο ίδιο ως άνω κείμενο της τεχνικής έκθεσης ανέφερε ότι στις από ...2010 προτάσεις που κατέθεσαν οι εφεσίβλητες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην δίκη με τον συνεταιρισμό, τον συκοφάντησαν διότι ισχυρίσθηκαν στην σελ. 10 και στην σελ. 13 των προτάσεων τους ότι η από ...2009 έκθεσή του ήταν αναληθής, όπως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω το ακριβές κείμενο ενώ οι διαπιστώσεις του σε αυτήν είναι ορθές και όσα ανέγραφε αληθή.

Ακολούθως, με αφορμή τα ανωτέρω αναγραφόμενα στις τεχνικές εκθέσεις του εκκαλούντα και τις από ...2010 προτάσεις των εφεσίβλητων, αυτοί (εκκαλών και οι εφεσίβλητες), πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης στην αγωγή ανάμεσα στον συνεταιρισμό και τις εφεσίβλητες, προχώρησαν στις κάτωθι δικαστικές ενέργειες:

Α) Ο εκκαλών κατέθεσε 1) την από ...2010 μήνυση σε βάρος των εφεσιβλήτων, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε στις ...2010 ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου, στον οποίο κατέθεσε και την προαναφερόμενη από ...2010 τεχνική έκθεση. Με την μήνυση αυτή ισχυρίσθηκε ότι οι εφεσίβλητες είχαν τελέσει σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ειδικότερα, κατήγγειλε ότι με τις από ...2010 προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν, όσα αναφέρονται ανωτέρω στην δέκατη και δέκατη τρίτη σελίδα των προτάσεων αυτών, προσβάλλοντας την τιμή και την υπόληψή του, διότι όσα ανέφερε στην τεχνική του έκθεση ήταν αληθή και όχι ψευδή, όπως ανέφεραν οι εφεσίβλητες στις προτάσεις τους.

Κατόπιν της κατάθεσης αυτής της μήνυσης, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των εφεσίβλητων για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, η οποία εκδικάσθηκε στις ...2014. Με την με αριθμό 96354/2014 απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι εφεσίβλητες κρίθηκαν ένοχες, για το αδίκημα της απλής δυσφήμισης, καθώς κρίθηκε ότι όσα αυτές ανέφεραν στις από ...2010 προτάσεις τους σχετικά με την ύπαρξη παλαιού κτηρίου στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας τους δεν ήταν αληθή αλλά ότι είχαν την πεποίθηση ότι ήταν.

Καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών έκαστη με αναστολή, άσκησαν έφεση πλην όμως η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 4411/2016. 2) Την από ...2011 (αρ. κατάθεσης .../2011), υπό κρίση αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με περιεχόμενο ταυτόσημο με το προαναφερόμενο στην από ...2010 μήνυση του, η οποία συνεκδικάσθηκε με αυτή των εφεσίβλητων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Β) Οι εφεσίβλητες κατέθεσαν την από ...2014 (αρ. καταθ. .../...2014), υπό κρίση αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την συνεκδικαζόμενη με αυτήν που άσκησε ο εκκαλών, στην οποία ισχυριστήκαν ότι με το περιεχόμενο των από ...2009 και ...2010 τεχνικών εκθέσεων, της από ...2010 μήνυσης και από ...2011 (συνεκδικαζόμενης) αγωγής του εκκαλούντα, έχει προσβάλει την τιμή και την υπόληψή τους καθώς τις κατηγορεί ότι τον έχουν συκοφαντήσει, ενώ αυτό δεν είναι αληθές, επιπρόσθετα διότι τις κατηγορεί ότι καταπάτησαν με μεθοδεύσεις την περιουσία του συνεταιρισμού, γεγονός που επίσης δεν είναι αληθές.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στις από ...2009 και ...2010 τεχνικές εκθέσεις του εκκαλούντα σχετικά με τα στοιχεία που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του ότι οι εφεσίβλητες δεν ήταν κυρίες της επίδικης έκτασης ήταν ψευδή, γεγονός που γνώριζε ο εκκαλών, όταν συνέτασσε αυτές. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντα, κατά τους οποίους, το επίδικο δεν ταυτίζεται με το ακίνητο των εφεσιβλήτων, διότι το μήκος της ιδιοκτησίας τους εμφαίνεται στα 350 μ.

ενώ σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς, το μήκος ήταν 330 μ., καθώς και το ότι το εμβαδόν της ιδιοκτησίας εμφαινόταν κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης ήταν 3.407,90 τ.μ. ενώ σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς, ήταν 3.300 τ.μ., διαφορές που δεν δύναται να αιτιολογηθούν τεχνικά λόγω νεότερης καταμέτρησης, είναι εσφαλμένοι.

Το γεγονός αυτό γνώριζε εξάλλου ο εκκαλών λόγω της ιδιότητάς του, καθώς οι διαφορές αυτές της τάξεως του 3,40% για το εμβαδό και 5,70% για το μήκος ανάμεσα στα αναγραφόμενα στα συμβόλαια και τα πραγματικά είναι συνηθισμένες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και εξηγούνται από τον ατελή τρόπο, με τον οποίο γινόταν οι μετρήσεις εκείνα τα χρόνια (με παλαιά όργανα και μεθόδους χωρίς μεγάλη ακρίβεια).

Περαιτέρω σχετικά με το ζήτημα εάν υφίσταται το αναγραφόμενο, στο συμβόλαιο του έτους 1965 που επικαλούνται οι εφεσίβλητες, "παλαιό κτίσμα" στο ανατολικό όριο του επιδίκου, ώστε να ταυτίζεται αυτό με την ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, αποδείχθηκε από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών ότι στο σημείο αυτό εμφανίζονται στις αεροφωτογραφίες από το 1953 έως και το 1970 ερείπια παλαιού μαντρότοιχου.

Στο συμπέρασμα αυτό κατατείνει όχι μόνο ο διορισθείς από τις εκκαλούσες τεχνικός σύμβουλος, Γ. Γ., αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, ο οποίος αναφέρει στην από ...2009 τεχνική του έκθεση ότι διακρίνονται κατακόρυφα τμήματα λιθοδομής, αλλά και ο διορισθείς με την με αριθμό 5267/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πραγματογνώμονας αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, Χ.

Σ., ο οποίος αναφέρει στην από … 2014, πραγματογνωμοσύνη του ότι πρόκειται για λιθόκτιστο τοίχο, τμήμα μεγάλου αρχαίου ορθογώνιου κτηρίου Ελληνιστικών χρόνων. Επιπλέον, ο ίδιος ο εκκαλών, αν και στις επίδικες τεχνικές εκθέσεις του ουδέν ανέφερε για την ύπαρξη αυτών των κατακόρυφων τμημάτων λιθοδομής, μεταγενέστερα από την σύνταξη αυτών των εκθέσεων, στην από ...2014 αίτησή του προς το Τεχνικό Επιμελητήριο, με την οποία ζητούσε να χορηγηθεί γνωμάτευση για το εάν υφίσταται παλαιό κτίσμα στο ανατολικό όριο της επίδικης ιδιοκτησίας, επισύναψε ερμηνεία αεροφωτογραφιών, στις οποίες αναφέρει ότι από το 1939 έως το 1970 στο επίδικο σημείο εμφανίζονται ερείπια παλαιού μανδρότοιχου.

Επιπλέον και στην από ...2014 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ά. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, αναφέρεται η ύπαρξη ερειπίων παλαιού μανδρότοιχου στις αεροφωτογραφίες. Επομένως ο ισχυρισμός του εκκαλούντα κατά τον οποίο, στο σημείο που χωροθετούν οι εφεσίβλητες την ιδιοκτησία τους, ουδέποτε υπήρξε το αναγραφόμενο στον τίτλο ιδιοκτησίας τους παλαιό κτίσμα, δεν είναι αληθής αφού αν και αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε "παλιό κτίσμα" με την κυριολεξία της έννοιας αυτού του όρου, πλην όμως στο σημείο αυτό απεικονίζονται από τις αεροφωτογραφίες, όπως προαναφέρθηκε, κατακόρυφα τμήματα λιθοδομής ή ερείπια παλαιού μανδρότοιχου ή λιθόκτιστος τοίχος τμήμα μεγάλου αρχαίου ορθογώνιου κτηρίου Ελληνιστικών χρόνων, που μπορούν να ερμηνευθούν ως το "παλιό κτίσμα" που αναφέρεται στο συμβόλαιο κτήσης των εφεσιβλήτων.

Ο εκκαλών, το γνώριζε έξαλλου αυτό λόγω της ιδιότητάς του διότι είχε εντοπίσει τα ερείπια παλαιού μανδρότοιχου στις αεροφωτογραφίες, όπως προκύπτει από την από ...2014 αίτησή του προς το Τεχνικό Επιμελητήριο και επομένως μπορούσε να αντιληφθεί ότι προσομοιάζουν με "παλαιό κτίσμα". Αντ' αυτού εξέφρασε με απόλυτη βεβαιότητα στις επίδικες τεχνικές εκθέσεις ότι ουδέποτε υπήρχε κτίσμα στο ανατολικό όριο των εφεσιβλήτων μόνο εκ του γεγονότος ότι "κατά κυριολεξία" δεν εμφανιζόταν τέτοιο στις αεροφωτογραφίες.

Απέφυγε δε να αναφέρει στην από ...2009 έκθεσή του την παρουσία αυτών των κατακόρυφων τμημάτων λιθοδομής και ενέμεινε στην από ...2010 τεχνική έκθεση του, που συντάχθηκε για να αντικρούσει την τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εφεσιβλήτων, Γ. Γ., στο ότι αυτά δεν υφίστανται στο ανατολικό όριο του επιδίκου ακινήτου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επικαλούμενο, στις επίδικες τεχνικές εκθέσεις, από τον εκκαλούντα κτήριο ανατολικά της οδού ..., 150 μ. από το επίδικο, που κατά τους ισχυρισμούς του ταυτίζεται με το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων κατασκευάσθηκε μετά το έτος 1962 και πρόκειται νέο κτήριο και όχι παλαιό.

Στο συμπέρασμα αυτό κατατείνει ο διορισθείς με την με αριθμό 5267/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πραγματογνώμονας αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, Χ. Σ., ο οποίος αναφέρει στην από … 2014, πραγματογνωμοσύνη του ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1959 και 1960 δεν αποτυπώνεται παλαιό κτίσμα, στην αεροφωτογραφία του έτους 1962 δεν διακρίνεται κάποιο κτίσμα στην επικαλούμενη θέση πλην ενός κτίσματος που βρίσκεται όμως σε απόσταση 30 περίπου μέτρων νοτιοδυτικά της επικαλούμενης θέσης υπό κατασκευή και μόλις στην αεροφωτογραφία του έτους 1969 διακρίνεται η ύπαρξη νέου κτίσματος.

Εξάλλου ούτε από τις ερμηνείες των αεροφωτογραφιών του εκκαλούντα και του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, Α. Τ. προκύπτει με σαφήνεια η ύπαρξη παλαιού κτιρίου στην οδό ... αφού αμφότεροι δεν το εντοπίζουν στις αεροφωτογραφίες των ετών 1939, 1953 και 1959, στην αεροφωτογραφία του 1960, ένα μόλις έτος μετά την προηγούμενη εντοπίζουν παλαιό κτίσμα, το 1962 εντοπίζουν στην ίδια περιοχή χαμηλά ερείπια, ενώ από το 1969 και έκτοτε εμφανίζεται το νέο κτίσμα.

Αποδεικνύεται επομένως ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντα κατά τον οποίο το κτήριο ανατολικά της οδού ... ταυτίζεται με το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων δεν είναι αληθής καθώς σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης των εφεσιβλήτων, ήτοι το συμβόλαιο του έτους 1965, στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας τους υφίσταται παλαιό κτήριο ενώ όπως προαναφέρθηκε στο σημείο αυτό (επί της οδού ...) δεν υφίσταται παλαιό κτήριο, αλλά το υπάρχον κτήριο κατασκευάσθηκε μετά το 1962.

Εξάλλου, η ιδιοκτησία των εφεσιβλήτων δεν θα μπορούσε να χωροθετηθεί στην οδό ... διότι στην θέση αυτή, σύμφωνα με την Π.Ε. 8/98 και τους συννημένους σε αυτήν πίνακες και διαγράμματα, εφαρμόζονται τίτλοι κυριότητας άλλων ιδιοκτησιών. Το γεγονός ότι δεν υφίστατο παλαιό κτήριο και ότι δεν δύνατο να χωροθετηθεί εξ αυτού του λόγου η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων στο σημείο αυτό, γνώριζε ο εκκαλών, παρά ταύτα επέμεινε να επιχειρεί μέσα από τις προαναφερόμενες τεχνικές του εκθέσεις να μεταφέρει την ιδιοκτησία των εφεσίβλητων 150 μ.

νοτιότερα. Προέβη δε σε αυτές τις εν γνώσεις του εσφαλμένες εκτιμήσεις στις επίδικες τεχνικές εκθέσεις προκειμένου να ευνοήσει τον συνεταιρισμό στην αντιδικία του με τις εφεσίβλητες. Ακολούθως, ο εκκαλών, για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του κατά τον οποίο στο σημείο που χωροθετούν οι εφεσίβλητες την ιδιοκτησία τους και την ταυτίζουν με το επίδικο, δεν υφίσταται παλαιό κτήριο στο ανατολικό όριο, προσκομίζει την, κατόπιν αιτήσεώς του, με αριθμό ...2014 γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής Ειδικότητας Αγρονόμων και Τοπογράφων μηχανικών, από την οποία αιτήθηκε να γνωματεύσει εάν εμφαίνεται διαχρονικά μεταξύ των ετών 1939 και 1970 παλαιό κτίριο στο ανατολικό όριο του επιδίκου και ανατολικά της οδού ..., προσκομίζοντας 11 τοπογραφικά διαγράμματα φωτοερμηνείας και τα συμπεράσματα της δικής του επιστημονικής άποψης.

Σύμφωνα με την γνωμοδότηση αυτή "δεν εμφαίνεται διαχρονικά μεταξύ των ετών 1939-1970 παλαιό κτήριο στην περιοχή με την σήμανση Α, ή στην περιοχή με την σήμανση Β, εκτός του κτιρίου εμβαδού 60 τ.μ. (αεροφωτογραφία 1960)", όπου ως περιοχή με την σήμανση Α εννοείται το επίδικο, ενώ περιοχή με τη σήμανση Β η περιοχή όπου ο εκκαλών τοποθετούσε το ακίνητο των εφεσίβλητων, στην οδό ....

Την γνωμοδότηση όμως αυτή αλυσιτελώς επικαλείται ο εκκαλών προς ενίσχυση των ισχυρισμών του αφού πράγματι, όπως προαναφέρθηκε κατά κυριολεξία δεν υφίσταται "παλιό κτίσμα" στο ανατολικό όριο του επιδίκου, ενώ σχετικά με το αναφερόμενο κτήριο 60 τ.μ. ανατολικά της οδού ..., αυτό εφόσον δεν ήταν διακρινόμενο στις προγενέστερες χρονικά του έτους 1960 αεροφωτογραφίες, δεν μπορεί να ταυτισθεί με το παλαιό κτίσμα που αναφέρεται στον τίτλο κτήσης των εφεσιβλήτων.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο, η προαναφερόμενη επιτροπή κλήθηκε μονομερώς από τον εκκαλούντα να απαντήσει σε ένα περιορισμένο ερώτημα, χωρίς όμως να προκύπτει ότι τέθηκε υπόψη της το σύνολο της αντιδικίας του συνεταιρισμού και των εφεσίβλητων, ούτε τέθηκε υπόψη της η ερμηνεία των αεροφωτογραφιών του τεχνικού συμβούλου των εφεσίβλητων, ο τίτλος ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων, ώστε να δύναται να διατυπώσει την άποψη της κατόπιν εμπεριστατωμένης μελέτης σχετικά με την συγκεκριμένη αντιδικία και την συγκεκριμένη αναγραφή στον τίτλο ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων, σχετικά με το παλαιό κτήριο στο ανατολικό όριο.

Επιπρόσθετα ο εκκαλών, για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του κατά τον οποίο στο σημείο που χωροθετούν οι εφεσίβλητες την ιδιοκτησία τους και την ταυτίζουν με το επίδικο, δεν υφίσταται παλαιό κτήριο στο ανατολικό όριο, προσκομίζει την με αριθμό πρωτ. ...2020 απάντηση της ίδιας ως άνω επιτροπής σε ερώτημα που της απηύθυνε σχετικά με το εάν ο όρος "παλαιό κτήριο" σε συμβολαιογραφική πράξη συντάξεως 1965 μπορεί να αναφέρεται στα ερείπια μεγάλου αρχαίου κτηρίου ελληνιστικών χρόνων.

Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, τα αρχαία ερείπια ύψους 0,5 μ. δεν μπορούν να αναφερθούν σε συμβολαιογραφική πράξη του έτους 1965 ως παλαιό κτίσμα. Προσκομίζει επίσης την από ...2020 απάντηση του Αρχαιολόγου ΕΦΑ Δυτικής Αττικής, Δ. Κ., σε παρόμοιο ερώτημα που του απηύθυνε ο εκκαλών, σύμφωνα με την οποία τα υφιστάμενα αρχαία ακίνητα θα πρέπει να περιγράφονται στις συμβολαιογραφικές πράξεις ως τέτοια και δεν δύναται να περιγράφονται ως "παλαιό κτήριο".

Τα έγγραφα αυτά αλυσιτελώς προσκομίζει ο εκκαλών καθώς σε αυτά γίνεται μόνο γενική αναφορά του πώς είναι ορθός τρόπος να αναφέρονται στα συμβόλαια τα ερείπια αρχαίων μνημείων, χωρίς να διαλαμβάνεται κάποια κρίση σχετικά με τον συγκεκριμένο τίτλο κτήσεως των εφεσιβλήτων και το εάν δύναται να ταυτισθεί με τα ερείπια του συγκεκριμένου αρχαίου κτηρίου το αναφερόμενο στον τίτλο αυτόν "παλαιό κτίσμα", αφού για να λάβει χώρα τέτοια κρίση θα έπρεπε να είχε ζητηθεί τουλάχιστον από την Επιστημονική Επιτροπή Ειδικότητα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών να προχωρήσει σε εφαρμογή των τίτλων των διαδίκων και να αποφανθεί σχετικά με το ποιοι τίτλοι εφαρμόζονται στο επίδικο.

Από τα ως άνω αποδεικνύεται ότι τα αναφερόμενα στις από ...2009 και ...2010 τεχνικές εκθέσεις του εκκαλούντα ήταν ψευδή, γεγονός που γνώριζε, καθώς είχε την εμπειρία και την τεχνική κατάρτιση να διαγνώσει με βάση τα στοιχεία που διέθετε και τους τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων δεν εφαρμόζονται επί της οδού ..., αλλά ούτε και ο τίτλος του συνεταιρισμού στο επίδικο καθώς και ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο των εφεσίβλητων "παλαιό κτίσμα" ως ανατολικό όριο ταυτίζεται με τα ερείπια λιθοδομής, που φαίνονται στις αεροφωτογραφίες ανατολικά του επιδίκου.

Εξάλλου, όπως δέχθηκε και η με αριθμό 251/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε τελεσίδικα την διαφορά ανάμεσα στον συνεταιρισμό και τις εφεσίβλητες σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, οι τίτλοι ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού δεν εφαρμόζονται στο επίδικο, η ιδιοκτησία του βρίσκεται σε διαφορετικό οικοδομικό τετράγωνο από το επίδικο και ο συνεταιρισμός δεν ήταν κύριος αυτού, γεγονός που είχε την εμπειρία να διαπιστώσει ο εκκαλών, χωρίς η κρίση αυτή περί της κυριότητας του συνεταιρισμού σχετικά με το επίδικο να επηρεάζεται από το εάν υπήρχε ή όχι παλαιό κτίσμα στο ανατολικό όριο του επιδίκου, όπως ανέγραφε ο τίτλος κτήσης των εφεσίβλητων.

Παρά ταύτα όχι μόνο παρέδωσε τις τεχνικές του εκθέσεις στον συνεταιρισμό για να τις επικαλεσθεί στην δίκη ανάμεσα στον τελευταίο και τις εφεσίβλητες αλλά επιπλέον περιέλαβε σε αυτές δυσφημιστικές εκφράσεις και διαπιστώσεις. Ειδικότερα, ανέφερε στην από ...2009 και στην από ...2010 τεχνικές εκθέσεις ότι οι εφεσίβλητες καταπάτησαν την περιουσία του συνεταιρισμού εν γνώσει τους και προχώρησαν σε μεθοδεύσεις για να εισπράξουν αποζημίωση, εκφράσεις που ενέχουν σαφή απαξίωση για το πρόσωπο τους αφού τις εμφανίζει ως άτομα ανήθικα που μετέρχονται παράνομων μεθόδων για να ωφεληθούν, εμφανιζόμενες ως κυρίες ακινήτου που δεν τους ανήκει, για να εισπράξουν παράνομα την αποζημίωση από την απαλλοτρίωσή του.

Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν οι εφεσίβλητες δεν είχαν καταπατήσει την περιουσία του συνεταιρισμού, αφού το επίδικο ακίνητο δεν του ανήκε κατά κυριότητα, αλλά αντίθετα αποτελούσε τμήμα δικής τους ιδιοκτησίας, γεγονός που ήταν γνωστό στον εκκαλούντα, ο οποίος προέβη σε αυτές τις αναφορές στις προαναφερόμενες τεχνικές του εκθέσεις για να ωφελήσει τον συνεταιρισμό.

Αυθαίρετα δε διαφοροποίησε την θέση του ακινήτου των εφεσιβλήτων, μετατοπίζοντας το 150 μ. νοτιότερα, εμφανίζοντας ανακριβή στοιχεία, ήτοι κτήριο στο σημείο αυτό, που όμως ήταν νεόδμητο και αποκρύπτοντας άλλα, τα υπάρχοντα από το έτος 1939, κατακόρυφα τμήματα λιθοδομής, καταλήγοντας σε αθεμελίωτα συμπεράσματα, προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό του περί καταπάτησης της ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού.

Τα γεγονότα αυτά ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εφεσίβλητων, έθεταν εν αμφιβάλω την τιμιότητα και την ηθική τους και προσέβαλαν βαρύτατα την προσωπικότητά τους, περιήλθαν δε σε γνώση τρίτων, ήτοι των γραμματέων, των δικηγόρων, τεχνικών συμβούλων, πραγματογνωμόνων και των δικαστών.

Επιπλέον, από τα προαναφερόμενα, αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο των από ...2010 προτάσεων που κατέθεσαν οι εφεσίβλητες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αντιδικίας τους με τον συνεταιρισμό ήταν αληθές, αφού πράγματι ο εκκαλών στην από ...2009 τεχνική του έκθεση αναληθώς βεβαίωσε, αν και το γνώριζε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων δεν ταυτίζεται με την επίδικη ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε υπήρξε κτίσμα στο ανατολικό όριο της και ότι το μόνο κτίσμα που υπήρχε το 1960 ήταν 150 μέτρα νοτιότερα, όπου και έπρεπε να χωροθετηθεί η ιδιοκτησία τους.

Συνακόλουθα, αναφέροντας οι εφεσίβλητες στις από ...2010 προτάσεις τους ότι η από ...2009 τεχνική έκθεση του εκκαλούντα ήταν αναληθής, δεν ισχυρίστηκαν κάτι ψευδές αλλά αληθές. Επομένως σχετικά με την αντιδικία που δημιουργήθηκε ανάμεσα στον εκκαλούντα και τις εφεσίβλητες λόγω του περιεχομένου των από ...2010 προτάσεων, εφόσον αυτό ήταν αληθές:

α) Με το να ισχυρισθεί ο εκκαλών στην από ...2010 τεχνική έκθεση, στην οποία μόνο συμπεράσματα περί της κυριότητας του επιδίκου όφειλε να αναφέρει, ότι οι εφεσίβλητες τέλεσαν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του, επειδή ανέφεραν στις από ...2010 προτάσεις τους ότι η από ...2009 τεχνική του έκθεση ήταν αναληθής, έβλαψε την τιμή και την υπόληψή τους αφού τις εμφάνιζε ενώπιον των γραμματέων, των δικηγόρων και των δικαστών ως υπαίτιες της ποινικώς κολάσιμης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, την οποία όμως δεν είχαν διαπράξει, γεγονός που γνώριζε, β) Με το να ισχυρισθεί ο εκκαλών στην από ... 2010 μήνυση που κατέθεσε σε βάρος των εφεσιβλήτων, ότι αυτές τον συκοφάντησαν, αναφέροντας ότι η από ...2009 τεχνική του έκθεση ήταν σκοπίμως αναληθής, έβλαψε την τιμή και την υπόληψή των εφεσίβλητων αφού αμφισβήτησε την αξιοπρέπεια τους ενώπιον εισαγγελέων, γραμματέων, δικαστών, δικηγόρων, μαρτύρων και λοιπών προσώπων και τις εμφάνισε ως υπαίτιες της ποινικώς κολάσιμης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, την οποία δεν είχαν διαπράξει, γεγονός που γνώριζε.

Να σημειωθεί ότι ειδικότερα σχετικά με την από ...2010 μήνυση, η κρίση του Δικαστηρίου δεν αίρεται από το γεγονός ότι οι εφεσίβλητες, όπως προαναφέρθηκε καταδικάσθηκαν με την με αριθμό 96354/2014 απόφαση του Ή Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμισης, καθόσον οι ποινικές αποφάσεις, κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, δεν δεσμεύουν με την κρίση τους, αθωωτική ή καταδικαστική, το πολιτικό δικαστήριο, αποτελούν μεν ισχυρό δικαστικό τεκμήριο πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο μπορεί να αφίσταται από την κρίση του ποινικού δικαστηρίου με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση, ενόψει μάλιστα και του ότι η απόφαση αυτή δεν τελεσιδίκησε.

γ) Ομοίως, με το να ισχυρισθεί ο εκκαλών στην από ...2011 αγωγή του σε βάρος των εφεσίβλητων, εκτιμώμενη στο στάδιο αυτό ως τμήμα της από ...2014 αγωγής τους, ότι οι εφεσίβλητες τον συκοφάντησαν αναφέροντας ότι η από ...2009 τεχνική του έκθεση ήταν σκοπίμως αναληθής, έβλαψε την τιμή και την υπόληψή των εφεσίβλητων αφού αμφισβήτησε την αξιοπρέπεια τους ενώπιον γραμματέων, δικαστών, δικηγόρων, μαρτύρων και λοιπών προσώπων και τις εμφάνισε ως υπαίτιες της ποινικώς κολάσιμης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης, ζητώντας μάλιστα αποζημίωση για την ηθική του βλάβη.

Να σημειωθεί ότι από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης και των προτάσεων του εκκαλούντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν προκύπτει ότι, ως εναγόμενος στην από ...2014 αγωγή των εφεσίβλητων εναντίον του, είχε προτείνει τις επιτρεπτώς και παραδεκτώς προβαλλόμενες και στο αστικό δίκαιο ενστάσεις του 367 ΠΚ, ώστε να εξετασθούν αυτές, δ) Τέλος, σχετικά με την από ...2011 αγωγή του εκκαλούντα σε βάρος των εφεσίβλητων, εφόσον αποδείχθηκε ότι όσα ανέφεραν οι εφεσίβλητες στις από ...2010 προτάσεις τους ήταν αληθή, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στην νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, δεν τίθεται ζήτημα προσβολής της τιμής και της υπόληψης του εκκαλούντα με την μορφή της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ούτε όμως και με την μορφή της δυσφήμισης, αφού αυτό θα προϋπέθετε ότι τα αναφερόμενα στις από ...2010 προτάσεις των εφεσίβλητων ήταν ψευδή, αλλά δεν το γνώριζαν καθώς πίστευαν ότι ήταν αληθή, γεγονός που, όπως προαναφέρθηκε δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Τέλος, δεν τίθεται ζήτημα έρευνας του εάν από τα αναφερόμενα στις από ...2010 προτάσεις των εφεσίβλητων προκύπτει σκοπός εξύβρισης του εκκαλούντα, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων του εκκαλούντα, των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης και του από ...2011 αγωγικού δικογράφου, δεν προκύπτει ότι είχε προταθεί ο ισχυρισμός αυτός ως αντένσταση ούτε όμως εμπεριέχεται καθ' υποφορά στο αγωγικό δικόγραφο".

Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, χωρίς να εξετάσει το ύψος της επιδικασθείσας πρωτοδίκως εύλογης χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της γενόμενης δεκτής ηθικής βλάβης, που υπέστησαν, γιατί δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης του αναιρεσείοντος, απέρριψε την έφεση αυτού και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει νομιμοτόκως σε κάθε αναιρεσίβλητη, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη, το ποσό των 5.000 ευρώ και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να παραλείπει κάθε μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, με απειλή χρηματικής ποινής 2.000 ευρώ, για κάθε παράβαση.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την γενόμενη εν μέρει δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330 εδ. α', 297, 298, 914, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 363-362 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο και ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα η εκ μέρους του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού α) σύνταξη των από ...2009 και ...2010 τεχνικών εκθέσεων, β) υποβολή της από ...2010 μήνυσης κατά των αναιρεσιβλήτων για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, την οποία επιβεβαίωσε στις ...2010 ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου και γ) άσκησης κατά των αναιρεσιβλήτων της ένδικης από ...2011 αγωγής, στα οποία έγγραφα ισχυρίστηκε για τις αναιρεσίβλητες τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην απόφαση δυσφημιστικά γεγονότα που ήταν ψευδή, εν γνώσει του ψεύδους και περιήλθαν σε γνώση τρίτων, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, συνιστώσα και το ποινικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος των αναιρεσιβήτων, και άρα αδικοπραξία, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στους αναιρεσιβλήτους προσβολή στο δικαίωμα της προσωπικότητάς τους, για την οποία δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, δεδομένου ότι η εν λόγω συμπεριφορά ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το ανωτέρω προσβλητικό της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης) στη συγκεκριμένη περίπτωση και συνεπώς θεμελιώνει την ένδικη από αδικοπραξία αξίωση των αναιρεσιβλήτων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης και την ένδικη από την προσβολή της πρσωπικότητάς τους αξίωση να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να παραλείπει κάθε τέτοια μελλοντική προσβολή, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση.

Επίσης, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ίδιες ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 366 παρ. 1 και 3, 367 και 361 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα η παραδοχή ότι η αναφορά των αναιρεσιβλήτων στις από ...2010 πρωτόδικες προτάσεις, που υπέβαλαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προς απόκρουση της εναντίον τους αγωγής του Συνεταιρισμού Σιδηροδρομικών και συνεπώς προς προστασία του δικαιώματος κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων συνέγραψε σκοπίμως αναληθή τεχνική έκθεση για λογαριασμό του ενάγοντος Συνεταιρισμού, ήταν αληθής, χωρίς ο αναιρεσείων να προβάλει την ένσταση ότι προκύπτει και σκοπός εξύβρισης αυτού, δεν θεμελιώνουν την ένδικη από αδικοπραξία αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και την ένδικη από την προσβολή της προσωπικότητάς του αξίωση να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να άρουν την προσβολή αυτή και να να παραλείπουν κάθε μελλοντική προσβολή, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον περιέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τα ανωτέρω σαφώς διατυπούμενα αποδεικτικά της πορίσματα α)ότι ο αναιρεσείων προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων δια της διάδοσης ψευδών περιστατικών γι' αυτούς, εν γνώσει του ψεύδους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή τους και β) ότι οι αναιρεσίβλητες δεν προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, με τις υποστηρίζουσες τα πορίσματα αυτά ειδικότερες ουσιαστικές παραδοχές: 1) Ότι στον αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός, ανατέθηκε από τον "Παραθεριστικό Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Σιδηροδρομικών Συν.Π.Ε.", η σύνταξη τεχνικής έκθεσης, για να τη χρησιμοποιήσει αυτός σε αγωγή που είχε ασκήσει κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του σε ένα ακίνητο εμβαδού 1.096,80 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα της με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ...

ιδιοκτησίας εμβαδού 3.407,90 τ.μ., που είχε απαλλοτριωθεί αναγκαστικά με την 8/1998 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής "Γειτονιά 5,6" του Δήμου Καματερού Αττικής, όπως κυρώθηκε αρχικά το 2002 και διορθώθηκε τελικά με την 7544/449/2-7-2007 απόφαση της Δ/νσης Πολεοδομίας του Τομέα Δυτικής Αττικής της Νομαρχίας Αθηνών, προκειμένου να κατασκευασθεί η οδός ..., και για την οποία ιδιοκτησία, με την 307/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχαν αναγνωρισθεί δικαιούχοι της προσδιορισθείσας με την ίδια απόφαση αποζημίωσης, λόγω της απαλλοτρίωσης, οι αναιρεσίβλητες. 2) Ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να ευνοήσει τον Συνεταιρισμό στην αντιδικία του με τις αναιρεσίβλητες, στην από ...2009 τεχνική έκθεση που συνέταξε και προσκόμισε ο συνεταιρισμός στο ανωτέρω δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής του και στην από ...2010 δεύτερη τεχνική έκθεση, που συνέταξε και κατέθεσε στο ίδιο δικαστήριο ο Συνεταιρισμός για να αντικρούσει την προσκομισθείσα στο δικαστήριο έκθεση τεχνικού συμβούλου των αναιρεσιβλήτων, και προκειμένου να μεταθέσει αυθαίρετα κατά 150 μέτρα νοτιότερα επί της οδού ...

το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων εμβαδού 3.300 τ.μ., το οποίο αυτές είχαν αποκτήσει με το .../1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο η μεγάλη διάσταση του ακινήτου ήταν 330 μέτρα και αυτό συνόρευε ανατολικά με "παλαιό κτίσμα", και να γίνει έτσι δεκτή η αγωγή του συνεταιρισμού, αφ' ενός κατηγόρησε τις αναιρεσίβλητες ότι με μεθόδευση υπέβαλαν εσφαλμένα στοιχεία στον Δήμο Καματερού σχετικά με τη θέση του ακινήτου τους και έτσι εκμεταλλευόμενες τη μη διενέργεια των απαραίτητων τεχνικών ελέγχων από τον Δήμο Καματερού πέτυχαν να καταπατήσουν το επίδικο ακίνητο του συνεταιρισμού και αφ' ετέρου, ενώ είχε την εμπειρία και την τεχνική κατάρτιση να διαγνώσει, με βάση τους τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων, ότι ο τίτλος των αναιρεσιβλήτων δεν εφαρμόζεται επί της οδού ..., στην οποία και κατά την πράξη εφαρμογής ΠΕ 8/1998 εφαρμόζονται τίτλοι ιδιοκτησίας άλλων, άσχετων από τους διαδίκους, ιδιοκτητών και ότι ο τίτλος του συνεταιρισμού δεν εφαρμόζεται στο επίδικο ακίνητο, όπως τελικά δέχθηκε τελεσίδικα και το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την 251/2017 απόφασή του απέρριψε την ανωτέρω αγωγή του συνεταιρισμού και ενώ μελέτησε τις αεροφωτογραφίες της περιοχής των ετών 1939, 1953, 1959, 1960, 1962 και 1969, από τις οποίες προέκυπτε και διαπίστωσε και ο ίδιος ότι στο ανατολικό όριο του επιδίκου ακινήτου υπήρχαν πάντα, εμφαινόμενα σε όλες τις αεροφωτογραφίες, κατακόρυφα ερείπια λιθοδομής - μανδρότοιχου, τα οποία ήταν τμήμα μεγάλου αρχαίου ορθογωνίου κτηρίου Ελληνιστικών χρόνων, τα οποία θα μπορούσαν να είναι το "παλαιό κτίσμα" που αναφέρεται στο .../1965 συμβόλαιο των αναιρεσιβλήτων και ότι στο ανατολικό όριο της οδού ..., που "τοποθέτησε" το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, δεν εντοπίζεται ποτέ παλαιό κτίσμα αλλά υπάρχει μόνο ένα νέο κτίσμα, που κατασκευάστηκε μετά το έτος 1962, όμως στις ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις του, αφ' ενός απέφυγε να αναφέρει την ύπαρξη των ανωτέρω ερειπίων λιθοδομής ανατολικά του επιδίκου και αφ' ετέρου εμφάνισε ως παλαιό κτίσμα το κατασκευασθέν μετά το 1962 νέο κτίσμα, που ευρίσκεται ανατολικά της οδού .... 3) Ότι ακολούθως, επειδή οι αναιρεσίβλητες με τις από ...2010 προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της αγωγής του συνεταιρισμού, με βάση και την τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου τους Γ.

Γ., και σχολιάζοντας την πρώτη από τις ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις του αναιρεσείοντος, ανέφεραν ότι ο αναιρεσίβλητος βεβαιώνει εν γνώσει του αναληθώς ότι η μόνη οικία που υπήρχε στο ανατολικό όριο ήταν 150 μέτρα νοτιότερα και ότι αυτός κατέληξε στη συγγραφή μιας σκοπίμως αναληθούς τεχνικής εκθέσεως, στην οποία εν γνώσει της αναλήθειας βεβαιώνει ότι ουδέποτε υπήρξε κτίσμα στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του, ο αναιρεσείων, με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, κατέθεσε κατ' αυτών:

α) την από ...2010 μήνυση ότι τέλεσαν σε βάρος του συκοφαντική δυσφήμιση, την οποία επιβεβαίωσε στις ...2010 ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου, όπου κατέθεσε και την από ...2010 τεχνική έκθεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 96.354/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδκείου Αθηνών, που κήρυξε ένοχες τις αναιρεσίβλητες για το αδίκημα της απλής δυσφήμισης γιατί δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα στις προτάσεις τους σχετικά με την ύπαρξη παλαιού κτηρίου στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας τους δεν ήταν μεν αληθή αλλά αυτές είχαν την πεποίθηση ότι ήταν, ενώ η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης αυτής τέθηκε στο αρχείο κατά το άρθρο 9 του Ν./ 4411/2016 και β) την ένδικη αγωγή του για προσβολή της προσωπικότητας του υπαίτια και παράνομα με την τέλεση εις βάρος του συκοφαντικής δυσφήμισης. 4) Ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα στις δύο τεχνικές εκθέσεις, στην μήνυση και στην αγωγή του αναιρεσείοντος γεγονότα, που ήταν ψευδή και ο αναιρεσείων γνώριζε το ψεύδος τους, περιήλθαν σε γνώση τρίτων, ήτοι των γραμματέων, των δικηγόρων, των τεχνικών συμβούλων, του πραγματογνώμονος και των δικαστών και ήταν ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσίβλητων, αφού έθεταν εν αμφιβάλω την τιμιότητα και την ηθική τους και προσέβαλαν έτσι παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά τους, αφού τις εμφανίζουν ως πρόσωπα, που με μεθόδευση προβαίνουν σε καταπάτηση ακινήτου του ενάγοντος Συνεταιρισμού, για να εισπράξουν την αποζημίωση, από την αναγκαστική απαλοτρίωσή του, ακολούθως δε συκοφαντούν τον αναιρεσείοντα εμφανίζοντάς τον ως πρόσωπο, που συντάσει σκοπίμως αναληθείς τεχνικές εκθέσεις. 5) Ότι συνεπώς, αφού το περιεχόμενο των από ...2010 προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς απόκρουση της αγωγής του συνεταιρισμού ήταν αληθές, γιατί ο αναιρεσείων στην από ...2009 τεχνική του έκθεση εν γνώσει της αναλήθειας του ισχυρισμού του, βεβαίωσε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων δεν ταυτίζεται με την επίδικη με την αγωγή ιδιοκτησία, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε υπήρξε κτίσμα στο ανατολικό όριο της και ότι το μόνο κτίσμα που υπήρχε το 1960 ήταν 150 μέτρα νοτιότερα, όπου και έπρεπε να χωροθετηθεί η ιδιοκτησία τους, αναφέροντας οι αναιρεσίβλητες στις από ...2010 προτάσεις τους ότι η από ...2009 τεχνική έκθεση του εκκαλούντα ήταν σκοπίμως αναληθής, δεν ισχυρίστηκαν κάτι ψευδές αλλά κάτι αληθές και δεν διέπραξαν ούτε συκοφαντική, ούτε απλή δυσφήμηση σε βάρος του και δεν προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητά του, χωρίς να τίθεται ζήτημα έρευνας του εάν από τα αναφερόμενα στις από ...2010 προτάσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης του αναιρεσείοντος, καθόσον δεν είχε προταθεί από αυτόν ο ισχυρισμός αυτός ως αντένσταση.

Οι ουσιαστικές παραδοχές δε αυτές αιτιολογούν την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της επελθούσας προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, υπό την έννοια της κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προσφορότητας για την επέλευση της τελευταίας.

Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο υποβάθμισε την ποινική απόφαση, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχες δυσφήμισης οι αναιρεσίβλητες, ενώ όφειλε εκ του νόμου να τη λάβει σοβαρά υπ' όψη ως ισχυρό τεκμήριο, το οποίο μπορούσε να παρακάμψει μόνο με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση, πράγμα το οποίο δεν έπραξε είναι απαράδεκτη, γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά κατά το άρθρο 561 παρ.

ΚΠολΔ ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου, την οποία απολύτως αιτιολογημένα έλαβε αυτό με συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, όπως και της ανωτέρω μη καταστάσας αμετάκλητης απόφαση, της οποίας ακολούθως δεν έκανε δεκτό το πόρισμα. Η περαιτέρω αιτίαση ότι μόνο με τον όρο "καταπάτηση", που χρησιμοποίησε στην πρώτη τεχνική του έκθεση δεν στοιχειοθετείται ο δόλος του, γιατί ο όρος αυτός έχει τεχνικό χαρακτήρα και δεν καταδεικνύει τη διάπραξη αξιοποίνων πράξεων, είναι αβάσιμη γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος δεν τον αιτιολόγησε μόνο με βάση την ανωτέρω λέξη, αλλά με το σύνολο των αιτιολογιών του που προαναφέρθηκαν, ενόψει και του ότι στην πρώτη τεχνική έκθεση ο αναιρεσείων εκτός από την ανωτέρω λέξη χρησιμοποιεί και τη λέξη "μεθόδευση" για τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία τους αποδίδει μομφή ότι ενήργησαν δολίως.

Τέλος αλυσιτελώς προβάλλει ο αναιρεσείων ότι τα εμφανιζόμενα στις αεροφωτογραφίες ανατολικά του επιδίκου ακινήτου κατακόρυφα τμήματα λιθοδομής ύψους 0,5 μέτρων ως μέρος ερειπίων αρχαίου κτηρίου Ελληνιστικών χρόνων δεν μπορούν να αναφερθούν σε συμβολαιογραφική πράξη ως "παλαιό κτήριο", αφού το κρίσιμο είναι εάν υπήρχαν τα ερείπια αυτά και δεν αποτυπώθηκαν στις τεχνικές εκθέσεις του αναιρεσείοντος και όχι αν χαρακτηρίστηκαν ορθώς από τους συμβαλλόμενους στο .../1965 συμβόλαιο ως "παλαιό κτήριο".

Επομένως, οι πρώτος, τρίτος, πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος, έκτος κατά το πρώτο σκέλος, και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). ).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019).

Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).

Με τους τέταρτο και πρώτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 11 γ' (όχι δε και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε με επίκληση σε αυτό και έτσι, αφού δέχθηκε εσφαλμένα ότι τα αναφερόμενα στις δύο τεχνικές εκθέσεις του ήταν ψευδή και ότι ο ίδιος το γνώριζε, απέρριψε την αγωγή του και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα προσάπτει στην απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) Την από ...2014 εξώδικη δήλωση - απάντηση προς τον ενάγοντα Συνεταιρισμό του πραγματογνώμονα που διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη σε εκτέλεση της 5267/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία ανέφερε ότι δεν προμηθεύτηκε τους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων. 2) Τους τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, ήτοι τις …, … και …/1965 αποδοχές κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Μ., καθώς και το .../...1965 συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου τους μαζί με το από … 1965 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Κ., στο οποίο δεν αποτυπώνεται παλαιό κτήριο, το οποίο αναφέρεται μόνο στο .../1965 συμβόλαιο. 3) Την …/2007 βεβαίωση της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής, σύμφωνα με την οποία η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων δεν εντοπίζεται στην επίδικη έκταση. 4) Την από ...2006 τεχνική έκθεση της ιδίας ανωτέρω υπηρεσίας. 5) Τους ειδικότερα κατονομαζόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των ομόρων ιδιοκτησιών της ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού, από τους οποίους επιβεβαιώνεται πλήρως το νότιο και το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού. 6) Την …/1964 αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Β.

Α., που αφορά άλλο ακίνητο με τα ίδια όρια με το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων. 7) Τα 3446/2010 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συντάχθηκαν κατά τη συζήτηση της επίδικης αγωγής του συνεταιρισμού κατά των αναιρεσιβλήτων. 8) Το ...2014 έγγραφο της Β' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, από το οποίο προκύπτει ότι στο ανατολικό όριο του επιδίκου ακινήτου δεν υπάρχει παλαιό κτήριο, αλλά αρχαία ερείπια. 9) Την …/1966 αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Γ.

Μ., ανάρτηση από την ιστοσελίδα ....gr και διάγραμμα εμφαίνον τα τοπωνύμια της περιοχής και 10) Το προσαρτημένο στο .../1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Π. Π., από ...1966 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Μ. και το προσαρτημένο στο .../1967 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, από ...1967 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, ορισμένα των οποίων αναφέρονται και στην απόφαση, υπό δε την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας ο αναιρεσείων πλήττει απαραδέκτως τις ανωτέρω κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, επιδιώκοντας εμμέσως, εκτός των άλλων, να κριθεί και πάλι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου της αγωγής του Συνεταιρισμού, το οποίο με την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση 251/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι δεν ανήκει στον Συνεταιρισμό, γιατί οι τίτλοι ιδιοκτησίας του δεν εφαρμόζονται σε αυτό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 615/2024, Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018). Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1308/2018, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 710/2015).

Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 61/2024, ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 867/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος με επίκληση σε αυτό υπ' αρ..../2014 εγγράφου της Επιστημονικής Επιτροπής Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, που γνωματεύει, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται διαχρονικά μεταξύ των ετών 1939- 1970 παλαιό κτήριο στην περιοχή με την σήμανση Α'(δηλαδή ανατολικά του επιδίκου ακινήτου) ή στην περιοχή με την σήμανση Β'(δηλαδή ανατολικά της οδού ...), εκτός του κτηρίου εμβαδού 60 τ.μ.

στην αεροφωτογραφία του 1960, και επίσης, με τους πέμπτο και έκτο κατά το δεύτερο σκέλος αυτών λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει περαιτέρω στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επιδίκων από ...2019 και ...2010 τεχνικών εκθέσεών του, δεχόμενο ότι με αυτές αποδίδει στις αναιρεσίβλητες δόλο καταπάτησης του ακινήτου.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι αόριστοι επειδή στο αναιρετήριο και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που τους αποδίδει ο αναιρεσείων, και γιατί σε κάθε περίπτωση, υπό την επίκληση των από το ανωτέρω άρθρο πλημμελειών, η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι οι τεχνικές αυτές εκθέσεις του αναιρεσείοντος ήταν εν γνώσει του αναληθείς και ότι με αυτές προσέδωσε εν γνώσει του ψεύδους αιτίαση στις αναιρεσίβλητες, ότι καταπάτησαν το επίδικο ακίνητο με δόλο για να εισπράξουν την αποζημίωση από την αναγκαστική απαλλοτρίωσή του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...2023 αίτηση αναίρεσης και τους από ...2024 πρόσθετους λόγους αυτής του Ν. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 315/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ