Legislator Case Law & Legislation
61/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify document content and lack of other grounds.

Case Number 61/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding rent arrears. The appellant argued the lower court misinterpreted a 2015 agreement, but the court found the appeal inadmissible because it failed to explicitly state the document's content and the specific error made by the appellate court. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondents, and the original judgment regarding the rent dispute remained in force.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(2) of the Code of Civil Procedure; Art. 574 of the Civil Code: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if it fails to specify the document's content and the specific error made by the appellate court, or if no other grounds for appeal exist.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility distortion of document rent arrears dispute lease agreement interpretation costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 574 of the Civil Code
Art. 436 of the Civil Code
Art. 495(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 61 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 61/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ… Κ.. ΚΑΙ Σ… ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "M… K.. – C… G…", που έδρευε στην Ηλιούπολη Αττικής και ήδη εδρεύει στη Βούλα Αττικής κι εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο - Σπυρίδωνα Μαζαράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής και 2) Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Κοντομηνά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 366/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-2-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 131/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την 6064/2016 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα, μισθώτρια ακινήτου, υποχρεώθηκε να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους εκμισθωτές για καθυστερούμενα μισθώματα το συνολικό ποσό των 14.137,44 ευρώ, και συγκεκριμένα 6.391,68 ευρώ στον πρώτο αναιρεσίβλητο και 7.745,76 ευρώ στο δεύτερο.

Κατ' αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 10-11-2016 ανακοπή της, η οποία έγινε δεκτή με την 366/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της. Μετά από έφεση των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 131/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής μόνο για το πλέον των 7.690,76 ευρώ ποσό, που επιδικάσθηκε με αυτήν στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Κατά το άρθρο 574 του ΑΚ, με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο διαρκεί η μίσθωση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, ενώ κατά το άρθρο 595 εδ. α` ΑΚ το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, το δικαίωμα περισσοτέρων να λάβουν παροχή διαιρετή, δεν είναι εις ολόκληρον. Εάν δε το μίσθωμα είναι ως συνήθως χρηματικό, η παροχή είναι διαιρετή και επομένως, οι περισσότεροι εκμισθωτές υποχρεούνται στην είσπραξη ή καταβολή αντιστοίχως αναλόγου προς τη μερίδα τους, εκτός αν συμφωνήθηκε ενοχή εις ολόκληρο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 131/2021 απόφασή του, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Στις 26.10.2016 οι καθ' ων η ανακοπή [αναιρεσίβλητοι] επέδωσαν στην ανακόπτουσα [αναιρεσείουσα] την 6064/12.10.2016 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να τους καταβάλει ως μισθώματα συνολικά 14.313,44 ευρώ, από τα οποία 6.391 ευρώ στον Σ.

Κ. [πρώτο αναιρεσίβλητο] και 7.745,76 ευρώ στο Ι. Κ. [δεύτερο αναιρεσίβλητο], νομιμοτόκως από τις 1.7.2015 και 280 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Από το από 6.5.2012 μισθωτήριο συμβόλαιο που συνήψαν οι καθ' ων η ανακοπή ως εκμισθωτές και η ανακόπτουσα ως μισθώτρια προκύπτει ότι η τελευταία μίσθωσε από τον Σ. Κ. μία αποθήκη υπόγειου ορόφου και ένα κατάστημα ισόγειου ορόφου και από τον Ι.

Κ. μία αποθήκη υπόγειου ορόφου και ένα κατάστημα ισόγειου ορόφου, που όλα είναι οριζόντιες ιδιοκτησίες σε κτήριο επί της λεωφόρου ... 170, στη ... Αττικής, προκειμένου οι μίσθιες ιδιοκτησίες να χρησιμοποιηθούν ως ενιαίο κατάστημα παροχής υπηρεσιών αισθητικής και περιποίησης των νυχιών των χεριών και των ποδιών για το χρονικό διάστημα από τις 1.6.2012 έως τις 31.5.2016.

Το μηναίο μίσθωμα συμφωνήθηκε συνολικά σε 2.500 ευρώ, καταβλητέο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, από το οποίο 1.140 ευρώ δικαιούταν ο Σ. Κ. και 1.360 ευρώ ο Ι. Κ., με επιπλέον 3,6% επί των ανωτέρω ποσών ως χαρτόσημο και η μισθώτρια κατέβαλε στους εκμισθωτές ως εγγύηση καλής τήρησης των όρων της μίσθωσης το ποσό των 2.500 ευρώ, η οποία θα κατέπιπτε, εφόσον η μισθώτρια δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και παρέβαινε τους όρους της σύμβασης.

Η μίσθωσε λύθηκε με συμφωνία των διαδίκων τον Ιανουάριο του 2015 και ενώ η μισθώτρια όφειλε τα μισθώματα των μηνών Μάιου μέχρι και Δεκεμβρίου του 2014, από συνολικά (μαζί με το χαρτόσημο) 9.448,32 ... ευρώ στον Σ. Κ. και από συνολικά 11.271,68 ευρώ στον Ι. Κ. ... Έκτοτε η μισθώτρια-ανακόπτουσα κατέβαλε στον Σ. Κ. 600 ευρώ στις 6.3.2015, 581,04 ευρώ στις 20.4.2015, 581,04 ευρώ στις 21.5.2015, 600 ευρώ στις 17.12.2015 και 581,04 ευρώ στις 1.4.2016 και στον Ι.

Κ. 700 ευρώ στις 6.3.2015, 708,96 ευρώ στις 21.4.2015, 700 ευρώ στις 11.6.2015, 708,96 ευρώ στις 28.1.2016 και 708,96 ευρώ στις 21.9.2016. Ύστερα από τις καταβολές αυτές η ανωτέρω οφειλή της μισθώτριας ανήλθε πλέον σε 6.505,2 ... ευρώ στον Σ. Κ. και σε 7.744,8 ... ευρώ στον Ι. Κ.. Στη συνέχεια οι εκμισθωτές - καθ ων η ανακοπή με την από 28.9.2012 [ορθόν: 2016] αίτηση τους ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησαν την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της ανωτέρω μισθώτριας - ανακόπτουσας για οφειλή μέρους του μισθώματος του Ιουλίου 2014, από 1.187,44 ευρώ, και των μισθωμάτων των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2014, από συνολικά 14.137,44 ευρώ, από τα οποία ο Σ.

Κ. αιτήθηκε 6.391,68 ευρώ και ο Ι. Κ.ς αιτήθηκε 7.745,6 [ορθόν: 7.745,76] ευρώ. Ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέδωσε την 6064/2016 διαταγή πληρωμής, με την οποία η ανακόπτουσα - μισθώτρια εταιρεία διατάχθηκε να καταβάλει στους εκμισθωτές συνολικά 14.137,44 (6.391,68 + 7.745,76) ευρώ, από τα οποία στον Σ. Κ. 6.391,68 ευρώ και στον Ι.

Κ. 7.745,76 ευρώ, νομιμοτόκως από την 1η Ιουλίου 2016. Σύμφωνα όμως με την αναλογία επί του μισθώματος που δικαιούνταν οι καθ' ων η ανακοπή - εκμισθωτές, η οποία ανερχόταν σε 45,6 % (1.140 Χ 100/2.500) για τον Σ. Κ. και σε 54,4 % (1.360 Χ 100/2.500) για τον Ι. Κ., οι τελευταίοι με βάση το συνολικώς αιτηθέν από αυτούς ποσό των 14.137,44 ευρώ δικαιούνταν 6.446,67 ευρώ και 7.690,76 ευρώ αντίστοιχα.

Επομένως εσφαλμένα επιδικάστηκε με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής στον δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή ποσό πλέον των 7.690,76 ευρώ και ορθά επιδικάστηκε στον πρώτο των καθ' ων η ανακοπή το ποσό των 6.391 ευρώ, καθότι όσον αφορά τον τελευταίο δεν μπορεί να επιδικαστεί ποσό πλέον του αιτηθέντος. Για τον λόγο η ανακοπή έπρεπε να γίνει μερικά δεκτή και να ακυρωθεί η 6064/2016 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που με αυτήν επιδικάστηκε στον δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή Ι.

Κ. ποσό πλέον των 7.690,76 ευρώ.

Συνεπώς έσφαλε η εκκαλουμένη, η οποία ακύρωσε την ανωτέρω διαταγή πληρωμής στο σύνολο της. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης. Στη συνέχεια το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τους λοιπούς δύο λόγους ανακοπής, των οποίων η εξέταση κρίθηκε από την εκκαλουμένη ότι παρήλκε. Με νεώτερη συμφωνία των διαδίκων, τον Ιανουάριο του 2015, η προαναφερθείσα μίσθωση λύθηκε τον μήνα αυτό, οπότε η ανακόπτουσα - μισθώτρια παρέδωσε το μίσθιο στους καθ' ων η ανακοπή - εκμισθωτές και ενώ η μισθώτρια όφειλε τα μισθώματα των μηνών Μαΐου έως και Δεκεμβρίου του 2014.

Τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 2015 η ανακόπτουσα κατέβαλε στον Σ. Κ. 600 και 581 ευρώ και στον Ι. Κ. 700 και 708,96 ευρώ. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 2 Μαΐου 2015 οι διάδικοι συνήψαν το από την ημερομηνία αυτή ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο, αφού αναφέρθηκαν στο από 16.5.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που είχαν συνάψει, στη συναινετική πρόωρη λύση της σύμβασης, τον Ιανουάριο του ιδίου έτους, και στην παράδοση του μισθίου στους καθ' ων η ανακοπή, συμφώνησαν περαιτέρω, μεταξύ άλλων, στην κατάπτωση της εγγύησης και στο ύψος του τότε οφειλομένου στους εκμισθωτές από τη σύμβαση, από 18.130 ευρώ, ποσό που συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 14 μηνιαίες δόσεις των 590,5 ευρώ στον Σ.

Κ. και των 704,5 ευρώ στον Ι. Κ., της πρώτης δόσης καταβλητέας την 25η Μαΐου του 2015. Επίσης συμφώνησαν ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής έστω και μίας δόσης θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το υπόλοιπο ποσό των οφειλόμενων μισθωμάτων και η ανακόπτουσα - μισθώτρια αναγνώρισε την υποχρέωση της μέχρι τις 15 Ιουνίου 2015 να ολοκληρώσει όλες τις εργασίες άρσης, με δαπάνη της, όλων των προσθηκών και μετατροπών που αυτή επέφερε στο μίσθιο, εκτός εάν μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία το μίσθιο εκμισθωνόταν σε μισθωτή που θα ήθελε τη διατήρηση όλων ή μέρους των προαναφερόμενων μετατροπών, οπότε θα καταρτιζόταν ανάλογη συμφωνία.

Μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία δεν καταρτίστηκε νέα μίσθωση, παρά μόνο πολύ αργότερα, τον Ιούνιο του 2016, οπότε το μίσθιο νοικιάστηκε για κρεοπωλείο. Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του από 2 Μαΐου 2015 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι οι διάδικοι θέλησαν να ρυθμίσουν τις υπάρχουσες τότε εκκρεμότητες από τη μισθωτική σύμβαση που τους συνέδεε.

Συνεπώς ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας - μισθώτριας ότι με την από τον Ιανουάριο του 2015 συναινετική πρόωρη λύση της μίσθωσης και με την από τον Μάιο του ιδίου έτους έγγραφη συμφωνία τους επήλθε ανανέωση της ενοχής της από τη μισθωτική σύμβαση που τη συνέδεε με τους καθ' ων η ανακοπή - εκμισθωτές είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και αυτό διότι σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα... οι συμφωνίες του Ιανουαρίου και του Μαΐου του 2015 συνιστούν όχι ανανέωση, αλλά απλή αλλοίωση της ενοχής από τη μισθωτική σύμβαση, καθότι με αυτές τροποποιήθηκε ο χρόνος λύσης της σύμβασης και παρασχέθηκε προθεσμία για την εξόφληση της χρηματικής οφειλής της ανακόπτουσας - μισθώτριας από τη σύμβαση αυτή και για την άρση των προσθηκών- μετατροπών, στις οποίες είχε προβεί για την άσκηση της επιχείρησης της στο μίσθιο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εγγύηση, από 2.500 ευρώ, που είχε καταβάλει η ανακόπτουσα - μισθώτρια είχε καταπέσει (με το από 2.5.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, πρώτη σελίδα συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής "... 1) η μισθώτρια οφείλει στους εκμισθωτές (... αλλά και κατάπτωση της εγγύησης της μισθώτριας προς τους εκμισθωτές) ...") και επομένως η τελευταία δεν είχε αξίωση για επιστροφή της σε αυτήν.

Επίσης με τον 7ο όρο του από 16.5.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης ακινήτου που συνήψαν οι διάδικοι συμφωνήθηκε ότι κάθε επισκευή, προσθήκη, βελτίωση και μεταβολή στο μίσθιο που θα γινόταν με δαπάνες της μισθώτριας θα παρέμενε σε όφελος του μισθίου, χωρίς δικαίωμα αφαίρεσης ή αποζημίωσης και ότι οι εκμισθωτές δικαιούνταν κατά την αναιτιολόγητη κρίση τους να ζητήσουν κατά τη λήξη ή λύση της μίσθωσης την άρση κάθε τυχόν προσθήκης, μετατροπής, βελτίωσης, ολικά ή μερικά, με δαπάνες και φροντίδα της μισθώτριας.

Το δικαίωμα τους αυτό οι καθ' ων η ανακοπή - εκμισθωτές το άσκησαν με το από 2.5.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο δήλωσαν ότι ασκούν το δικαίωμα τους αυτό έναντι της μισθώτριας, η οποία αποδέχθηκε και αναγνώρισε την υποχρέωση της αυτή, υποσχόμενη ότι θα ολοκλήρωνε τις σχετικές εργασίες μέχρι την 15η Ιουνίου 2015.

Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η μισθώτρια δεν θα είχε τη σχετική υποχρέωση, εάν ο τυχόν νέος μισθωτής που θα βρισκόταν μέχρι τις 15 Ιουνίου 2015 επιθυμούσε τη διατήρηση του συνόλου ή μέρους των προσθηκών, οπότε θα γινόταν ανάλογη συμφωνία. Η πλήρωση αυτής της περίπτωσης όμως δεν επήλθε, καθότι το μίσθιο εκμισθώθηκε πολύ αργότερα από τις 15.6.2015 και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2016 για να χρησιμοποιηθεί ως κρεοπωλείο.

Επίσης από το χρόνο σύναψης του από 2.5.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού και εντεύθεν δεν υπήρξε νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, με την οποία οι εκμισθωτές να ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στη μισθώτρια την αξία των μετατροπών και προσθηκών, στις οποίες η τελευταία προέβη στο μίσθιο.

Συνεπώς είναι απορριπτέος και ο λόγος ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα πρόβαλε ένσταση συμψηφισμού για συνολικό ποσό 13.500 ευρώ, από το οποίο τα 11.0000 ευρώ αντιστοιχούν, κατ' αυτήν, στην συμφωνηθείσα αξία των μετατροπών-προσθηκών που αυτή έκανε στο μίσθιο και τα 2.500 ευρώ στην εγγύηση, που κατ' αυτήν, συμφωνήθηκε, να της επιστρέψουν οι καθ' ων η ανακοπή - εκμισθωτές." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής μόνο για το πλέον των 7.690,76 ευρώ ποσό, που είχε επιδικαστεί με αυτήν στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή το αιτηθέν από τους αναιρεσιβλήτους και επιδικασθέν σε αυτούς με τη διαταγή πληρωμής συνολικό ποσό των 14.137,44 ευρώ, για καθυστερούμενα μισθώματα έπρεπε να επιμερισθεί μεταξύ τους, με βάση την συμφωνηθείσα με τη μισθωτική σύμβαση ποσοστιαία αναλογία εκάστου επί του καταβαλλόμενου συνολικού μηνιαίου μισθώματος των 2.500 ευρώ, και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 45,6% στον πρώτο αναιρεσίβλητο και 54,4% στο δεύτερο, ακυρώνοντας εν μέρει τη διαταγή πληρωμής, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής της αναιρεσείουσας, ως προς το επιδικασθέν με αυτή στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ποσό, που υπερέβαινε το πράγματι αναλογούν σε αυτόν ποσό των 7.690,76 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 287, 293, 341, 345, 574 και 595 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ανωτέρω αιτηθέν και επιδικασθέν συνολικό ποσό των 14.137,44 ευρώ αποτελούσε οφειλή της αναιρεσείουσας για καθυστερούμενα μισθώματα της αναφερόμενης χρονικής περιόδου και ο επιμερισμός του εν λόγω ποσού με τον τρόπο και κατά το ποσοστό αυτό ήταν μέρος της συμφωνίας των διαδίκων.

Επίσης, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η μερική ευδοκίμηση του σχετικού πρώτου λόγου της ανακοπής επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος της, που η ακυρότητα μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 633 § 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος, κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (Α.Π. 1346/2022, Α.Π. 368/2019).

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι με το μισθωτήριο συμβόλαιο το μηναίο μίσθωμα συμφωνήθηκε συνολικά σε 2.500 ευρώ, από το οποίο 1.140 ευρώ εδικαιούτο ο Σ.

Κ. και 1.360 ευρώ ο Ι. Κ.ς και, συνεπώς, η συμφωνηθείσα ποσοστιαία αναλογία εκάστου επί του μηνιαίου μισθώματος ανερχόταν σε 45,6 % (1.140 Χ 100/2.500) για τον Σ. Κ. και σε 54,4 % (1.360 Χ 100/2.500) για τον Ι. Κ., β) ότι κατά τη λύση της μίσθωσης τον Ιανουάριο 2015 η αναιρεσείουσα όφειλε τα μισθώματα των μηνών Μαΐου - Δεκεμβρίου 2014 και ότι, στη συνέχεια, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την έκδοση διαταγή πληρωμής για το συνολικό ποσό των 14.137,44 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μέρος του μισθώματος του μηνός Ιουλίου 2014 και στα μισθώματα των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2014, και γ) ότι οι αναιρεσίβλητοι, με βάση την προαναφερόμενη ποσοστιαία αναλογία τους επί του συμφωνημένου μισθώματος, από το συνολικώς αιτηθέν για καθυστερούμενα μισθώματα και πράγματι οφειλόμενο ποσό των 14.137,44 ευρώ, δικαιούνται, αντίστοιχα, 6.446,67 ευρώ και 7.690,76 ευρώ.

Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη για τον καταλογισμό κάθε επιμέρους καταβολής στο αιτούμενο από έκαστο αναιρεσίβλητο ποσό, την εύρεση των ανεξόφλητων υπολοίπων και τον επιμερισμό του επιδικαζόμενου ποσού των 14.137,44 ευρώ με βάση την αναλογία αυτών (ανεξόφλητων υπολοίπων), αφού οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν εξαρχής με την αίτησή τους για την έκδοση διαταγής πληρωμής το ανωτέρω οφειλόμενο συνολικό ποσό των 14.137,44 ευρώ και μόνη η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς αποδοχή ένστασης της αναιρεσείουσας περί μερικής εξόφλησης μέσω τμηματικών καταβολών, ότι οφείλεται ολόκληρο το ποσό αυτό για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, σε συνδυασμό και με τη γενομένη δεκτή ποσοστιαία αναλογία εκάστου, στηρίζει το διατακτικό της απόφασης.

Επομένως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις μερικές καταβολές της αναιρεσείουσας, που μείωσαν την αρχική οφειλή των 20.720 σε 14.137,44 ευρώ, αποτελούν πλεοναστική αιτιολογία, που έγινε προς ενίσχυση της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης περί οφειλής εκ μέρους της αναιρεσείουσας του ποσού των 14.137,44 ευρώ, και ως τέτοια (πλεοναστική) δεν επηρεάζει και δεν καθιστά αντιφατική ή ανεπαρκή την κύρια αιτιολογία, για την πληρότητα της οποίας αρκεί η παραδοχή ότι το ποσό πρέπει να επιμεριστεί κατά τη συμβατική αναλογία, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιληφθεί και παραδοχή περί του ότι οι προηγηθείσες μερικές καταβολές έγιναν επίσης κατά την προαναφερθείσα αναλογία, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Εξάλλου, δεν είναι αντιφατική η παραδοχή ότι από το οφειλόμενο υπόλοιπο των 14.250 ευρώ, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν τελικά την επιδίκαση μόνο 14.137,44 ευρώ, ούτε η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συμβατική αναλογία αφορά το μίσθωμα, πλέον τελών χαρτοσήμου 3,6%, αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή σχετικά με την εφαρμογή της αναλογίας αυτής στο ποσό των 14.137,44 ευρώ, που δεν περιλαμβάνει τέλη χαρτοσήμου, αφού η αναλογία παραμένει και στις δύο περιπτώσεις η ίδια.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, καθ' όσον προβάλλεται με αυτόν παραβίαση, ευθεία και εκ πλαγίου, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 Α.Κ., η ενοχή αποσβέννυται, αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με σκοπό καταργήσεως, με νέα ενοχή (ανανέωση), που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσωπα, είτε άλλο οφειλέτη, είτε άλλο δανειστή.

Δηλαδή, η δημιουργούμενη με τη σύμβαση ανανέωσης νέα ενοχή διαφοροποιείται της πρώτης από την ύπαρξη κάποιου νέου στοιχείου, που μπορεί να αφορά το αντικείμενο, την αιτία ή τα υποκείμενα. Για το κύρος της σύμβασης ανανέωσης ενοχής απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός ανανέωσης, σκοπός δηλαδή των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη νέα ενοχή.

Ο σκοπός αυτός δεν εικάζεται, αλλά ούτε και είναι ανάγκη να δηλώνεται ρητώς στη σύμβαση, αφού αρκεί να συνάγεται και σιωπηρώς, όμως κατά τρόπο σαφή. Aπό τη θέση σε ισχύ της νέας ενοχής, αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλαιάς και δεν μπορεί να προβληθούν δικαιώματα ή ενστάσεις από την παλαιά ενοχική σχέση (Α.Π. 1906/2022, Α.Π. 198/2022, Α.Π. 845/2019).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 419 Α.Κ. προκύπτει, ότι απόσβεση της ενοχής μπορεί να επέλθει και με δόση αντί καταβολής. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), ταυτόχρονα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίδεται αντί της οφειλόμενης (Α.Π. 653/2022, Α.Π. 1285/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την παραδοχή ότι με το από 2-5-2015 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι προέβησαν σε απλή αλλοίωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών από τη μισθωτική σύμβαση, και όχι σε ανανέωση και αντικατάσταση αυτών, και απορρίπτοντας κατ' ακολουθίαν ως ουσιαστικά αβάσιμο τον σχετικό δεύτερο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη ισχυριζόταν τα αντίθετα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 574 Α.Κ., οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 419, 436, 599 § 1 Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, σκοπός της συμφωνίας των διαδίκων, που συνήφθη με το ανωτέρω έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, ήταν η αλλοίωση και ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, που είχαν ως αιτία τους τη μισθωτική σύμβαση, και όχι η δημιουργία νέας ενοχής με αντικείμενο την κατάργηση και αντικατάσταση των υφιστάμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και συγκεκριμένα συμφωνήθηκε η κατάπτωση της εγγύησης υπέρ των αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών, το συνολικό ύψος των οφειλόμενων μισθωμάτων, η εξόφλησή τους σε δόσεις, το ύψος και ο χρόνος καταβολής κάθε δόσης, το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων να απαιτήσουν ολόκληρο το ανεξόφλητο ποσό σε περίπτωση μη καταβολής έστω και μίας δόσης και η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αφαιρέσει με δαπάνες της μέχρι την 15-6-2015 όλες τις προσθήκες και να επαναφέρει στην αρχική κατάσταση τις μετατροπές που είχε επιφέρει στο μίσθιο, εκτός αν έως τότε το μίσθιο εκμισθωνόταν σε νέο μισθωτή, ο οποίος επιθυμούσε τη διατήρηση όλων ή μέρους των προσθηκών και μετατροπών, οπότε θα επακολουθούσε νέα συμφωνία των μερών.

Προκύπτει ευθέως, δηλαδή, από τους όρους που συμφωνήθηκαν με το από 2-5-2015 συμφωνητικό, όπως το περιεχόμενό τους έγινε ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με αυτούς προϋποτίθεται η εξακολούθηση της ισχύος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που δημιουργήθηκαν με τη μισθωτική σύμβαση, και ρυθμίζεται περαιτέρω η άσκηση και εκπλήρωσή τους, χωρίς να γίνεται κατάργηση και αντικατάστασή τους με νέα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Επίσης, αφού κατά τα ανωτέρω δεν συνήφθη συμφωνία περί ανανέωσης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επακόλουθη συμφωνία δόσης αντί καταβολής κατ' άρθρο 419 Α.Κ., στην οποία η δόση να αποτελείται από την ανανέωση, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι τυχόν ανανέωση κατ' άρθρο 436 Α.Κ. θα είχε άμεσο αποσβεστικό αποτέλεσμα ως προς την παλαιά ενοχή, χωρίς την ανάγκη σύναψης περαιτέρω συμφωνίας περί δόσης αντί καταβολής.

Εξάλλου το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή και μη των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, γίνεται με σαφήνεια δεκτό ότι με την από 2-5-2015 συμφωνία των διαδίκων δεν δημιουργήθηκε νέα ενοχή, καταργητική των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πήγαζαν από τη μισθωτική σύμβαση, αλλά απλή ρύθμιση αυτών, ενώ δεν περιέχουν αντιφάσεις, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, οι παραδοχές ότι η μισθωτική σύμβαση λύθηκε με νεότερη συμφωνία των διαδίκων, που έγινε το μήνα Ιανουάριο 2015, και ότι ακολούθως ο χρόνος της λήξης της μίσθωσης και οι υποχρεώσεις των μερών από αυτήν ρυθμίστηκαν εκ νέου με το από 2-5-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι όροι του οποίου αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μην καταλείπονται κενά και ασάφειες ως προς τα στοιχεία της αλλοίωσης της αρχικής συμφωνίας, αφού είναι νοητή αφενός η συμβατική λύση της μίσθωσης και αφετέρου η μεταγενέστερη τροποποίηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που έχουν δημιουργηθεί από αυτήν, χωρίς η ως άνω τροποποίηση να αποτελεί ανανέωση με τους όρους του 436 Α.Κ.

ή δόση αντί καταβολής κατ' άρθρο 419 Α.Κ. Η δε ειδικότερη αναφορά του Εφετείου σε γενόμενη τροποποίηση με το ανωτέρω συμφωνητικό και του χρόνου λύσης της μίσθωσης αποτελεί παραδοχή ότι έλαβε χώρα επιτρεπτή εκ των υστέρων συμβατική αλλοίωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, που έχουν ως αιτία τους τη μίσθωση και σχετίζονται με τη συμφωνημένη διάρκεια αυτής, και δεν συνεπάγεται κατά λογική ακολουθία την παραδοχή ότι συνήφθη νέα μίσθωση με χρόνο διάρκειας αυτόν της παράτασης, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθ' όσον προβάλλεται με αυτόν η από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004), ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, παρόλο που δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 849/2017).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 630/2021, Α.Π. 1399/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, η συμφωνία των διαδίκων, που έγινε με το από 2-5-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι πλήρης και σαφής, χωρίς να έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, και χωρίς να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, οι οποίες θα καθιστούσαν απαραίτητη την προσφυγή στις ως άνω ερμηνευτικές αρχές, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Επομένως, το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμο.

Τα άρθρα 440 και 441 Α.Κ., που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το πρώτο ότι "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", και το δεύτερο ότι "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν." Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, είτε ως λόγος ανακοπής (Α.Π. 1761/2022, Α.Π. 697/2022). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις της ύψους 2.500 ευρώ από την καταβληθείσα εγγύηση καλής τήρησης των όρων της μίσθωσης και 11.000 ευρώ για επωφελείς προσθήκες στο μίσθιο, τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν στο νέο μισθωτή για λογαριασμό της, άλλως να επιστρέψουν στην αναιρεσείουσα, άλλως να της καταβάλουν την αξία τους, ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 441 Α.Κ., η οποία δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, αφού, όπως έγινε ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, από τις απαιτήσεις, που είχε προβάλει σε συμψηφισμό η αναιρεσείουσα, η καταβληθείσα εκ μέρους της εγγύηση, ύψους 2.500 ευρώ, είχε καταπέσει υπέρ των αναιρεσιβλήτων με όρο του από 2-5-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, και, καθ' όσον αφορά την έτερη προβαλλόμενη αξίωσή της για προσθήκες και μετατροπές, με όρο της μισθωτικής σύμβασης ορίστηκε ότι αυτές θα παρέμεναν προς όφελος του μισθίου χωρίς δικαίωμα αφαίρεσης ή αποζημίωσης, οι δε αναιρεσίβλητοι είχαν δικαίωμα να ζητήσουν από την αναιρεσείουσα κατά τη λύση της μίσθωσης την άρση αυτών με δαπάνες της, ενώ με το από 2-5-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε περαιτέρω η αναιρεσείουσα να προβεί στην άρση τους μέχρι την 15-6-2015, εκτός εάν στο μεταξύ τυχόν νέος μισθωτής ζητούσε τη διατήρηση του συνόλου ή μέρους των προσθηκών, κάτι που δεν συνέβη, αφού το μίσθιο εκμισθώθηκε πολύ αργότερα σε τρίτον, ο οποίος δεν ζήτησε τη διατήρησή τους, ούτε υπήρξε μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων περί καταβολής από τους αναιρεσίβλητους στην αναιρεσείουσα της αξίας των προσθηκών και μετατροπών.

Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 441 Α.Κ., την οποία έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο με επαρκή και πλήρη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού α) καθ' όσον με αυτήν η αναιρεσείουσα προέβαλε ανταπαίτηση από την καταβληθείσα εγγύηση για την καλή τήρηση των όρων της μίσθωσης, δεχόμενο ότι η ανταπαίτηση αυτή, ακόμη και αν είχε γεννηθεί, καταργήθηκε με νεότερη συμφωνία των μερών, που έγινε με το από 2-5-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό και κατά την οποία η εγγύηση κατέπεσε υπέρ των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει και αν η ανταπαίτηση αυτή γεννήθηκε ή όχι, αν ήταν ομοειδής, αν κάλυπτε ή όχι τις απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων και αν συνυπήρξε με αυτές, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού δέχτηκε ότι σε κάθε περίπτωση η εν λόγω ανταπαίτηση αποσβέσθηκε με νεότερη συμφωνία των μερών, και β) καθ' όσον η αναιρεσείουσα προέβαλε ανταπαίτηση από τις προσθήκες και μετατροπές του μισθίου, δεχόμενο ότι η ανταπαίτηση αυτή ήταν ανύπαρκτη, επειδή με τη μισθωτική σύμβαση προβλέφθηκε ότι οι προσθήκες και μετατροπές θα παρέμεναν προς όφελος του μισθίου, ενώ αυτό που ρυθμίστηκε με το από 2-5-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων να απαιτήσουν την απομάκρυνσή τους και η τύχη τους σε περίπτωση νέας μίσθωσης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθ' όσον προβάλλεται με αυτόν παραβίαση εκ πλαγίου, κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προσάπτει επιπλέον στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τον αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους, και συγκεκριμένα α) ότι με το από 2-5-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε ο χρόνος της λύσης της σύμβασης, β) ότι η αναλογία των αναιρεσιβλήτων επί των καθυστερούμενων μισθωμάτων είναι 45,6% και 54,4%, και γ) ότι οι ανταπαιτήσεις της αποσβέσθηκαν, αντίστοιχα.

Ως προς το σκέλος αυτό, ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με το από 2-5-2015 συμφωνητικό έγινε μεταξύ άλλων και τροποποίηση του χρόνου της λύσης της μισθωτικής σύμβασης, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς δεν συνιστά πράγμα με την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν υπάρχει παραδοχή, ούτε άλλωστε ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι με τον εν λόγω όρο της συμφωνίας επηρεάστηκε με οποιονδήποτε τρόπο ο υπολογισμός του ύψους των μισθωμάτων που επιδικάστηκαν με τη διαταγή πληρωμής, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η αναλογία των αναιρεσιβλήτων επί των μισθωμάτων, που δέχτηκε και εφάρμοσε το Εφετείο, προκύπτει ευθέως από τον σχετικό συμβατικό όρο που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, την ανακοπή της αναιρεσείουσας και τις προτάσεις των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτών, επομένως νομίμως ελήφθη υπόψη, και ο τρίτος, καθ' όσον αφορά την προβληθείσα ανταπαίτηση από την εγγύηση, είναι αβάσιμος, επειδή ο αυτοτελής ισχυρισμός περί κατάργησης της αξίωσης επιστροφής της εγγύησης με όρο του από 2-5-2015 συμφωνητικού προβλήθηκε νομίμως με τις επισκοπούμενες κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Εφετείου, επομένως νομίμως ελήφθη υπόψη, και καθ' όσον αφορά την ανταπαίτηση από τις προσθήκες και μετατροπές στο μίσθιο είναι απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου το προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα δικαίωμα είναι ανύπαρκτο, επειδή δεν γεννήθηκε ποτέ σύμφωνα με τη μισθωτική σύμβαση, δηλαδή το σχετικό σκέλος της ένστασής της κρίνεται αβάσιμο ανταποδεικτικά και όχι κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού περί μεταγενέστερης απόσβεσης, επομένως δεν τίθεται ζήτημα λήψης υπόψη πράγματος μη προταθέντος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει περαιτέρω στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 2-5-2015 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού, δεχόμενο εσφαλμένα ότι με αυτό συμφωνήθηκε απλή αλλοίωση της ενοχής από τη μισθωτική σύμβαση, και όχι ανανέωση κατ' άρθρο 436 Α.Κ.

Ως προς το σκέλος του αυτό ο λόγος είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο που του αποδίδει η αναιρεσείουσα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2022 αίτηση της εταιρίας "Μ. Κ. και Σ. Ο.Ε. για αναίρεση της 131/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ