Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting substantive arguments regarding evidence evaluation and property valuation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on appeal. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate tax declarations and property valuations regarding marital assets. The court rejected these claims, stating that the lower court's general assessment of evidence was not subject to appellate review and that the valuation issues fell within the non-reviewable domain of fact-finding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the factual evaluation of evidence or the valuation of property by the court of first instance, and procedural defects regarding the declaration of inadmissibility do not constitute grounds for appeal unless explicitly mandated by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 867 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 867/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Ψαράκη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1738/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2520/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/6/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 394/2002, 1104/2000, 652/88).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στην περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ.
ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ. είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ.
άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 του ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματος του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (βλ.
σχετ. Ολ ΑΠ 12/2000). Επομένως, με την παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να δεχθεί την από το άρθρο 263 δ' ΚΠολΔ αναβλητική ένσταση του εναγομένου, περί μη καταβολής των εξόδων της προηγούμενης δίκης ή να αναστείλει την διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ) μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνεται ο ανωτέρω λόγο αναίρεσης, διότι, αφενός, η διάταξη του άρθρου 263 δ'ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται σε απαράδεκτο που οδηγεί σε απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος, αλλ' ούτε και σε απαράδεκτο συζητήσεως (ΑΠ1383/2000) και, αφετέρου, η αναστολή, λόγω εκκρεμοδικίας, επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (ΑΠ 1393/2010, 588/09, 207/08, 290/2005).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για την θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 8 ή τον ως άνω αναφερθέντα από τον αριθμό 14 (ΑΠ 1631/2009, 373/1989).
Για να είναι δε ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστάμενη στο ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιό σημείο αυτή δεν είναι πλήρης και σε τι συνίσταται η αοριστία της για να κριθεί εάν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, όπως, επίσης και ότι ο σχετικός λόγος που θεμελιώνει το λόγο αοριστίας είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκε, νομίμως, στο Εφετείο, διότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο δεν επιτρέπεται (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1631/2009, 222/2009, 1543/2008, 765/2008, 202/2004).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τα υπό στοιχεία α' και γ' σκέλη του πρώτου αναιρετικού λόγου, προσάπτει στο Εφετείο τις από το άρθρο 559 αριθ. 1, και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις, διατεινόμενη, αντιστοίχως, ότι:
α) προέβαλε ενώπιον αυτού τον ισχυρισμό της καταβολής των εξόδων προηγούμενης δίκης και δη αυτών προς απάντησή της επί της από 21-01-2009 (αρ. κατ. 10737/793/23-01-2009), όμοιας με την ένδικη, αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, εναντίον της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από το δικόγραφο της οποίας αυτός παραιτήθηκε, πλην όμως η πληττόμενη απόφαση τον απέρριψε ως απαράδεκτο, κατά παραβίαση των κανόνων του άρθρου 263 Κ.Πολ.Δ. και ανάλογη εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 295 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, ενώ έπρεπε να κηρύξει το απαράδεκτο της συζητήσεως και ν' αναβάλει τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, μέχρις ότου της καταβληθούν, από τον αντίδικό της, τα ως άνω έξοδα. Και,
β) Με το να δεχθεί, το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης, μετά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου, την εναντίον της ένδικη αγωγή, εν μέρει και να του επιδικάσει το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφασή του χρηματικό ποσό ως συμμετοχή του στα αποκτήματα κατά την διάρκεια του γάμου τους, και να μην την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας, συνεπεία ασκήσεως κατ' αυτής, προγενεστέρως, άλλης αγωγής του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, η οποία και εκκρεμούσε, παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 221 και 222 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού οι μεν από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την αναβλητική ένσταση της αναιρεσείουσας, περί καταβολής των εξόδων προηγούμενης δίκης, καθώς και το αίτημά της, περί αναστολής της δίκης επί της ένδικης αγωγής, λόγω εκκρεμοδικίας, δεν ιδρύουν τέτοιο το λόγο, ενώ οι αποδιδόμενες, στην προσβαλλομένη απόφαση, πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρονται σε παραβίαση κανόνων, αμιγώς, δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, με το υπό στοιχείο β' σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στην κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 263, 1400 και 1401 ΑΚ απόρριψη της ένστασης της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, περί διετούς, από τη λύση ή ακύρωση του γάμου της με τον ήδη αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών του, από αποκτήματα και στη μη κήρυξη απαράδεκτης της εναντίον της αγωγής αυτού. Ο λόγος, όμως, αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος:
α) Κατά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του λόγω της αοριστίας του, αφού, πλην της αναφοράς στο αναιρετήριο ότι "...η αναιρεσιβαλλομένη απορρίψασα τη νομότυπη ένσταση παραγραφής που υπέβαλα και απέδειξα με τα ως άνω έγγραφα, παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 263,1400 και 1401 ΑΚ...", δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό ούτε η επίμαχη ένσταση, όπως ακριβώς αυτή προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αν και πως επαναφέρθηκε, νομίμως, στο Εφετείο, ούτε, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες φέρεται να συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση των ως άνω κανόνων δικαίου, όπως ήταν τούτο αναγκαίο, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως. Και,
β) κατά την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίασή του, διότι ο λόγος δεν ιδρύεται, αφού η παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων δεν συνεπάγεται την απόρριψη της, εναντίον της, αγωγής ως απαράδεκτης, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμης. Με το υπό στοιχείο δ' σκέλος, επίσης, του ίδιου λόγου αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο ότι με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένδικη αγωγή και να μην την απορρίψει ως αόριστη, κατά παραδοχή της σχετικής, περί αοριστίας, ένστασης της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1400 ΑΚ, 116, 118 και 119 ΚΠολΔ και υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθ' όλες τις αιτιάσεις του, αφού για την θεμελίωση τους δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της, ως αόριστης φερομένης, ένδικης αγωγής, ο περί αοριστίας της ισχυρισμός της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ο τρόπος και το δικονομικό στάδιο της προβολής του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και της νόμιμης επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να κριθεί εάν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της, και, τέλος, δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση τις οποίες κρίθηκε ορισμένη η ένδικη αγωγή και, συνακόλουθα, απορρίφθηκε η περί του αντιθέτου ένσταση της αναιρεσείουσας και υπό τις οποίες φέρεται να συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση, όπως απαιτείται για τον αναιρετικό έλεγχο των επικαλουμένων πλημμελειών.
ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τo από 28-09-2000 αποδεικτικό κατάθεσης ποσού 29.000.000 δρχ. στον κοινό με τον αντίδικό της λογαριασμό υπ' αριθμ. ...80144 στην Τράπεζα ..., το οποίο ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιόν του (Α.Π. 2035/2013, 1805/2009, 1212/2007).
IV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 130/2012). Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως:
α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου,
β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και,
γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο τις από τους αριθμούς 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, διατεινόμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο τoυ από 28-09-2000 εγγράφου αποδεικτικού κατάθεσης ποσού 29.000.000 δρχ. στον κοινό με τον αντίδικό της λογαριασμό υπ' αριθμ. ...80144 της Τράπεζας ..., δεχθέν, με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το αναφερόμενο σ' αυτό χρηματικό ποσό κατατέθηκε εξ ιδίων χρημάτων του ήδη αναιρεσιβλήτου, προερχομένων από αποζημίωση, που είχε λάβει λόγω επισυμβάντος σ' αυτόν, τροχαίου ατυχήματος. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, διότι: α) κατά την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που του αποδίδει η αναιρεσείουσα. Και,
β) κατά την από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου διότι, ανεξαρτήτως της παντελούς έλλειψης αναφοράς στο αναιρετήριο των σχετικών κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου, που έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, οι επικαλούμενες ελλείψεις της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, υπό το πρόσχημα δε της θεμελίωσης της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται, απαραδέκτως, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (ΑΠ 657/2005).
V. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως και, έτσι, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 1530/2008, 559/2008, 1321/2007).
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, 176/2011, 1/2008).
Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλονται, από την αναιρεσείουσα οι από τους αριθμούς 8 και 10 άρθρ. 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, με την επίκληση ότι χωρίς να προταθεί από τους διαδίκους και χωρίς να διεξαχθεί απόδειξη, το Εφετείο δέχθηκε ότι το τίμημα αγοράς του ενδίκου ακινήτου, μοναδικού αποκτήματος κατά την διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, που αποτελεί, περαιτέρω καθοριστικό στοιχείο και για τον υπολογισμό της κατά τον κρίσιμο χρόνο αξίας του, βάσει της οποίας ζητούσε με την ένδικη αγωγή του ο τελευταίος να προσδιορισθεί η συμμετοχή του στην κτήση του, ανερχόταν σε 150.000.000 δρχ. (440.205,42 ευρώ) και όχι σε 50.726.117 δρχ. (148.866,08 ευρώ), όπως αναγραφόταν στο σχετικό συμβόλαιο και συνομολογούσε ο αντίδικός της.
Αμφότερες, όμως, οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτες, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι σχετικές κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι επικαλούμενες, από την αναιρεσείουσα παραβάσεις, πέραν του ότι ο από τον αριθμό 8 λόγος, δεν ιδρύεται, αφού το ύψος του τιμήματος αγοράς, του ενδίκου ακινήτου δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθέν από τις σχετικές αποδείξεις, ενώ από τον αριθμό 10, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, περί της εν μέρει παραδοχής της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου.
VI. Με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενη ότι παραβιάζοντας τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 806, 807 και 442 ΑΚ, απέρριψε την προβληθείσα, με τις προτάσεις της, ένσταση συμψηφισμού ανταπαιτήσεώς της, κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, ποσού 54.268,56 ευρώ, από δάνειο, το οποίο αυτή είχε χορηγήσει στον ήδη αναιρεσίβλητο, κατά την διάρκεια του γάμου τους. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο αυτό η επικαλουμένη ένσταση όπως αυτή προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αν και πως επαναφέρθηκε, νομίμως, στο Εφετείο, πλην της αόριστης αναφοράς στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ότι αυτή (ένσταση) υποβλήθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας και τέλος, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο καθόλου, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες φέρεται να συντελέσθηκε η παραβίαση των επικαλουμένων κανόνων δικαίου, για το εφικτό του αναιρετικού ελέγχου.
VII. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά (ΑΠ 481/13, 214/2012) .
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Αν, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν και έγινε νόμιμη επίκλησή τους, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1763/2007, 1595/2006).
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της εν μέρει ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, κατά το ποσό των 14.816,66 ευρώ, που του επιδίκασε ως συμμετοχή του στα αποκτήματα του γάμου του με την αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα γενικώς και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα".
Από την γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τις μνημονεύει ειδικώς και δεν τις αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις αναφερόμενες, υπό τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, υπ' αριθμ. …02/2000 και …23/2000 δηλώσεις φόρου γονικής παροχής προς την Α' ΔΟΥ ..., περί δωρεάς στην αναιρεσείουσα, από τους γονείς της, σε μετρητά, 46.000.000 δρχ.
για την αγορά του ενδίκου ακινήτου, τα υπ' αριθμ. …86/2001 και …90/2001 διπλότυπα καταβολής φόρου των εν λόγω γονικών παροχών και, ακόμη, την αναφερόμενη στο οικείο μέρος του εβδόμου λόγου με αριθμ. ειδοποίησης ...21 δήλωση ΕΝΦΙΑ του 2016, που εκδόθηκε από την ΔΟΥ ..., στην οποία αναφέρεται η τότε αντικειμενική αξία του ενδίκου ακινήτου, ως ανερχομένη σε 190.762 ευρώ.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και ο έβδομος, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Ο έβδομος λόγος, κατά το από τον αριθμό 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκή, άλλως αντιφατική αιτιολογία, αφού δέχθηκε ότι η αξία του ενδίκου ακινήτου, κατά τον επίμαχο χρόνο, ήταν 250.000 ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη του το ως άνω έγγραφο, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, αντί να δεχθεί ότι η αξία αυτού δεν υπερέβαινε το 70% της ως άνω αντικειμενικής, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Και τούτο διότι, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, καθόλου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά μόνο όσα, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, φέρεται να δέχθηκε το Εφετείο, τα ως άνω επικαλούμενα, προς θεμελίωση του παρόντος λόγου, δεν αποτελούν "ζητήματα", διότι αυτά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, έτσι, υπό την επίφαση της επικαλουμένης παραβάσεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν ιδρύεται ο υπόψη λόγος.
VIII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτός με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/06/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2520/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ