Supreme Court dismisses appeal and request for retrial due to inadmissible additional grounds and lack of basis for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and her separate request for a retrial, ruling both procedurally inadmissible or unfounded. The court held that additional grounds of appeal were rejected because the claim regarding the presumption of innocence was not properly raised in the lower court's appeal, violating specific admissibility requirements. Furthermore, the request for retrial was deemed baseless since it presupposed the acceptance of the appeal and the subsequent annulment of the executed judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2), 571(1), 111(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 1(12)(a) of Law 1157/1981; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: Additional grounds of appeal are inadmissible if not filed with the required thirty-day notice or if the substantive claim was not properly raised in the lower court's appeal, rendering the retrial request baseless without the annulment of the executed judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 476 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 476/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αιτούσας την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Α. Χ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Αλφαντάκη.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρτέμη Κυριαζή
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5412/2005 μη οριστική και 2452/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6844/2013 μη οριστική και 1542/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2017 αίτησή της και τους από 10-10-2018 πρόσθετους αυτής λόγους, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την από 9-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, των πρόσθετων αυτής λόγων και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. 1 και 111 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει ότι τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ' αναβολή ή ματαίωση (Ολομ ΑΠ 143/1984), στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα καταθέσεως, επιδόσεως και συζητήσεως (Ολομ ΑΠ 33/1996).
Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη των πρόσθετων λόγων ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 785/2014, ΑΠ 599/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν.1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας." Από τη σαφή διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως και των ομοίων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα (7 μ.μ.) της επόμενης εργάσιμης ημέρας (Ολομ ΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των προσθέτων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτοντας και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 33/1996 ΑΠ 163 και 266/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 12 Νοεμβρίου 2018. Η αναιρεσείουσα κατέθεσε το από 10-10-2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης την 11-10-2018, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα, με αποτέλεσμα η τριακοστή ήμερα από την επομένη της κατά τα άνω κατάθεσης (και με την εκδοχή ότι η επίδοσή του έγινε αυθημερόν) να συμπίπτει με την 10-11-2018, ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο αυτού του έτους.
Συνεπώς η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινομένη αντιστοίχως, λήγει την 7η μ.μ. της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή της 12-11-2018, η οποία είναι η ορισθείσα δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία, αφού η ημέρα κατάθεση (και επίδοσης) και η ημέρα της δικασίμου δεν υπολογίζονται. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Εξαίρεση δικαιολογείται μόνο αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλομΑΠ 15/2000, ΑΠ 40/2018,ΑΠ 157/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της υπ' αριθ. 2452/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή, που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο κατά της αναιρεσείουσας και άλλων (υπαλλήλων του και μη), περί αναγνωρίσεως της εις ολόκληρον υποχρεώσεως των εναγομένων να του καταβάλουν αποζημίωση λόγω της εις βάρος του τελεσθείσας από αυτούς και από κοινού αδικοπραξίας, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 11.10.2012 (αριθ.
εκθ. κατ. 6627/2012) έφεσή της και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1542/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση από ουσιαστική άποψη. Η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 7.11.2017 αίτησή της για αναίρεση της εν λόγω απόφασης. Με το μοναδικό λόγο αυτής αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώα για τα ποινικά αδικήματα της πλαστογραφίας και απάτης, ενώ έπαυσε οριστικά η κατηγορία λόγω παραγραφής για κάποιες μερικότερες πράξεις απάτης, σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου δυνάμει της υπ' αριθ. 3463/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατηγορίες ταυτιζόμενες απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά τους με το αστικό αδίκημα επί του οποίου το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη της για την καταβολή αποζημίωσης στο αναιρεσίβλητο.
Ότι, παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική της ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική της ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής της ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή της κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6§2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα τις οποίες δεν εφάρμοσε, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί της παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας προτάθηκε από αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας παραδεκτά με λόγο εφέσεως. Επομένως, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας, τέτοιος ισχυρισμός περί τεκμηρίου αθωότητας, επί του οποίου ερείδεται το προβαλλόμενο σφάλμα της απόφασης, δεν προτάθηκε με λόγο εφέσεως στο δικαστήριο της ουσίας.
Ούτε πάλι η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ιδίως ότι πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ενώ στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός, που αφορά ο λόγος αναιρέσεως, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη αυτού, είναι απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η από 9.11.2018 (ασκηθείσα με αυτοτελές δικόγραφο) αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, και αφορά την καταβολή από αυτήν στο αναιρεσίβλητο της επιβληθείσας σε βάρος της δικαστικής δαπάνης σε εκτέλεση της εφετειακής απόφασης, καθίσταται πλέον αβάσιμη, γιατί ένα τέτοιο αίτημα προϋποθέτει την αποδοχή της αιτήσεως και την αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2017 αίτηση της Α. Χ., καθώς και τους από 10.10.2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της ίδιας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1542/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την από 9.11.2018 αίτηση της ίδιας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ