Legislator Case Law & Legislation
785/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding late filing of additional appeal arguments.

Case Number 785/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal and additional arguments against a final divorce judgment. The court found the additional arguments were filed late, violating the strict thirty-day pre-hearing filing requirement under Greek Civil Procedure Law. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569(2), 571(1) and 11(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Additional appeal arguments must be filed and served at least thirty full days before the scheduled hearing, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
additional appeal arguments procedural inadmissibility thirty day rule filing deadline service requirements divorce appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 571(1) of the Code of Civil Procedure
Article 11(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 143/1984
Supreme Court Case 33/1996
Supreme Court Case 599/2011
Supreme Court Case 897/2008
Supreme Court Case 473/1983

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 785 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 785/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στο σπίτι της δελφής του Α. χας Ν. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τσιρογιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Χ. Κ., θυγ. Ν. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καραστρατή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 826/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4047/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την 3 Οκτωβρίου 2013 αίτησή της και των από 13 Ιανουαρίου 2014 προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων (κυρίου και προσθέτων) της αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ'αναβολή ή ματαίωση (Ολ ΑΠ 143/1984), στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης, επίδοσης και συζήτησης (Ολ ΑΠ 33/1996).

Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008).

Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι με το υπ'αριθ. εκθ. καταθ. 4/2014 δικόγραφο ασκηθέντες, από 13-1-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης αφού, από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας, προκύπτει μεν ότι το σχετικό δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως (την 13-1-14), δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (17-2-14) δεν προκύπτει όμως και ότι αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εντός της ίδιας προθεσμίας καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει (αλλά ούτε και επικαλείται) την αποδεικνύουσα εμπρόθεσμη επίδοση σχετική έκθεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ.1, 144 παρ.1, 553 παρ.1β, 294, 295 και 297-299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, από το δικόγραφο της οποίας εχώρησε νομίμως, κατά τις διατάξεις 294,295 ΚΠολΔ, παραίτηση του εκκαλούντος πριν από τη συζήτηση αυτής, αρχίζει από την επομένη της γενομένης παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης και όχι από την επομένη της επιδόσεως της εκκληθείσας απόφασης κατά της οποίας, και μετά την παραίτηση από την κατ'αυτής ασκηθείσα έφεση ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 473/1983, ΑΠ 1548/2005).

Κατ'ανάλογη εφαρμογή της παραπάνω, νομολογιακά γενομένης δεκτής απόψεως, πρέπει να γίνει επίσης δεκτό ότι, σε περίπτωση παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο ασκηθείσας απ'αυτόν αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου, που έλυσε το γάμου του με τον/τη σύζυγο του, η προθεσμία προς άσκηση αναψηλάφησης κατ'αυτής, η άπρακτη πάροδος της οποίας καθιστά την απόφαση αμετάκλητη, αρχίζει από την επομένη της κατά τα άνω παραίτησης από το δικόγραφο της ασκηθείσας αναίρεσης και όχι από την επίδοση της αναιρεσιβληθείσας τελεσίδικης απόφασης.

Η κρίση δ'αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 295 και 299 ΚΠολΔ η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι αυτή (αναίρεση) θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, και επομένως δεν είναι επιτρεπτό να προσδιοριστεί ως αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση αναψηλάφησης ο χρόνος παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, αφού αυτή θεωρείται ότι δεν υπήρξε αναδρομικά για το λόγο ότι, ως μη ασκηθείσα κατά την ορθή ερμηνεία της διατάξεως του άρθ. 295 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να θεωρείται η διαδικαστική πράξη στην οποία αφορά η παραίτηση (ανάκληση) όχι ως προς την υπόστασή της αλλά ως προς τις έννομες συνέπειές της και μάλιστα μόνο ως προς εκείνες που είναι δεκτικές παραίτησης.

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 299 ΚΠολΔ επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 294-298 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνης που αναφέρεται στην παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, και επί των ενδίκων μέσων πρέπει να νοηθεί μόνο κατά το μέτρο που οι τελευταίες συμβιβάζονται με τη συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη (παραίτηση) και προσαρμόζονται προς τον ειδικό χαρακτήρα και τα αποτελέσματα αυτής.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1391, 1442 και 1438 ΑΚ προκύπτει ότι,η, υπάρχοντος του γάμου, περί διατροφής αξίωση της αιτήσασας τη διάξευξή της συζύγου, παύει από τότε που καταστεί αμετάκλητη η κηρύττουσα τη λύση του γάμου δικαστική απόφαση, της μετά το διαζύγιο ενδεχομένη περί διατροφής αξιώσεως αυτής (συζύγου) από το άρθρο 1442 ΑΚ., αποτελούσας νέα, επί διαφορετικών κατά νόμο προϋποθέσεων θεμελιούμενη, αξίωση, για την οποία απαιτείται η έγερση νέας αγωγής (ΑΠ 2070/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13, 495/2013, ΑΠ 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το αρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1438 και 1442 ΑΚ έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν (εν μέρει) βάσιμη, την κατ' αυτού περί επιδίκασης διατροφής αγωγή της αναιρεσίβλητης συζύγου του για το, συνεστώτος του γάμου, χρονικό διάστημα 26-1-2010 μέχρι 25-1-2013, παρά τη μη συνδρομή της απαιτουμένης για την αιτηθείσα επιδίκαση προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή του γάμου και κατά το αιτηθέν χρονικό διάστημα, ενόψει του ότι αυτός, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, είχε λυθεί αμετακλήτως από 29-12-2008, οπότε κατέστη αμετάκλητη η, κατά την 26-5-2008 επιδοθείσα στην αναιρεσίβλητη, υπ' αριθμ. 1928/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία λύθηκε τελεσίδικα ο μεταξύ τους γάμος, λόγω αφενός της κατά την 10-1-2011 λαβούσης χώρα παραίτησης της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο της ασκηθείσας κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης (από 23-5-2008) αίτησης αναίρεσης και αφετέρου της παρόδου έκτοτε της εξάμηνης (χωρίς το συνυπολογισμό του μήνα Αυγούστου) προς άσκηση αναψηλάφησης προθεσμίας, δεχθείσα (η προσβαλλομένη απόφαση), με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ότι η παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο της αναίρεσης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ότι αυτή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, δεν ανατρέχει, αναφορικά με τον υπολογισμό των προθεσμιών του αμετακλήτου, αναδρομικά στον χρόνο επίδοσης της τελεσίδικης απόφασης λύσης του γάμου και επομένως ο εν λόγω υπολογισμός δεν αφετηριάζεται από τον χρόνο της κατά τα άνω επίδοσης αλλά από το χρόνο της γενόμενης παραίτησης (10-1-2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο κατέστη αμετάκλητη, η απαγγείλασα τη λύση του γάμου των διαδίκων υπ' αριθ. 1928/2008 απόφαση ότι, επί της από 17-10-2006 αγωγής του αναιρεσείοντος περί λύσεως του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, λόγω τετραετούς διαστάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7578/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του.

Κατόπιν της από 17-12-2007 έφεσής του κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ.1928/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή διαζυγίου και λύθηκε (τελεσίδικα) ο γάμος των διαδίκων, στη συνέχεια δε η εφετειακή απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με θυροκόλληση στις 26-05-2008.

Αυτή άσκησε την από 23-05-2008 αίτηση αναίρεσής της, η οποία ορίστηκε να συζητηθεί, μετ'αναβολή, κατά τη δικάσιμο της 10-01-2011, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ασκηθείσας αναίρεσης, συνταχθέντος σχετικά του υπ' αριθ. 1/2011 πρακτικού συνεδριάσεως του αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου.

Στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή απόφαση, δέχεται ότι "Στην προκειμένη περίπτωση γεννάται θέμα ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστη αμετάκλητη η απόφαση και ειδικότερα αν κατέστη αμετάκλητη κατά το χρόνο παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης ή θεωρείται ότι επήλθε αναδρομικά από τότε που πέρασε η προθεσμία προσβολής της πρωτόδικης απόφασης με τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα.

Σημειωτέον ότι υποστηρίζονται αμφότερες οι απόψεις και αυτοί που υποστηρίζουν την αναδρομικότητα προβάλλουν το επιχείρημα ότι η παραίτηση έχει ως συνέπεια να θεωρείται ότι δεν έγινε το ένδικο μέσο (Κ.Πολ.Δ 295, 299). Ορθότερη όμως φαίνεται η αντίθετη άποψη, υπέρ της οποίας συνηγορούν λόγοι οικονομίας της δίκης και ουσιαστικής απονομής της δικαιοσύνης, καθώς και ανάγκη να αποτραπούν δυσμενή επακόλουθα, που μπορεί να έχει, επί διαπλαστικών ιδίως αποφάσεων, η αναδρομική επέλευση του αμετακλήτου, λόγο για τον οποίο ακολουθεί την άποψη αυτή και το παρόν δικαστήριο (πρβλ Ολ Α.Π 473/1983).

Στη συνέχεια όπως υποστηρίζει και ο εναγόμενος- εκκαλών η αγωγή της ενάγουσας επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη ασκήθηκε στις 25-1-2010 και το επίδικο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητεί διατροφή η ενάγουσα, ως εν διαστάσει σύζυγος, είναι από 26-1-2010 και μέχρι 25-1-2013, ήτοι μια τριετία από την επίδοση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη κατέστη αμετάκλητη στις 2-1-2011 (αντί του ορθού 10-1-2011) δηλαδή την επόμενη ήμερα παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης. Επομένως, αφού έχει εκδοθεί απόφαση διατροφής εν διαστάσει συζύγου, που καταλαμβάνει χρόνο και πέραν από τη μεταγενεστέρως κηρυχθείσα αμετάκλητη λύση του γάμου, από του χρονικού αυτού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως, καθόσον μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου επέρχεται απόσβεση της αξίωσης διατροφής συζύγου για το μέλλον και το παρόν δικαστήριο θα εξετάσει για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα".

Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις διαλαβούσα στο σκεπτικό της πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία αναφορικά με το κρίσιμο με την έκβαση της δίκης ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο καθίσταται αμετάκλητη η τελεσιδίκως λύσασα το γάμο εφετειακή απόφαση σε περίπτωση παραίτησης του διαδίκου συζύγου από την ασκηθείσα κατά της εν λόγω απόφασης αναίρεση δεχθείσα, ορθώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, ότι ο υπολογισμός των προθεσμιών που προβλέπονται από τις οικείες δικονομικές διατάξεις για να καταστεί αμετάκλητη η τελεσίδικη απόφαση που έλυσε το γάμο αφετεριάζεται, στην περίπτωση αυτή, από τον χρόνο της γενομένης παραίτησης από την αναίρεση και όχι από την επίδοση της εφετειακής ως άνω απόφασης, με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις. Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω και ενόψει της μη υπάρξεως άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-10-2013 αίτηση και τους από 13-1-2014 προσθέτους λόγους αναίρεσης της 4047/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ