Legislator Case Law & Legislation
471/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where first-instance court properly rejected claimant's argument regarding overtime approval hierarchy.

Case Number 471/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor court decision rejecting his overtime wage claim. The appellant argued the trial court failed to consider his specific claim that direct administrative approval was required, but the court found it had addressed and rejected this argument as factually unsupported. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the first-instance court failed to consider a substantive claim presented by a party, rather than merely rejecting arguments based on evidence evaluation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive claim labor dispute overtime approval hierarchy of authority rejection of argument legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 471 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής,που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" Α.Ε. (Ο.Τ.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 163/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδάφ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.

Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επομένως και με το δικόγραφο της αναιρέσεως. Η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως, ανατρέχει μάλιστα στο χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του δικογράφου έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΟλΑΠ 17/2013, 5/2001, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 891/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20-02-2018 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 31/22-2-2018) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 163/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 20-11-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσιβλήτου, για την επιδίκαση αμοιβής του για υπερωριακή εργασία. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού στο δικόγραφο της αναιρέσεως, το οποίο επιδόθηκε νομίμως στην αναιρεσίβλητο εταιρεία, περιέχεται ρητή δήλωση του έχοντος προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου του αναιρεσείοντος Επαμεινώνδα Κουφογιάννη (βλεπ. υπ'αριθμ. .../23-1-2018 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χανίων Ελένης Κοκκινάκη) περί παραιτήσεώς του από του δικαιώματος ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής (αρθρ. 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία"(ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999).Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι (ΑΠ 869/2017, 214/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 5 Οκτωβρίου 1981 και απασχολήθηκε σε αυτήν μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2013, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς με τη συναίνεση της εναγομένης στο πλαίσιο προγράμματος οικειοθελούς αποχώρησης εργαζομένων.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 01-08-2008 έως 31-12-2012 ο ενάγων απασχολούταν ως τεχνικός ασφαλείας στην Υποδιεύθυνση Εσωτερικής Υπηρεσίας Προστασίας και Πρόληψης (ΕΣΥΠΠ) της εναγομένης. Ότι τα ειδικότερα καθήκοντα του ενάγοντος ως τεχνικού ασφαλείας διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" και του Ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων" και συνίσταντο στην παροχή υποδείξεων και συμβουλών στον εργοδότη, γραπτών ή προφορικών, σε θέματα σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων, στην παροχή συμβουλών σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, προμήθειας μέσων και εξοπλισμού, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας, καθώς και διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και γενικά οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, στον έλεγχο της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους, στην επίβλεψη της εφαρμογής των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, στην επιθεώρηση τακτικά των θέσεων εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, στην αναφορά στον εργοδότη οποιασδήποτε παράλειψης των μέτρων υγείας και ασφάλειας, στην επίβλεψη ορθής χρήσης των ατομικών μέσων προστασίας, στην έρευνα των αιτίων των εργατικών ατυχημάτων, στην εποπτεία εκτέλεσης ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού για τη διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων.

Επίσης, ότι είχε υποχρέωση να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κίνδυνου που συνεπάγεται η εργασία τους, να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας (άρθρ. 14 και 15 Ν. 3850/2010 και άρθρ. 6 και 7 Ν. 1568/1985).

Ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 Ν. 3850/2010 και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 Ν. 1568/1985 η άσκηση του έργου του τεχνικού ασφάλειας δεν αποκλείει την ανάθεση σε αυτόν από τον εργοδότη και άλλων καθηκόντων, πέρα από το ελάχιστο όριο ωρών απασχόλησης του ως τεχνικού ασφάλειας. Ότι στις 31 Δεκεμβρίου 2012 έληξε η θητεία του ως τεχνικού ασφαλείας, ενώ κατά την αξιολόγησή του κατά το έτος 2012 η απόδοσή του αξιολογήθηκε από τους αρμόδιους επιθεωρητές της εναγομένης με συνολική βαθμολογία 2,44 και με περιγραφή επιπέδου αξιολόγησης "χρειάζεται βελτίωση".

Ότι στα σχόλια των αξιολογητών του αναφέρεται ότι ο ενάγων ενώ πραγματοποιούσε ικανοποιητικά το ελεγκτικό του έργο δεν συμμετείχε ποτέ στη γραπτή αποτύπωση και αξιολόγηση του επαγγελματικού κινδύνου και των προληπτικών μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται, με τη σύνταξη εκτιμήσεων επαγγελματικού κινδύνου, προδιαγραφών ασφαλείας κλπ. (βλεπ.

την έκθεση αξιολόγησης του ενάγοντος για την περίοδο 01-01-2012 έως 31-12- 2012 που επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη). Περαιτέρω, ότι αποδείχθηκε ότι εκτός από τα πιο πάνω καθήκοντα του τεχνικού ασφαλείας ανατέθηκε στον ενάγοντα η υποχρέωση να διενεργήσει εμπεριστατωμένη έρευνα προς κάθε κατεύθυνση σε τρεις συγκεκριμένες υποθέσεις, με σκοπό να διερευνηθούν οι υποθέσεις αυτές και να καταλογισθούν τυχόν πειθαρχικές ευθύνες στους εργαζομένους της εναγομένης που εμπλέκονταν.

Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμό .../17-03-2008 εμπιστευτικού εγγράφου της εναγομένης ανατέθηκε στον ενάγοντα να διενεργήσει εμπεριστατωμένη και προς κάθε κατεύθυνση ανάκριση, με σκοπό την πλήρη διερεύνηση υπόθεσης ένοπλης ληστείας που έλαβε χώρα στις 31 Δεκεμβρίου 2007 στο Τ.Ε.Κ. ... και τον καταλογισμό ευθυνών κατά παντός υπαιτίου.

Επίσης, με το υπ' αριθμό .../09-06-2009 εμπιστευτικό έγγραφο της εναγόμενης του ανατέθηκε να διενεργήσει εμπεριστατωμένη και προς κάθε κατεύθυνση ανάκριση, με σκοπό την πλήρη διερεύνηση υπόθεσης ανεύρεσης ρεταλιών άχρηστων καλωδίων από τα οποία είχε παρανόμως αφαιρεθεί ο χαλκός, με προφανή σκοπό την πώληση, και τα οποία βρέθηκαν σε κλειδωμένη αποθήκη του κτηρίου του Μηχανογραφικού Κέντρου της εναγομένης.

Ακόμη, με το υπ' αριθμό .../15-10-2010 εμπιστευτικό έγγραφο ανατέθηκε στον ενάγοντα να διενεργήσει εμπεριστατωμένη και προς κάθε κατεύθυνση ανάκριση, με σκοπό την πλήρη διερεύνηση υπόθεσης μη τήρησης των προβλεπομένων διαδικασιών στο Συγκρότημα Μεταφορικών Μέσων, με σκοπό τον καταλογισμό ευθυνών κατά παντός υπαιτίου.

Ότι για όλες τις προαναφερόμενες υποθέσεις ο ενάγων είχε την υποχρέωση να συντάξει έκθεση ανάκρισης την οποία έπρεπε να αποστείλει με όλα τα σχετικά στοιχεία του υπό σχηματισμό φακέλου στην Υποδιεύθυνση Κανονισμών Προσωπικού και Πειθαρχικού Ελέγχου της εναγομένης. Ότι εκτός των τριών (3) προαναφερομένων υποθέσεων δεν αποδείχθηκε ότι ανατέθηκε στον ενάγοντα η διερεύνηση άλλων περιστατικών, και δη η διενέργεια έρευνας επί ανταγωνιστικών προς τα συμφέροντα της εναγόμενης πράξεων εργαζομένων στην ...

και στα ... και επί μήνυσης κατά εργαζομένων του Ο. Τ. Ε. στη ... κατά το έτος 2006, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, δεδομένου ότι η ασαφής και αποσπασματική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης περί τούτου δεν ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τα αντίστοιχα έγγραφα της εναγομένης περί ανάθεσης της σχετικής εντολής, όπως αυτά προσκομίζονται και από τους δύο διαδίκους για τις τρεις (3) υποθέσεις που αποδείχθηκε ότι πράγματι ανατέθηκαν στον ενάγοντα.

Οτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διεκπεραίωσε εν μέρει τη διερεύνηση των προαναφερόμενων τριών (3) υποθέσεων και με μεγάλη καθυστέρηση και ειδικότερα δε διεκπεραίωσε ποτέ την έρευνα της υπόθεσης κλοπής χαλκού από τα καλώδια που βρέθηκαν κλειδωμένα σε αποθήκη του Μηχανογραφικού Κέντρου της εναγομένης, παρά τις συνεχείς ειδοποιήσεις της τελευταίας για άμεση διαβίβαση της έκθεσης ανάκρισης, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος παραγραφής τυχόν πειθαρχικών παραπτωμάτων (βλεπ.

τα υπ' αριθ. .../26-07-2010, .../04-04-2011, .../11-01-2013 έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη). Οτι διεκπεραίωσε τμηματικώς την υπόθεση διαδικασίας προμηθειών ανταλλακτικών στο Συγκρότημα Μεταφορικών Μέσων, δηλαδή κατά ένα μέρος της στις 14 Ιουνίου 2011, αποστέλλοντας την έκθεση ανάκρισης για τη συγκεκριμένη υπόθεση αναφορικά με έναν εργαζόμενο, που έπρεπε να διαχωριστεί από την υπόλοιπη υπόθεση εξαιτίας αποχώρησης του εργαζομένου από την υπηρεσία της εναγομένης, ενώ η έρευνα για την υπόθεση αυτή ολοκληρώθηκε στις 22 Ιουνίου 2012, δηλαδή περίπου δύο (2) χρόνια μετά την ανάθεσή της στον ενάγοντα , ενώ η έρευνα για την υπόθεση της ένοπλης ληστείας που έγινε στο Τ.

Ε. Κ. ... ολοκληρώθηκε εν τέλει στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, όπως τούτο ομολογείται από την εναγομένη. Ότι από όλα τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-03-2013, κατά το οποίο ο εναγών υποστηρίζει ότι εργαζόταν υπερωριακώς, αυτός ήταν επιφορτισμένος με τη διερεύνησης μίας (1) εκ των ανωτέρω αναφερομένων υποθέσεων, δηλαδή με την υπόθεση διαδικασίας προμηθειών ανταλλακτικών στο Συγκρότημα Μεταφορικών Μέσων, δεδομένου ότι η διερεύνηση της υπόθεσης της ένοπλης ληστείας στο Τ.

Ε. Κ. ... ολοκληρώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, δηλαδή εκτός του ένδικου χρονικού διαστήματος, ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης ρεταλιών καλωδίων, από τα οποία αφαιρέθηκε ο χαλκός, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ από τον ενάγοντα. Ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εργάσθηκε υπερωριακώς κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, κατά τις ώρες που αναφέρει ανά μήνα στην αγωγή του, προκειμένου να διεκπεραιώσει τα ως άνω ανακριτικά καθήκοντα που του ανατέθηκαν, δεν αποδείχθηκε και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, κατά τις ώρες που υποστηρίζει στην αγωγή του.

Ότι η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων εργαζόταν υπερωριακώς από τρεις (3) έως έξι (6) ώρες καθημερινώς, δεν επαρκεί για την απόδειξη της βάσης της αγωγής, καθώς δεν ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα, απεναντίας ανατρέπεται από αντίθετα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες βεβαιώσεις υπαλλήλων της που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, σύμφωνα με τις οποίες δεν δόθηκε ποτέ προηγούμενη έγκριση από τον προϊστάμενο του ενάγοντος για την πραγματοποίηση υπερωριακής απασχόλησης, όπως προβλέπεται από τον Εσωτερικό Κανονισμό Προσωπικού της εταιρίας, ενώ όσες φορές παρέμεινε ο ενάγων στα γραφεία της εναγομένης αυτό έγινε για λόγους που δεν αφορούσαν την υπηρεσία αλλά δικούς του προσωπικούς λόγους.

Ότι, κυρίως με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η πραγματοποίηση υπερωριακής απασχόλησης εκ μέρους του ενάγοντος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το διάστημα από 01-01-2011 έτος 31-03-2013, στο οποίο αφορά η αγωγή, ο ενάγων ήταν επιφορτισμένος με τη διερεύνηση μίας (1) και μοναδικής υπόθεσης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, την οποία μάλιστα διεκπεραίωσε σε διάστημα δυο (2) ετών από την ανάθεσή της.

Ότι άλλωστε, τη σχετική έρευνα είχε αναλάβει από κοινού με τον μάρτυρα απόδειξης, Ν. Γ. και συνεπώς ο φόρτος εργασίας επιμεριζόταν σε δύο άτομα. Ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 15 παρ. 3 Ν. 3850/2010 και 7 παρ. 3 Ν. 1568/1985 που προαναφέρθηκαν, ήταν επιτρεπτή κατά νόμο η ανάθεση στον ενάγοντα, εκτός από την άσκηση του έργου του τεχνικού ασφάλειας, και άλλων καθηκόντων από την εναγομένη εντός του νομίμου ωραρίου του των 7 ωρών και 40 λεπτών έως 31-12-2011 και των 7 ωρών από 01-01-2012 και έπειτα, και συνεπώς ήταν δυνατό παράλληλα με τα καθήκοντα του τεχνικού ασφαλείας εντός του νομίμου ωραρίου, χωρίς να χρειάζεται υπερωριακή εργασία, να ασκεί ο ενάγων και τα ανακριτικά του καθήκοντα, συνεκτιμώντας την έκταση των συγκεκριμένων καθηκόντων κατά το ένδικο διάστημα (μία υπόθεση έρευνας), το χρόνο ολοκλήρωσης της έρευνας (δύο χρόνια για μία υπόθεση) και την ανάθεση της ίδιας υπόθεσης σε συνεργασία με άλλον εργαζόμενο.

Ότι από την έκθεση αξιολόγησης του έτους 2012, που αναφέρθηκε παραπάνω, συνάγεται ότι ο εναγών δεν συμμετείχε στη γραπτή αποτύπωση και αξιολόγηση του επαγγελματικού κινδύνου και των προληπτικών μέτρων που έπρεπε να λαμβάνονται, γεγονός που του εξοικονομούσε χρόνο από το νόμιμο ωράριο εργασίας. Ότι από τις καταστάσεις μισθοδοσίας του ενάγοντος που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη προκύπτει ότι, όποτε στο παρελθόν χρειάσθηκε να πραγματοποιήσει υπερωριακή απασχόληση ο ενάγων, κατόπιν έγκρισης της εναγόμενης, καταβλήθηκε κανονικά η αμοιβή του για αυτήν, ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι είχε επανειλημμένα ζητήσει την αμοιβή για την επίμαχη υπερωριακή απασχόληση δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι [...] ο ενάγων δεν εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του και ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-03-2013, κατά το οποίο υποστηρίζει ότι εργαζόταν υπερωριακώς, αυτός, πέραν του κύριου καθήκοντός του, που ήταν αυτό του τεχνικού ασφαλείας, ασχολήθηκε με τη διερεύνησης της υπόθεσης διαδικασίας προμηθειών ανταλλακτικών στο Συγκρότημα Μεταφορικών Μέσων, την οποία διεκπεραίωσε με τη συνδρομή και του εργαζόμενου, μάρτυρα απόδειξης Ν.

Γ., σε διάστημα δύο (2) ετών από την ανάθεσή της, εργαζόμενος εντός του κανονικού ωραρίου, εξοικονομώντας σχετικό χρόνο από το νόμιμο ωράριο εργασίας του από τη μη συμμετοχή του στη γραπτή αποτύπωση και αξιολόγηση του επαγγελματικού κινδύνου και των προληπτικών μέτρων που έπρεπε να λαμβάνονται και ότι όσες φορές παρέμεινε στα γραφεία της εναγομένης, αυτό έγινε για λόγους που δεν αφορούσαν την υπηρεσία, αλλά για δικούς του προσωπικούς λόγους [...], δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ως άνω άρθρων 1 παρ. 2 Ν. 435/1976 και 8 παρ. 2 ΝΔ 4020/1959, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού με βάση τα πραγματικά περιστατικά που κατά τα παραπάνω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ως άνω ζήτημα της μη υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, είναι αβάσιμοι. Οι με τους ίδιους πιο πάνω λόγους προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, με το να δεχθεί ότι για να αμειφθεί η υπερωριακή εργασία στον ΟΤΕ είναι απαραίτητο να υπάρχει και προηγούμενη έγκριση από τον προϊστάμενό του για την εκτέλεση της συγκεκριμένης υπερωριακής εργασίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ.δ του ΕΚΠ-ΟΤΕ, είναι αβάσιμες, αφού, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο δε στήριξε την κρίση του για την απόρριψη της αγωγικής αξίωσης για επιδίκαση αμοιβής για υπερωριακή εργασία στο γεγονός ότι δεν χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα έγκριση από τον προϊστάμενό του για να πραγματοποιήσει υπερωριακή εργασία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά έλαβε υπόψη του και το γεγονός αυτό, συνεκτιμώντας το με τις λοιπές αποδείξεις ως πραγματικό επιχείρημα προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' και 19 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Δικαστήριο, με την κρίση του ότι ήταν επιτρεπτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3 του Ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" και 15 παρ.3 του Ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", η ανάθεση στον ενάγοντα, εκτός από την άσκηση του έργου του τεχνικού ασφάλειας, και άλλων καθηκόντων εντός του νομίμου ωραρίου των 7 ωρών και 40 λεπτών έως 31-12-2011 και των 7 ωρών από 01-01-2012 και έπειτα, χωρίς να χρειάζεται υπερωριακή εργασία, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν τον ίδιο (ενάγοντα), αφού αυτός ήταν τεχνικός ασφαλείας πλήρους απασχόλησης σε υπηρεσία ΕΣΥΠΠ του ΟΤΕ και ότι οποιαδήποτε πρόσθετη εργασία του ανατίθετο έπρεπε υποχρεωτικά να εκτελείται εκτός του ωραρίου του, ενώ δεν περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 15 του Ν. 3850/2010, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης, την οποία παραβίασε και στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού τα προβαλλόμενα με αυτόν περιστατικά, πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία για τη μη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος περί υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσείοντος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ενώ περαιτέρω, το γεγονός αυτό λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, συνεκτιμώμενο με τις λοιπές αποδείξεις ως πραγματικό επιχείρημα προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία και την εντεύθεν απόρριψη της σχετικής αγωγικής αξιώσεώς του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11γ' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 663 παρ.1, 666 παρ. 1, 671 παρ.1 εδ.

δ`, 237 παρ. 1 εδ. β` και γ`, 270 παρ.1, 2 και 6 και 591 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν την εφαρμογή του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/ 23.7.2015), που εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 26-10-2015, ήτοι πριν την 1-1-2016 (άρθρ. 9 αριθμ. 2 του ως άνω νόμου), προκύπτει ότι και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώπιον του δικαστηρίου οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις τους, το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, να καταθέσουν, προαποδεικτικώς και όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις τους.

Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και ακόμη επιτρέπεται, πλέον του σχολιασμού αυτού, να προταθούν, με την εν λόγω προσθήκη, ισχυρισμοί και να προσκομισθούν ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Επομένως, μετά το πέρας της συζήτησης, με την εμπροθέσμως κατατιθέμενη προσθήκη στις προτάσεις, επιτρέπεται μόνον ο σχολιασμός των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον, με την εν λόγω προσθήκη παραδεκτώς προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Επίκληση και προσκομιδή αποδεικτικού μέσου προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, των ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εντός των τριών εργασίμων ημερών από τη συζήτηση, με την προσθήκη στις προτάσεις τους, είναι απαράδεκτη, εκτός αν γίνεται επίκληση ότι αφορά την αντίκρουση συγκεκριμένων ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, ως τοιούτων νοουμένων των αυτοτελών ισχυρισμών, στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έλαβε υπόψη τέτοιες αποδείξεις, χωρίς να βεβαιώνει ότι συντρέχει περίπτωση παραδεκτού κατά την ΚΠολΔ 591 παρ. 1 περ.

δ`, όπως, κατά τα άνω, ισχύει, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ. 707/1974, ΑΠ 74/2017, ΑΠ 543/2014, ΑΠ 66/2007, ΑΠ 659/2007, ΑΠ 1672/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρ.559 αριθ.11 περ. γ` ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμό .../27-10-2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Συμώνης Δημητρακοπούλου, η οποία είχε ληφθεί ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη - πριν από 24 ώρες - κλήτευση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και την οποία αυτός (ενάγων και ήδη αναιρεσείων) είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως στο Δικαστήριο, μετά την κατά τις 26-10-2015 συζήτηση της υπόθεσης, με την κατατεθείσα στις 29-10-2015 προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του, για την αντίκρουση πραγματικών ισχυρισμών της εναγομένης που προτάθηκαν το πρώτον στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 29-10-2015 προσθήκης-αντίκρουσης των ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατατεθεισών προτάσεων του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, σ' αυτήν αναφέρεται ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση προσκομίζεται προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος.

Επομένως, η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, που δεν είχε προσκομισθεί από τον ενάγοντα για την αντίκρουση νέων πραγματικών ισχυρισμών προταθέντων το πρώτον από την εναγομένη στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, ήταν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και το Εφετείο, που δεν την έλαβε υπόψη, με την ίδια αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Αίτηση κατά την ανωτέρω έννοια είναι και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 123/2016).Το παραδεκτό της πρότασης του λόγου, προϋποθέτει ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ` ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 323/2017), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις του να προσκομίσει η εναγομένη αντίγραφο των καθημερινών κινήσεών του στην Υπηρεσία (προσέλευσης και αναχώρησης στο Μέγαρο του ΟΤΕ), όπου τηρείται ηλεκτρονικό αρχείο προσέλευσης και αναχώρησης με ειδική κάρτα που φέρει ο κάθε εργαζόμενος, από το οποίο θα αποδειχθεί πλήρως η παραμονή του στην υπηρεσία καθημερινά για τις ώρες που αναφέρει στην αγωγή του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το περί επιδείξεως εγγράφων αίτημα δεν ήταν παραδεκτό και σύννομο, δεδομένου ότι δεν ήταν σαφής ο προσδιορισμός των αιτούμενων να επιδειχθούν εγγράφων και αφετέρου δεν βεβαιωνόταν ότι πράγματι η εναγομένη κατείχε τα έγγραφα αυτά κατά το χρόνο υποβολής του (αιτήματος), ενώ περαιτέρω το Δικαστήριο, με το να απορρίψει "σιγή", χωρίς δηλαδή ειδική αναφορά το αίτημα αυτό, δεν αποδέχθηκε την ύπαρξη τέτοιων αποδείξεων, αφού στήριξε το πόρισμά του σχετικά με την μη πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη υπ' αριθμ. ...

και .../23-10-2015 ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 76/2016).

Εξάλλου, δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 71/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον κρίσιμο αυτοτελή ισχυρισμό που πρότεινε με την αγωγή του, ότι δηλαδή για την πρόσθετη εργασία για την διεκπεραίωση των ανακριτικών καθηκόντων που του ανατέθηκαν, είχε δοθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 ΕΚΠ-ΟΤΕ έγκριση απευθείας από τη Διοίκηση του ΟΤΕ και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη η έγκριση του προϊσταμένου του Τμήματός του, αφού η Διοίκηση του ΟΤΕ είναι ιεραρχικά ανώτερη από τον προϊστάμενο του Τμήματος.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, με το να δεχθεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι η εκτέλεση των ως άνω ανακριτικών καθηκόντων πραγματοποιήθηκε εντός του κανονικού ωραρίου εργασίας, πέραν του οποίου δεν αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε ο ενάγων, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό, τον απέρριψε όμως εκ του πράγματος ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 183 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-02-2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 163/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ