Legislator Case Law & Legislation
470/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of contradictory provisions in operative part.

Case Number 470/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued the lower court's decision contained contradictory provisions and misinterpreted EU competition law, but the court found no contradictions in the operative part of the judgment. The court ruled that contradictions must exist in the operative part to constitute a valid ground for appeal, and since none were found, the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; Contradictory provisions in a judgment must exist in the operative part to constitute a valid ground for appeal, not merely in the reasoning.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory provisions operative part judgment EU competition law civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 470 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 470/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "UNIFLAME ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "UNIFLAME S.A.", που εδρεύει στα Γλυκά Νερά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νικολαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "GIZEH RAUCHERBEDARF GmbH", που εδρεύει στη Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μιχελή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1319/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4989/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 4989/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Aθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 3.4.2017 αγωγή της, η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, επικαλούμενη κατάρτιση τον μήνα Οκτώβριο 2006, σύμβασης αποκλειστικής διανομής με την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εμπορική εταιρεία παραγωγής και εμπορίας καπνικών προϊόντων και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της τελευταίας στις 24.6.2016, ζήτησε κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί εμπορικής αντιπροσωπείας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει αποζημίωση πελατείας, αποζημίωση για τα αδιάθετα εμπορεύματα που προμηθεύθηκε από την αναιρεσίβλητη, διαφυγόντα κέρδη του διαστήματος από της επομένης της καταγγελίας έως και ένα εξάμηνο περαιτέρω, και περαιτέρω, επικαλούμενη αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης από την άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης, ζήτησε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη, από τη προσβολή της φήμης και της εμπορικής πίστης που υπέστη.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 1319/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, ως μη νόμιμη ως προς την αδικοπρακτική της βάση και ως ουσία αβάσιμη κατά τα λοιπά, δεχθείσα ότι η συνεργασία των διαδίκων έφερε τον χαρακτήρα όχι της αποκλειστικής, αλλά αυτή της απλής διανομής.

Ακολούθως επί της από 26.6.2019 έφεσης της ηττηθείσας ενάγουσας, εκδόθηκε η με αριθμό 4989/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη) η οποία απέρριψε την έφεση στο σύνολό της. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018, ΑΠ 191/2016).

Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευομένου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προωθήσεως ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.

Επομένως, βασικά στοιχεία της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, στην οποία, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης εφαρμόζονται αναλογικά μόνον οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εντολής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής, η οποία όμως αίρεται, κατ' αρχήν, όταν εντός αυτής η διανομή περιορίζεται συμβατικά από τον παραγωγό σε ορισμένα μόνον σημεία ή σε περιορισμένο κύκλο πελατών, αφού ο περιορισμός αυτός επηρεάζει καταφανώς την επιχειρηματική δραστηριότητα του διανομέα και μειώνει την αυτοδέσμευση του παραγωγού.

Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.

Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, είναι δυνατή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα, προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).

Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό εντάξεως στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.

Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιο του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).

Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής (και όχι αποκλειστικής διανομής), δηλαδή εκείνων στις οποίες προμηθευτής - παραγωγός δεν αυτοδεσμεύτηκε να διαθέτει τα προϊόντα του αποκλειστικά στο διανομέα για ορισμένη περιοχή ή και ο τελευταίος να μη διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού προμηθευτή, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα αναλήψεως υποχρεώσεως μη ανταγωνισμού και προωθήσεως διαρκώς και αποκλειστικώς των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013).

Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος.

Περαιτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως αποκλειστικής ή απλής διανομής, καθώς και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 772/2012).

Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα, κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 928/2019, ΑΠ 878/2018, ΑΠ 925/2017), ενώ, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1665/2018).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ.1 ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 867/2019).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 839/2023,ΑΠ 1277/2020, 19/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, τα ακόλουθα: " Η εκκαλούσα δραστηριοποιείται από το 1994 στην εισαγωγή στην Ελλάδα, και εμπορία, χονδρική και λιανική, πάσης φύσεως προϊόντων καπνού, συστατικά προϊόντων καπνού καθώς και αξεσουάρ σχετικά με το κάπνισμα.

Η εφεσίβλητη, γερμανική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Gummersbachτης Ρηνανίας-Βεστφαλίας, δραστηριοποιείται από το 1920 στην παραγωγή και εμπορία προϊόντων καπνού και ειδών καπνιστού τόσο στη Γερμανία όσο και χώρες του εξωτερικού. Έχει ήδη καταχωρήσει και εκμεταλλεύεται τα ευρέως γνωστά στο χώρο των καπνιστών σήματά της Gizeh και Mascotte, τα δε προϊόντα που παράγει και φέρουν τα εν λόγω σήματα χωρίζονται σε επιμέρους ποιοτικές κατηγορίες, κάθε μία εκ των οποίων έχει τον δικό της κωδικό προϊόντος....

Οι διάδικες εταιρείες ήρθαν πρώτη φορά σε επαφή τον Σεπτέμβριο 2006 στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας ... και ήδη από τον Οκτώβριο του 2006 κατόπιν προφορικής συμβάσεως αορίστου χρόνου ξεκίνησε η συνεργασία τους δυνάμει της οποίας η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στην εκκαλούσα το τσιγαρόχαρτο "Gizeh extra slim" και η τελευταία να το μεταπωλεί στην Ελλάδα σε τρίτους, στο δικό της όνομα και για λογαριασμό της, με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο και κέρδος της (εκκαλούσας) το οποίο συνίστατο στην διαφορά τιμολόγησης του προϊόντος κατά την αγορά του και κατά την πώληση αυτού η δε τιμολόγηση του προϊόντος κατά την μεταπώλησή του στην Ελλάδα, θα γινόταν αποκλειστικά και μόνο από την εκκαλούσα, η οποία με τον τρόπο αυτό θα καθόριζε και το περιθώριο κέρδους της επί των προϊόντων της εφεσίβλητης....Η εν λόγω συνεργασία των διαδίκων εταιρειών διακόπηκε με απόφαση της εφεσίβλητης στις 24.6.2016, οπότε ο διευθυντής διεθνών πωλήσεων της εφεσίβλητης ενημέρωσε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την εκκαλούσα ότι η εφεσίβλητη για λόγους μη ανεύρεσης της κατάλληλης εμπορικής ισορροπίας μεταξύ των εκατέρωθεν συμφερόντων, αποφάσισε να μην εξακολουθήσει την πώληση των προϊόντων της στην εκκαλούσα, επιλέγοντας επιπροσθέτως, να εντείνει τις ήδη υφιστάμενες συναλλαγές της με την δραστηριοποιούμενη στην Ελλάδα εταιρεία...

μέσω της οποίας και πάλι η εκκαλούσα θα μπορούσε ελευθέρως να προμηθεύεται τα προϊόντα της, δίχως καμία εμπλοκή τιμών, με όρους που θα συμφωνούσε η εκκαλούσα με την ανωτέρω εταιρεία.

Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα εξής: Καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους οι διάδικες εταιρείες με πλήρη γνώση των εκατέρωθεν ενεργειών, συνεργάζονταν και με άλλες εταιρείες ανταγωνιστικές των συμφερόντων των εκατέρωθεν διαδίκων εταιρειών, χωρίς ποτέ να υφίσταται οποιαδήποτε μορφής συμφωνία , ή απορρέουσα εκ της υφισταμένης συμβάσεώς τους υποχρέωση περί παράλειψης των εν λόγω ανταγωνιστικών εκατέρωθεν ενεργειών.

Συγκεκριμένα, η εφεσίβλητη, εν γνώσει της εκκαλούσας συναλλασσόταν με πλείονες εισαγωγείς-χονδρεμπόρους στην ελληνική επικράτεια, πωλώντας τα ίδια προϊόντα που πωλούσαν στην εκκαλούσα με το σήμα "Gizeh", μεταξύ άλλων και στις ελληνικές εταιρείες... καθώς και σε ατομικές επιχειρήσεις με τους διακριτικούς τίτλους...

οι οποίες δραστηριοποιούνταν γεωγραφικά στην ίδια αγορά με την εκκαλούσα, ενώ για τα ίδιας κατηγορίας προϊόντα του σήματος "Mascotte" κύριος εισαγωγέας της εφεσίβλητης ήταν η εταιρεία με την επωνυμία "Α. ΑΕ". Ωσαύτως η εκκαλούσα ήταν ελεύθερη και εμπορευόταν σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων σε μεγάλες ποσότητες προϊόντα της ίδιας κατηγορίας με αυτά που εισήγαγε από την εφεσίβλητη (δηλαδή τσιγαρόχαρτα και φίλτρα τσιγάρων) διεθνών ανταγωνιστών της τελευταίας, όπως των διεθνούς φήμης εταιρειών...

αλλά και δικών της με τη δική της επωνυμία "UNIFLAME" και τα δικά της σήματα. Ωσαύτως, με βάση τις εκατέρωθεν συμφωνίες ουδεμία υποχρέωση της εκκαλούσας υφίστατο περί (α) εκπλήρωσης συγκεκριμένων ποσοστών αγορών προϊόντων της εφεσίβλητης, (β) δαπάνης ποσών για τη διενέργεια προωθητικών ενεργειών και διαφημίσεων των προϊόντων της εφεσίβλητης και (γ) γνωστοποίησης στοιχείων του πελατολογίου της στην εφεσίβλητη.

Ειδικότερα, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα η εκκαλούσα ουδέποτε δέχθηκε, καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εφεσίβλητη, εντολές ή ελέγχους από την τελευταία, ούτε εντάχθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση της επιχείρησής της αλλά παρέμεινε αυτοτελής και ανεξάρτητη, καθορίζοντας η ίδια, στα πλαίσια της δικής της αυτοτελούς επιχειρηματικής δραστηριότητας, τον τρόπο δράσης της, τα δε καθαρά κέρδη της από την πώληση των προϊόντων της εφεσίβλητης αντιπροσώπευαν το 2015, οπότε υφίστατο σε πλήρη εξέλιξη η συνεργασία της με την εκκαλούσα, ποσοστό 10% περίπου των καθαρών κερδών της.

Ούτως η ίδια η εκκαλούσα επέλεγε και τα μέσα προώθησης και διαφήμισης των προϊόντων που πωλούσε, όπως έπραττε με όλες τις εταιρείες που εκπροσωπούσε, μεταξύ των οποίων και των ως άνω ανταγωνιστικών της εκκαλούσας εταιρειών...περιλαμβάνοντας τα ανταγωνιστικά προϊόντα των τελευταίων (τσιγαρόχαρτα και φίλτρα τσιγάρων) στους καταλόγους των προϊόντων της, διαφημίζοντας αυτά με αναγραφή των σημάτων τους στα επαγγελματικά της οχήματα, και εκθέτοντάς τα μαζί με τα προϊόντα της εφεσίβλητης στο περίπτερό της, στις εκθέσεις που συμμετείχε, όπως συνέβη και στη κλαδική έκθεση "Mini Market και περιπτέρου" τον Νοέμβριο 2012, χωρίς να υφίσταται κανένας έλεγχος από την εφεσίβλητη.

Η διατήρηση δε, εγκαταστάσεων (στηλών ή βάσεων διαφήμισης σε σημεία λιανικής πώλησης και εκθέσεων καπνικών προϊόντων ) προς το σκοπό προώθησης των πωλήσεων των προϊόντων που προμηθευόταν από την εφεσίβλητη και η απασχόληση προσωπικού καταλλήλου ποιοτικώς και αριθμητικώς, εντασσόταν στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνεργασίας των διαδίκων εταιρειών, με σκοό, αφενός, την καλόπιστη εκτέλεση της σύμβασης, και αφετέρου, την αύξηση των κερδών και των δύο εταιρειών μέσω συναινετικών πρακτικών πώλησης των εν λόγω καπνικών προϊόντων.

Ωσαύτως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε υποχρεώσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την εκκαλούσα να προβαίνει σε αγορά ή πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων προϊόντων παραγωγής της, ή να υποχρεώνεται σε επίτευξη συγκεκριμένων επιχειρηματικών στόχων ή να διατηρεί υποχρεωτικά αποθέματα αυτών των προϊόντων στην αποθήκη της (αδιάθετα προϊόντα) ούτε υφίστατο συμβατικά τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων εταιρειών.

Τέλος, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, μέσω της συνεργασίας της με την εφεσίβλητη, επαγγελματικά απόρρητα της τελευταίας, ούτε, βεβαίως, είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση τήρησης επαγγελματικής εχεμύθειας, αφού δυνατότητα γνώσης τέτοιων απορρήτων από την ίδια (εκκαλούσα) δεν υφίστατο εκ των πραγμάτων.

Ενόψει των ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντων, ουδόλως προέκυψε ότι η συμβατική σχέση των διαδίκων εταιρειών ήταν αυτή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991... αλλά σύμβαση απλής διανομής (αγοράς προς μεταπώληση) προϊόντων της εφεσίβλητης που συνήφθη υπό τους ανωτέρω διαλαμβανομένους λόγους..".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. β' του ν. 3557/2007, για το λόγο ότι αυτή δεν εφαρμόστηκε, παρόλο που "ερμηνευόμενη ευρέως προσήκει σε κάθε συμβατικό μόρφωμα του διαμεσολαβητικού εμπορίου, ανεξαρτήτως της αποκλειστικότητος και της ρήτρας μη ανταγωνισμού, κατά τη διάρκεια του οποίου παράγονται οφέλη για τον προμηθευτή, τα οποία αυτός μπορεί να εκμεταλλευθεί μετά τη λύση της σύμβασης....", πολύ περισσότερο αφού "...

εν προκειμένω, καίτοι η αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι ήδη προς της έναρξης της συνεργασίας μας η εταιρεία μας λειτουργούσε ως αποκλειστικός διανομέας ανταγωνιστικών των δικών της προϊόντων...συμφώνησε ως προς αυτό το γεγονός και σύναψε την μεταξύ μας σύμβαση αποκλειστικής διανομής..". Ο λόγος αυτός ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ουδόλως διαλαμβάνονται σ'αυτόν οι παραδοχές της προσβαλλομένης, σε κάθε περίπτωση δε, ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο, διότι, στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης απόφασης δεν υφίσταται παραδοχή, ότι η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε της ρήτρας ανταγωνισμού στα πλαίσια κατάρτισης σύμβασης αποκλειστικής διανομής που συνήψε με την αναιρεσείουσα. Αντιθέτως, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης, η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων εταιρειών σύμβαση ήταν αυτή της απλής διανομής, δεδομένου ότι εξέλιπαν άπαντα τα προσδιοριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής χαρακτηριστικά.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, αναιρετικώς ανελέγκτως δέχθηκε, ότι παρεκτός της συνεργασίας αμφοτέρων των διαδίκων με πλείονες ανταγωνιστικές εταιρείες, δεν υφίστατο καθεστώς εντολών και ελέγχου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ούτε συμφωνία για επίτευξη συγκεκριμένου στόχου πωλήσεων των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, ούτε αντιστοίχως πλαφόν αγορών των προϊόντων της τελευταίας από την αναιρεσείουσα, ούτε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να προβαίνει σε προωθητικές και διαφημιστικές των προϊόντων της αναιρεσίβλητης ενέργειες, ούτε υποχρέωση γνωστοποίησης του πελατολογίου της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη, ούτε υποχρέωση διατήρησης αποθεμάτων των προϊόντων της τελευταίας, ούτε τέλος, υποχρέωση εχεμύθειας και επαγγελματικού απορρήτου και ότι συνεπώς εξέλιπαν τα κριτήρια προσδιορισμού της εν λόγω σύμβασης ως αποκλειστικής διανομής.

Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, ορθώς η προσβαλλομένη δεν προέβη σε αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στην επίδικη σύμβαση, κρίνοντας, ότι ουδέποτε η αναιρεσείουσα ενήργησε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της προμηθευτού της αναιρεσίβλητης (άρθρ.14 παρ. 4 εδ. β'ν. 3557/2007), αφού κυρίως δεν διαπίστωσε την με ιδιαίτερη ένταση τήρηση κάποιας από τις νόμιμες υποχρεώσεις εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ούτε την μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης επαγωγή ωφελειών στο πρόσωπο της εντολέως αναιρεσίβλητης, εξ αιτίας ιδίως, της μη γνωστοποιήσεως σ'αυτή του πελατολογίου της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 2197/2007).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1215/2010, ΑΠ 2219/2014).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ( ΑΠ 1286/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1210/2008).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αιτιώμενη ειδικότερα, παράλειψη της προσβαλλομένης να κάνει χρήση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να αξιολογήσει ορθώς τα κριτήρια του χαρακτηρισμού της επίδικης σύμβασης ως σύμβασης αποκλειστικής διανομής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος εξ αιτίας της αοριστίας του, καθόσον αφενός μεν, δεν διαλαμβάνει τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αφετέρου δε, ουδόλως εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασαφούς σημείου ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στις άνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε ούτε και εμμέσως την συνδρομή κενού ή ασάφειας της μεταξύ των διαδίκων επίδικης σύμβασης. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 513/2016, ΑΠ 25/2011).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 612/2020, ΑΠ 433/2020).

Τέλος, έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνει τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαιωθέντα ( ΑΠ 794/2017, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1713/2010, ΑΠ 7/2007, ΑΠ 1168/2001, ΑΠ 751/1996).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη, ότι δεν "αξιολόγησε ορθώς" τα αναφερόμενα εκτυπωθέντα και προσκομισθέντα με επίκλησή τους, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της αναιρεσίβλητης, καθώς και το περιεχόμενο των εναρίθμων, αναφερομένων στο αναιρετήριο, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων, Δ.

Μ., Π. Μ., Ρ. Β., Γ. Π., και Δ. Μ., από τα οποία, ενώ σαφώς προέκυπτε ότι η σύμβαση που συνέδεε τα διάδικα μέρη ήταν αυτή της αποκλειστικής διανομής, εν τούτοις το Εφετείο δέχθηκε ότι επρόκειτο για σύμβαση απλής διανομής. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί παραμόρφωσης από το Εφετείο των προαναφερομένων προσκομισθέντων και επικληθέντων από την ίδια εγγράφων (ηλεκτρονικών επιστολών) δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος" αυτών, αλλά στη πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλουμένων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο ουσίας κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η ίδια θεωρεί ορθό.

Δηλαδή, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται και ως αβάσιμος, διότι το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της απλής διανομής, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά.

Περαιτέρω, και κατά το μέρος που ο λόγος αυτός αφορά στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, είναι απαράδεκτος , δεδομένου ότι η ένορκη βεβαίωση, κατά το μέρος που στο περιεχόμενό της διαλαμβάνονται όσα βεβαίωσε ο ενόρκως εξετασθείς μάρτυρας, δεν συνιστά έγγραφο που να επιδέχεται παραμόρφωση του περιεχομένου του.

Σημειώνεται ότι ο ανωτέρω λόγος κατά το μέρος που με αυτόν γίνεται επίκληση και των πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, προεχόντως λόγω αοριστίας εφόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται το περιεχόμενο των διατάξεων για την αποκλειστική διανομή, μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς ουδόλως να εκθέτει συγκεκριμένη αντίφαση ή ανεπάρκεια στην αιτιολογία, ούτε εξ άλλου εκθέτει ποιό ισχυρισμό με την προαναφερθείσα έννοια δεν έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, ή ποιό δέχθηκε χωρίς να έχει προσαχθεί απόδειξη.

Οι ίδιοι, εξάλλου λόγοι είναι απαράδεκτοι, και για το λόγο ότι, με την κατ' επίφαση επίκλησή τους η αναιρεσείουσα (που στα πλαίσια αυτών αναλύει και σχολιάζει το αποδεικτικό υλικό, εκθέτοντας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου όλα τα συνιστώντα αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής της αντιδίκου της περιστατικά, επιχειρώντας την επανάκριση της υπόθεσης), πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία αυτής πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για "εσφαλμένη ερμηνεία του όρου <ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου> στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής , λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων". Ακολούθως, διατυπώνει απόσπασμα της προσβαλλομένης, συναφώς προς τον τζίρο που η ίδια πραγματοποίησε κατά τα έτη 2006 έως 2016 και τους κωδικούς των προϊόντων που διέθεσε προς μεταπώληση, αναλύει εκτενώς το περιεχόμενο άλλων και δη, των με αριθμούς 1519/2013 και 1853/2013 αποφάσεων αυτού του Δικαστηρίου, και συνεπαγωγικά μετά παράθεση πολλαπλών επιχειρημάτων, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της τις ένορκες βεβαιώσεις και ηλεκτρονικές επιστολές που προσεκόμισε με επίκληση, και συνεπώς, δεν διερεύνησε την ουσία της έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων, τέλος δε, "δεν απέδωσε την δέουσα βαρύτητα στην αναζήτηση της εσωτερικής όψης της υπό κρίση σύμβασης".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της πλήρους αοριστίας του, εξ αιτίας, αφενός μεν, της μη αναφοράς των ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης, αλλά και διότι τα λοιπά προβαλλόμενα σ'αυτόν αποτελούν απαράδεκτες αιτιάσεις αναφερόμενες σε θέματα ουσίας και εκτίμηση των αποδείξεων που βρίσκονται πέραν της έρευνας του παρόντος δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση, επειδή ο λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται προεχόντως διότι οι αποδείξεις και τα επιχειρήματα δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

Σημειώνεται ότι η διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί εσφαλμένης απόρριψης του κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσείουσας ως αορίστου (αρθ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) παρεκτός της αοριστίας του, προβάλλεται άνευ εννόμου συμφέροντος, και συνεπώς αλυσιτελώς, καθόσον μετά την απόρριψη της αγωγής από τα δικαιώματα της αποκλειστικής διανομής, ως αβάσιμης, η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης.

Στο άρθρο 101 της ΣυνθΛΕΕ ορίζονται ειδικότερα τα εξής: 1. Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων,γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού,δ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.2.

Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες.3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες:- σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων,- σε κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, και- σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών,η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, και η οποία:α) δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και β) δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων".

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής της ΕΕ δημοσιεύμενης στην επίσημη εφημερίδα της Ε.Ε. Το άρθρο 101 της συνθήκης διαλαμβάνει κατευθυντήριες γραμμές -οδηγίες που εφαρμόζονται αποκλειστικά σε συμφωνίες μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, απαγορεύοντας τις συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού.Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές περιέχουν τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες αξιολογούνται βάσει του άρθρου 101 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που αφορούν οριζόντιες συνεργασίες.

Μια συνεργασία είναι "οριζόντιας φύσεως" εάν αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών. Επιπλέον, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές καλύπτουν επίσης συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ μη ανταγωνιστών, π.χ. μεταξύ δύο εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις ίδιες αγορές προϊόντων αλλά σε διαφορετικές γεωγραφικές αγορές χωρίς να είναι δυνητικοί ανταγωνιστές.

Το άρθρο 101 εφαρμόζεται μόνο στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Ως εκ τούτου, οι αρχές που διατυπώνονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές για τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 101 βασίζονται στην παραδοχή ότι μια συμφωνία οριζόντιας συνεργασίας μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών σε σημαντικό βαθμό.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΟλΑΠ 13/1995).

Αντίθετα, η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών, εφόσον δεν επέχουν θέση διατακτικού της απόφασης ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 930/2017, ΑΠ 1320/2011, ΑΠ 2096/2009, ΑΠ 1231/2006), ο οποίος, εξ άλλου, για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες αντιφάσεις (ΑΠ 1320/2011, ΑΠ 570/2010).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει συλλήβδην τις πλημμέλειες από τους αρ. 1,17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζουσα "εσφαλμένη ερμηνεία της ρήτρας μη ανταγωνισμού υπό το φως του άρθρου 101 ΣυνθΛΕΕ (Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης)", για το λόγο ότι "σε αντίθεση με την ευρωενωσιακή νομοθεσία, προκρίνει μία ερμηνεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που αποκλείει την καθόλα νόμιμη και συμβατή με το άρθρο 101 ΣυνθΛΕΕ πολλαπλή αποκλειστική διανομή", με συνέπεια να πάσχει η αναιρεσιβαλλομένη από αντιφατικότητα και έλλειψη αιτιολογιών.

Ο λόγος αυτός ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον προβάλλεται το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, χωρίς να συντρέχει μία των εξαιρέσεων του άρθρου 562 ΚΠολΔ, αλλά και διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης , ούτε οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου, στη προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει εφαρμογή του άρθρου 101 ΣυνθΛΕΕ καθόσον τούτο αφενός μεν, διαλαμβάνει κατευθυντήριες γραμμές -οδηγίες και όχι διατάξεις νόμου αφετέρου δε, εφαρμόζεται μόνο στις συμφωνίες οριζόντιας συνεργασίας οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, στοιχείο περί του οποίου δεν γίνεται επίκληση.

Τέλος, από την επισκόπηση της απόφασης και δη του περιεχομένου του διατακτικού της, αυτό είναι σαφές ότι δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ώστε να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για το παραδεκτό της αίτησής της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί αυτή, λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.3.2023 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ