Legislator Case Law & Legislation
930/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague grounds and failure to specify document content.

Case Number 930/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court distorted specific legal documents, but the court rejected this claim because the appeal grounds were too vague and failed to detail the actual content of the documents in question. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for lack of specificity, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 20 and 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground for distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to specify the document's content and the content attributed to it by the court of first instance.

Keywords

AI generated
distortion of document inadmissible appeal vague appeal grounds Code of Civil Procedure specificity requirement legal costs procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 930 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 930/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Β. - Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πάτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. Σ. - Δ., ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1586/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1870/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 8-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι ο εργοδότης μπορεί να απολύσει το μηνυθέντα μισθωτό χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση, πλην όμως η τελική κρίση για το κύρος της καταγγελίας θα λάβει χώρα μετά τον τερματισμό της ποινικής διαδικασίας, από την έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί όχι το κύρος της καταγγελίας αυτής, αλλά αν υφίσταται ή όχι υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, η μη καταβολή της οποίας και μόνο μέσα σε εύλογο χρόνο από τον τερματισμό αυτό επιφέρει την ακυρότητά της και καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο.

Η καταγγελία για το λόγο αυτό, της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού, δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., εκτός αν κατ` επίφαση έγινε για τέτοιο λόγο, έστω και αληθή, ενώ στην πραγματικότητα έγινε για άλλους λόγους που την καθιστούν αντικείμενη στο άρθρο 281 Α.Κ.

Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (ΑΠ 444/2016, 991/2015, 965/2013, 2234/2013).

Εξάλλου, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ. Ακόμη, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία όταν ο εργοδότης ασκεί το σχετικό δικαίωμα επειδή εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας με το μισθωτό και δημιουργήθηκε μεταξύ τους κλίμα οξύτητας, που έχει ως αποτέλεσμα τη μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης (ΑΠ 167/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013).

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

2. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε την 1-1-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τον τότε ... Σ. Π., τον οποίο διαδέχθηκε ο Γ. Σ. και στην συνέχεια ο Ν. Μ., προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, στο ....

Ότι το έτος 1993 στο ως άνω Υποθηκοφυλακείο διορίστηκε ως άμισθος ... η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας ως υπαλλήλου, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, αντί μηνιαίων αποδοχών, καθοριζόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων όλης της Χώρας".

Ότι στις 2/1/2006 η εναγομένη προσέλαβε τον Κ. Α., λογιστή, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία παρατάθηκε μέχρι 31/12/2007, προκειμένου να διενεργήσει οικονομικό έλεγχο για τη δεκαετία 1996-2006 στο Υποθηκοφυλακείο …, επειδή υποψιάζονταν οικονομικές παρατυπίες και ατασθαλίες των υπαλλήλων, που εργάζονταν σ’ αυτό.

Επίσης, με τις από 19/12/2006 και 18/12/2006 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγομένη προσέλαβε την σύζυγο του ανωτέρω Α. Κ. και Δ. Κ., για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι. Ότι ο εν λόγω έλεγχος περατώθηκε περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 2007 και επακολούθησε η υποβολή εκ μέρους του Κ.

Α. στις 27/9/2007 της .../27.9.2007 αναφοράς του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αντίγραφο της οποίας υπέβαλε, επίσης, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, στο Υπουργείο Κοινωνικής Προστασίας και στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Ότι στο συμπέρασμα του άνω ελέγχου αναφέρονται τα εξής: ‘ ‘ ....1. Για ποιο λόγο επελέγη από την εκάστοτε Ταμία ο προαναφερόμενος τρόπος καταχώρισης του ειδικού γραφικού δικαιώματος 0,69 εν αγνοία σας. 2) Αν έχουν γίνει επιστροφές του αντίστοιχου ανά τριμηνία ποσοστού 0,69 από την Β’ ..., σε ποιον και πότε, ενόψει του ότι υπάρχουν τραπεζικές επιταγές - κατ’ εντολή Α.

Β.- το Γ’ τρίμηνο του έτους 2005. 3) Αν έχουν επιστραφεί στο ΙΚΑ αιτήσεις επιστροφής χρημάτων (επιπλέον ασφαλιστικές εισφορές) και από ποιους υπαλλήλους, ενόψει του ότι δηλώθηκαν μεγαλύτεροι μισθοί για την Σ. Γ., Α. Μ. κ.α καθώς, επίσης, από ποιόν εστάλη στις 7/1/2006 διορθωτική δήλωση στο ΙΚΑ εν αγνοία σας, αφού τόσον εγώ όσο και ο Η.

Α. δεν έχουμε προβεί σε τέτοια ενέργεια. 4) Να παραδοθούν τα κλειδιά εισόδου για τις αντίστοιχες δισκέτες του ΙΚΑ και των τριμηνιών, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος αυτών. 5) Για ποιον και από ποιον καταβλήθηκε επίδομα ΤΑΧΔΙΚ το έτος 2006 στις Β. Φ.-Χ. και Ν. Γ. - Π. για δύο μήνες επί πλέον και στην Κ. Ν. το έτος 2002 αν και δεν το εδικαιούτο.

Επίσης, αν από το ΤΑΧΔΙΚ έχουν καταβληθεί σε τρίτους χρηματικά ποσά που δήθεν αναλογούν σε μένα, όπως αναφέρεται ψευδώς στις ανώνυμες καταγγελίες των οποίων έχω λάβει γνώση και απευθύνονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 6) Αν στο λογαριασμό της εταιρίας "..." στην Τράπεζα ... κατατέθηκαν και άλλα ποσά και από ποιον. 7) Που διατέθηκαν και από ποιον τα χρηματικά ποσά που δεν κατετέθηκαν στο λογαριασμό σας στην Τράπεζα. 8) Που διατέθηκαν και από ποιον τα χρηματικά ποσά, που φέρονται ως αναλήψεις στο όνομά σας από τα τετράδια του Ταμείου, ενώ βρισκόσαστε σε νόμιμη κανονική άδεια ή άδεια λοχείας. 9) Ποιος χρησιμοποίησε το όνομά μου ταυτίζοντας εμένα με τον Κ.

Α. του Β. και αναφέροντας την ακριβή ημερομηνία πρόσληψής μου, ενώ για την Ε. Β. αναφέρεται πρόσληψη το έτος 2001, αν και το ορθό είναι 1/9/2000. 10) Ο υπάλληλος Γ. Π. εμφανίζεται για τον καθορισμό του επιδόματος πολυετίας με προϋπηρεσία 39 ετών, ενώ το ορθό είναι για το έτος 2006 31 έτη, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες κατ’ εντολή της κας Σ.

καρτέλες ασφαλιστικών εισφορών. Τέλος, στις μισθοδοτικές καταστάσεις έτους 2003 μέχρι Απρίλιο 2004, που έχει συντάξει ο ανωτέρω υπάλληλος, ενώ ο συνολικός μισθός των υπαλλήλων Γ. Π., Μ. Μ., Α. Μ. κλπ. ανέρχεται στα αναγραφόμενα στην αντίστοιχα στήλη ποσά, στην τελευταία στήλη, το τελικό πληρωτέο ποσό, αναγράφεται μειωμένο, αν και οι υπάλληλοι αυτοί έχουν λάβει τις αποδοχές τους κατά τα προβλεπόμενα στην συλλογική σύμβαση και έχουν εκδοθεί οι αντίστοιχες βεβαιώσεις για φορολογική χρήση’ ‘ .

Ότι στην αρχή της ως άνω αναφοράς αναφέρεται ότι η συνολική ζημιά, που υπέστη η εναγομένη από την εσφαλμένη καταχώριση στα έσοδα του Υποθηκοφυλακείου του αντίστοιχου ποσού του ειδικού γραφικού δικαιώματος 0,69, το οποίο αποτελεί εισόδημα του Υποθηκοφύλακα και όχι του Υποθηκοφυλακείου, που αποδίδεται στο Δημόσιο, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ με αντίστοιχη ωφέλεια του Δημοσίου.

Επίσης, ότι η έκδοση της τραπεζικής επιταγής της ... του Γ’ τριμήνου 2005 ποσού 261.112,36 ευρώ έγινε κατ’ εντολή της ενάγουσας και όχι της εναγομένης, παρά το γεγονός ότι η ανάληψη των χρημάτων έγινε από λογαριασμό της τελευταίας. Ότι η εναγομένη, με την από 28/9/2007 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του Κ.

Α., πριν από την συμβατική της λήξη, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην άρνηση εκ μέρους του άνω εργαζόμενου να της αποδώσει τα παραδοθέντα προς αυτόν και αναγκαία για το διενεργηθέντα οικονομικό έλεγχο έγγραφα, που βρίσκονταν στην κατοχή του είτε σε πρωτότυπα, είτε σε φωτοτυπία, όπως προσωρινές δηλώσεις ΦΜΥ 2007, τα ένσημα του ΙΚΑ των υπαλλήλων του Υποθηκοφυλακείου, προκειμένου να διαπιστωθεί ο χρόνος προϋπηρεσίας τους και λόγω αδικαιολόγητης μη παροχής εργασίας κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2007.

Ότι η εναγομένη απέλυσε το Δ. Κ. στις 29/10/2007 και την Α. Κ. - Α. την 1/10/2007. Ότι η απόλυση του πρώτου κρίθηκε τελεσιδίκως, με την 5034/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 12/11/2007 αγωγής του κατά της εναγομένης, ότι έγινε καταχρηστικά, καθ’ υπέρβαση των διαγραφόμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, διότι υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια και εχθρότητα προς το πρόσωπό του, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης συμπεριφοράς του, να προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και να καταγγείλει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης.

Αντίθετα, δεν έγινε δεκτός και απορρίφθηκε τελεσιδίκως ο αγωγικός ισχυρισμός, με την ίδια ως άνω απόφαση, ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος Δ. Κ., οφείλεται στην άρνησή του να ενδώσει στις πιέσεις της εναγομένης να καταθέσει ενώπιον των ανακριτικών αρχών επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος συναδέλφων του, για δήθεν οικονομικές ατασθαλίες τους στο ως άνω Υποθηκοφυλακείο.

Ομοίως, με την 545/2011 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 12/11/2007 αγωγής της Α. Κ.-Α., που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς το μη αναιρεθέν με την 899/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου κεφάλαιο αυτής, έγινε δεκτό ότι η από 1/10/2007 καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης είναι άκυρη ως καταχρηστική, υπαγορευθείσα από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό της εκ μέρους της εναγομένης, επειδή αυτή στις 10/9/2007 υπέβαλε προς την τελευταία την υπό την ιδία ημερομηνία αναφορά, το περιεχόμενο της οποίας κοινοποίησε στους συναδέλφους της, με την οποία αρνήθηκε να μεταφέρει στους συναδέλφους της τις εντολές και υποδείξεις της εργοδότριάς της, ασκώντας έλεγχο επί της εργασίας τους τόσο με τη φυσική της παρουσία, όσο και μέσω κλειστού κυκλώματος καμερών και κάνοντας παρατηρήσεις σ’ αυτούς, πράγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί άσχημο κλίμα στις σχέσεις μεταξύ της ως άνω ενάγουσας και των συναδέλφων της.

Αντίθετα, με την ίδια ως άνω απόφαση απορρίφθηκε αμετακλήτως ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της Α. Κ. - Α., σχετίζεται με δήθεν προτροπές αφενός μεν προς αυτή εκ μέρους της εναγομένης να καταθέσει ενώπιον των ανακριτικών αρχών υπέρ της τελευταίας στο πλαίσιο της διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης από την Πταισματοδίκη Καλλιθέας σε βάρος της εναγομένης για παράβαση καθήκοντος, κατόπιν υποβολής ανώνυμων καταγγελιών περί οικονομικών ατασθαλιών στο ως άνω Υποθηκοφυλακείο και αφετέρου προς τον σύζυγό της (ενάγουσας) να καταθέσει ομοίως και να περιλάβει στην έγγραφη αναφορά οικονομικού ελέγχου, που συνέταξε ως λογιστής, όπως προεκτέθηκε, ότι οι περιγραφόμενες σ’ αυτή διαχειριστικές αταξίες έγιναν εσκεμμένα από τους ασκούντες καθήκοντα ταμία υπαλλήλους του Υποθηκοφυλακείου για να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος.

Συνεπώς, ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγομένη, γνωρίζοντας ότι θα ασκηθεί σε βάρος της ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος με βάση τις υποβληθείσες στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ανώνυμες καταγγελίες, απειλεί τον ως άνω υπάλληλό της Κ. Α. να αποδώσει τις διαπιστωθείσες διαχειριστικές ατασθαλίες και αταξίες σε δόλο των υπαλλήλων που άσκησαν ταμειακά καθήκοντα, μεταξύ των οποίων και της ίδιας της ενάγουσας, και να καταθέσει σε βάρος αυτών ενώπιον των ανακριτικών αρχών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι από το περιεχόμενο του οικονομικού ελέγχου με σαφήνεια προκύπτει ότι οι διαχειριστικές ανωμαλίες γίνονταν εν αγνοία της εναγομένης, εξ αιτίας δε αυτών προέκυψε, τουλάχιστον από τη μη ορθή καταχώριση του γραφικού δικαιώματος 0,69, συνολική ζημία της ίδιας ύψους 300.000 ευρώ.

Ότι ο ως άνω λογιστής ενήργησε οιονεί ως πραγματογνώμονας και το έργο του ήταν να καταγράψει και να αποτυπώσει εγγράφως τα διαχειριστικά λάθη και τις παραλείψεις των υπαλλήλων, που είχαν ασκήσει ταμειακά καθήκοντα κατά τη δεκαετία 1996-2006, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, και όχι να αποδώσει αυτά σε σκοπιμότητα ή σε παραδρομή αυτών.

Ότι, κατόπιν ανώνυμων καταγγελιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως προς τη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, σχηματίστηκε σε βάρος της εναγομένης δικογραφία για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, για το ότι στις μισθοδοτικές καταστάσεις του Υποθηκοφυλακείου έφερε ως εργαζόμενους τους Κ.

Α. (ανηψιό της), Β. Δ. (θυγατέρα της) και Ε. Β., τα καθήκοντα της οποίας ασκούσε ο σύζυγός της Σ. Κ.. Ότι για την άνω κατηγορία εκδόθηκε η ... διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εγκρίθηκε με την .../2007 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία αρχειοθετήθηκε εν μέρει η σχηματισθείσα δικογραφία, ως προς το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος και της παράβασης των άρθρων 17 παρ.2 και 18 παρ.1 του ν.2537/1997 και παραγγέλθηκε η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της εναγομένης για ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση, δηλαδή για το ότι αυτή συμπεριελάμβανε στις μισθοδοτικές καταστάσεις του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας την Ε.

Β., τα καθήκοντα της οποίας ασκούσε ο σύζυγός της Σ. Κ., και σε βάρος της τελευταίας για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη. Ότι για τις πράξεις αυτές παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με το .../20.12.2007 κλητήριο θέσπισμα, κατά του οποίου η εναγομένη άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, με το 1532/2008 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της.

Επίσης, κατά της εναγομένης ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία και σε βάρος της φερόμενης ως υπαλλήλου της Ε. συζ. Σ. Κ. για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη, για τις οποίες (πράξεις), μετά την άσκηση απ’ αυτές των 251 και 252/2008 προσφυγών κατά του .../2008 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι οποίες έγιναν δεκτές με την 521/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, εκδόθηκε το 1889/2008 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Ότι, περαιτέρω, η ενάγουσα υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την .../28.2.2008 αναφορά, η οποία, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, απόσπασμα έχει ως εξής : "...την 27/2/2008 η ... εντελώς αιφνίδια, αναίτια, αδικαιολόγητα, παράνομα και καταχρηστικά, παρουσία των συναδέλφων μου Ε. Τ., Α. Τ., Ι. Κ., Ν. Κ. και Δ.

Γ., κάλεσε εμένα και τις συναδέλφους μου Μ. Α., Μ. Μ. και Γ. Σ., λέγοντας μας ότι μας θέτει σε αναγκαστική άδεια δέκα πέντε [15] ημερών, προκειμένου να σκεφθούμε τι μας έχει προσφέρει και τι τις έχουμε προσφέρει εμείς ή να της κάνουμε μήνυση ..... Μας απείλησε δε ότι σε περίπτωση που εμφανιστούμε στην εργασία μας θα "φωνάξει την αστυνομία και θα μας περάσει αυτόφωρο...

Επειδή, τόσον εγώ, όσο και οι λοιπές τρεις συνάδελφοί μου ουδεμία διαφορά ή διένεξη έχουμε με την Υποθηκοφύλακα, ώστε να μπορέσει να γίνει αντιληπτό από εμάς το ακατανόητο περιεχόμενο αυτής της οιονεί "εκβίασης" και "απειλής" της κας Σ. έναντι ημών και ο λόγος για τον οποίο αυτή μας θέτει όλως παρανόμως, αντισυμβατικώς και καταχρηστικώς σε αναγκαστική άδεια, ζητήσαμε εξηγήσεις.

Η απάντησή της ήταν λακωνική, αφήνοντας να εννοηθεί ότι σε περίπτωση που καταθέσουμε ως μάρτυρες απόδειξης υπέρ τρίτων συναδέλφων μας, οι οποίοι έχουν απολυθεί και έχουν ασκήσει αγωγές προς διασφάλιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων και όχι υπέρ αυτής, τότε θα απολυθούμε.

Η αλήθεια είναι ότι η κ.... έχει δημιουργήσει καθεστώς "τρομοκρατίας", "απειλών" και "εκβιάσεων" εις βάρος όλων των εργαζομένων του Υποθηκοφυλακείου και προβαίνει χωρίς λόγο και αιτία, ενεργώντας εκδικητικά και καταχρηστικά, σε απολύσεις εργαζομένων, επιδιώκοντας να εκφοβίσει τους υπόλοιπους, έτσι ώστε να καταθέσουν υπέρ αυτής και εναντίον των υπαλλήλων που έχουν ήδη προσφύγει στα αστικά Δικαστήρια..".

Επίσης στην .../29.2.2008 αναφορά, που στρέφονταν και κατά της ενάγουσας, προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναγράφονται τα εξής, κατά το ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, απόσπασμα: "....Στο ανωτέρω Υποθηκοφυλακείο προΐσταται η κυρία Ν. Σ. - Δ., σύζυγος του Εφέτη κυρίου Ι. Δ.. Η εν λόγω κυρία Σ., στηριζόμενη στον σύζυγο της, σε καθημερινή βάση μας ξεφτιλίζει, ταπεινώνει, προσβάλλει και συκοφαντεί ακόμη και έχει παραβιάσει προσωπικά μας δεδομένα.

Επειδή οι δικαστικοί λειτουργοί, που μέχρι σήμερα έκαναν διάφορους ελέγχους και έρευνες, πιθανώς επηρεασμένοι από το σύζυγο της ανωτέρω κυρίας (Εφέτη κ.Ι. Δ.), δεν πραγματοποίησαν ουσιώδη έλεγχο για να διαπιστωθούν οι παράνομες πράξεις που σε καθημερινή βάση διαπράττει η ανωτέρω κυρία Σ., σας αναφέρουμε ενδεικτικά πως πέραν ημών που υπογράφουμε την παρούσα αναφορά, των αδελφών Τ.

και Γ. Κ., φέρονται ως εργαζόμενοι υπάλληλοι έξι (6) άτομα, τα οποία είτε εργάζονται παράλληλα σε άλλα Υποθηκοφυλακεία, είτε είναι συνταξιούχοι πρώην υπάλληλοι άλλων Υποθηκοφυλακείων. Τα ανωτέρω μπορείτε να τα διαπιστώσετε ελέγχοντας μισθοδοτικές καταστάσεις και τα επίσημα έγγραφα-βιβλία κλπ. του Υποθηκοφυλακείου.

Σας γνωρίζουμε δε πως μόνο ο Εισαγγελέας κ.Ν. προέβη σε ουσιαστικό έλεγχο -μέχρι σήμερα- και διαπίστωσε ελάχιστες από την σωρεία των παράνομων πράξεων, που διαπράττει η ανωτέρω ... κυρία Σ.. Παράλληλα με την αναφορά μας αυτή συνυποβάλλουμε και αντίγραφο της σχετικής αναφοράς που καταθέσαμε χθες - την 28/2/2008 - στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Για όλους τους παραπάνω λόγους και προκειμένου να διαπιστώσετε πως όσα σας αναφέρουμε δια της παρούσας είναι αληθή, αλλά και προκειμένου να λυτρώσετε και εμάς και να επανέλθουμε το συντομότερο δυνατό στην δουλειά μας - την οποία έχουμε ανάγκη- Σας παρακαλούμε, Σας ικετεύουμε, να δώσετε εντολή σε Ανώτατο Δικαστικό Λειτουργό να ενεργήσει έρευνα ή να εποπτεύσει την σχετική έρευνα, που ενδεχομένως κάνει κατώτερος δικαστικός, διότι η επιρροή της κυρίας πιθανόν να είναι αρνητική για τους ενεργούντες αυτήν...".

Ότι επακολούθησε συμπληρωματική, άνευ ημερομηνίας, αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στην οποία καταγγέλλονται και τα εξής : "Κύριε Πρόεδρε Σας ερωτούμε πως είναι δυνατόν εμείς οι εργαζόμενοι των 600 και 1500 ευρώ ανά μήνα - άλλος με 35 χρόνια υπηρεσίας - στο ίδιο ... και άλλος με μειωμένο ωράριο (όπου η ζωή μας έχει γίνει κόλαση τα τελευταία χρόνια) να τα βάλουμε και να τα βγάλουμε πέρα με τα θηρία, που λέγονται Ν.

Σ. και Ι. Δ., χωρίς την δική σας συμπαράσταση: 1) Όταν η θρασύτητα των ανωτέρω έχει φτάσει στο κατακόρυφο. Όταν στις 3/3/2008 μετέβη για έλεγχο Ανώτερο Κλιμάκιο του Υπουργείου Εργασίας και δεν μπόρεσε να κάνει έλεγχο, διότι παρεμποδίστηκε από παράνομα μισθοδοτούμενο υπάλληλο, ο οποίος απαγόρευσε σε τέσσερις (4) νέους υπαλλήλους, που ήρθαν και κατέλαβαν τις θέσεις μας, να δώσουν τα στοιχεία τους, σε σχετική ερώτηση των αρμοδίων υπαλλήλων, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω να φύγουν άπραγοι...., 3) Όταν καμιά αρμόδια υπηρεσία δεν τόλμησε να κάνει μέχρι σήμερα ουσιώδη έλεγχο - για 15 χρόνια.

Μόνον πριν λίγους μήνες ο εισαγγελέας κ.Ν. έκανε κάποιο έλεγχο, θέλουμε να πιστεύουμε αυτό, 4) Όσο περνάει ο καιρός η κυρία αυτή αποθρασύνεται και δεν σέβεται κανένα θεσμό, καμιά εξουσία. Μάλιστα, για το μήνα Φεβρουάριο δεν μας έχει καταθέσει ακόμη τους μισθούς μας, τους οποίους έχουμε άμεση και απόλυτη ανάγκη.

Κύριε Πρόεδρε είναι τόσες πολλές οι παράνομες και παράτυπες πράξεις, που διαπράττει εις βάρος μας η κυρία Σ., συνεπικουρούμενη από τον εφέτη - σύζυγο της κ.Ι. Δ., που χρειάζεται πολύ χαρτί, πολύ μελάνι και πολύς χρόνος για να απαριθμήσει κανείς και να σας ενημερώσει πλήρως....". Ότι, μετά την υποβολή της από 28/2/2008 αναφοράς προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για την πράξη της απόπειρας παράνομης βίας κατά συρροή σε βάρος της εναγομένης και με την ...

διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών απορρίφθηκαν τα καταγγελόμενα ως αναληθή. Ότι κατά της εν λόγω απορριπτικής διάταξης οι εγκαλούσες (μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα) άσκησαν την ....2010 προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ....4.2011 διάταξη της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, η οποία την έκανε δεκτή και παρήγγειλε την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της εναγομένης για την πράξη της απόπειρας παράνομης βίας κατά συρροή και ειδικότερα για το ότι η τελευταία έθεσε στις 27/2/2008 σε αναγκαστική άδεια 15 ημερών τους εγκαλούσες, χωρίς να το ζητήσουν, απειλώντας αυτές ότι, σε περίπτωση που εμφανιστούν στην εργασία τους θα "φωνάξει την Αστυνομία και θα τους περάσει αυτόφωρο", επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να τις εξαναγκάσει να μην καταθέσουν ως μάρτυρες απόδειξης υπέρ πρώην συναδέλφων της, που είχαν απολυθεί και είχαν ασκήσει αγωγές προς διασφάλιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων, πλην, όμως, δεν πέτυχε τον σκοπό της, καθόσον οι προσφεύγοντες δεν υπέκυψαν στις απειλές της και έδωσαν ένορκες καταθέσεις προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη των αγωγών των Α.

Κ. και Δ. Κ.. Επακολούθησε η εκ μέρους της εναγομένης, η οποία θεώρησε ότι προσβάλλεται η τιμή και η υπόληψη τόσον της ίδιας όσον και του συζύγου της, οι οποίοι φέρονται στις προδιαληφθείσες από 29/2/2008 και χωρίς ημερομηνία δύο (2) αναφορές προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να επηρεάζουν τους διενεργήσαντες έλεγχο της λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου, δικαστικούς λειτουργούς, τους οποίους οι αναφέροντες (μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα) μέμφονται, αφήνοντας υπόνοιες σε βάρος τους, ότι δεν εκτέλεσαν σωστά τα καθήκοντά τους και δεν έκαναν ουσιαστικό έλεγχο, ενώ ζητούσαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να αναθέσει τη διενέργεια του ελέγχου σε ανώτατο δικαστικό λειτουργό και να εποπτεύει αυτόν, υποβολή σε βάρος της ενάγουσας και άλλων έξι (6) υπαλλήλων της από 2/6/2008 (αρ.

βιβλ. μηνύσεων ...) μήνυσης, με την οποία καταμήνυσε αυτούς για εξακολουθητική ψευδή καταμήνυση, για εξακολουθητική ψευδορκία μάρτυρα, εξακολουθητική συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση, πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν από τους πρώην υπαλλήλους της σε βάρος της, με τις από 28/2/2008 και 29/2/2009 αναφορές προς τους Εισαγγελείς Πλημμελειοδικών Αθηνών και Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, και την χωρίς ημερομηνία συμπληρωματική αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Ότι ως προς τα καταγγελόμενα στην από 29/2/2008 ως άνω αναφορά, ότι δηλαδή φέρονται να εργάζονται στο Υποθηκοφυλακείο ως μισθωτοί άλλα έξι (6) άτομα, τα οποία είτε εργάζονται σε άλλα Υποθηκοφυλακεία, είτε είναι συνταξιούχοι πρώην υπάλληλοι άλλων Υποθηκοφυλακείων, η εναγομένη είτε απηλλάγη με την έκδοση των προδιαληφθεισών απαλλακτικών βουλευμάτων, είτε οι σχηματισθείσες σε βάρος της δικογραφίες τέθηκαν στο αρχείο, ενώ κατά το λοιπά η εν λόγω, από 29/2/2008, αναφορά είναι γενική και αόριστη, καθόσον δεν αναφέρονται συγκεκριμένες παράνομες πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης.

Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι ακολούθως η ενάγουσα προσήλθε στην Συμβολαιογράφο Αθηνών Δ. Χ. και έδωσε τις .../20.5.2008 και .../ 23.5.2008 ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς υπεράσπιση των από 12/11/2007 αγωγών των πρώην συναδέλφων της Α. Κ. - Α.

και Δ. Κ., που δικάζονταν στις 26/5/2008 και 22/5/2008, αντίστοιχα, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, και την αναγνώριση της ακυρότητας των από 1/10/2007 και 29/10/2007 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους. Ότι στην πρώτη από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις η ενάγουσα βεβαίωσε ενόρκως, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη απέλυσε την Α.

Κ.-Α., επειδή της ζήτησε να καταθέσει εναντίον της (ενάγουσας) και άλλων συναδέλφων αναφορές, πιέζοντας την, όπως και τον σύζυγό της (Κ. Α.), να κατασκευάσουν ψευδείς αναφορές βάσει του οικονομικού ελέγχου, που είχε κάνει ο κύριος Α., ότι δήθεν προέβησαν σε οικονομικές ατασθαλίες εσκεμμένα. Ότι, όταν αυτοί αντιλήφθηκαν το αβάσιμο των κατηγοριών της εναγομένης εναντίον αυτών, η εναγομένη απέλυσε την Α.

Κ.-Α. την 1/10/2007, με το πρόσχημα ότι τάχα λόγω της γραπτής αναφοράς της διαταράχθηκαν οι σχέσεις της ως άνω υπαλλήλου με τους λοιπούς εργαζόμενους στο Υποθηκοφυλακείο. Ότι στη δεύτερη, ως άνω, ένορκη βεβαίωση η ενάγουσα κατέθεσε ότι η εναγομένη κατηγορούσε αυτήν και τους άλλους υπαλλήλους, στους υπαλλήλους της Α.

Κ. και Δ. Κ., ότι την "έκλεβαν" και τους πίεζε συνεχώς "να τους ξεσκεπάσει". Επίσης, ότι η εναγομένη πίεζε τον τελευταίο να καταθέσει σε βάρος των συναδέλφων του για δήθεν παράβαση των καθηκόντων τους και ότι επειδή αυτός αρνήθηκε μείωσε το ωράριό του από οκτάωρο σε τετράωρο ημερησίως, ενώ από τον Αύγουστο 2007 άρχισε να κατηγορεί τον Κ.

Α. και την Α. Κ. (σύζυγό του) ότι την προδίδουν, επειδή αρνούνται να καταθέσουν σε βάρος των συναδέλφων τους. Με αφορμή τις άνω δύο ένορκες βεβαιώσεις της ενάγουσας, αλλά και άλλες οκτώ (8) ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν από τις πρώην υπαλλήλους της ενάγουσας Σ. Γ., Μ. Μ.-Σ., Α. Μ., Α. Κ., Δ. Κ., Κ. Α. και Δ. Σ., προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν κατά την εκδίκαση των αγωγών, που οι ανωτέρω είχαν ασκήσει σε βάρος της εναγομένης, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, η εναγομένη υπέβαλε προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 30/7/2008 (αρ.

βιβλίου μηνύσεων ...) μήνυση, με την οποία καταμήνυσε τους ανωτέρω για τις ίδιες ως άνω πράξεις. Ότι μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας προκαταρκτικής εξέτασης από τον Πταισματοδίκη Καλλιθέας και αφού συσχετίσθηκαν οι δύο ως άνω σχηματισθείσες δικογραφίες, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των ανωτέρω πρώην υπαλλήλων (μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας) της εναγομένης για τις πράξεις: 1) της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και μη κατ’ εξακολούθηση, 2) της ψευδούς καταμήνυσης από κοινού και μη κατ’ εξακολούθηση και 3) της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και μη και παραπέμφθηκαν για να δικαστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Ότι, στην συνέχεια, η εναγομένη, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα εξομάλυνσης της κατάστασης, έχοντας διαρραγεί ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, με την από 31/10/2008 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα αυθημερόν, κατήγγειλε τη μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση, λόγω υποβολής σε βάρος της ενάγουσας των προδιαληφθεισών μηνύσεων, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.

Ότι η ενάγουσα, με την από 5/11/2008 εξώδικη διαμαρτυρία της, που κοινοποίησε στην εναγομένη στις 11/11/2008, αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σε βάρος της αξιόποινες πράξεις, θεώρησε ως προσχηματική την υποβολή της ως άνω μηνύσεως και ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης έχει χαρακτήρα εκδίκησης προς το πρόσωπό της και τιμωρίας της για το γεγονός ότι κατέθεσε υπέρ των απολυθέντων πρώην συναδέλφων της Α.

Κ. - Α. και Δ. Κ. προς διασφάλιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων και διότι δεν υπέκυψε στις πιέσεις και στους εκβιασμούς της εναγομένης να αρνηθεί την κατάθεσή της, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τη θέση τόσον αυτής, όσον και των υπαλλήλων Σ. Γ., Μ. Μ. και Α. Μ., σε αναγκαστική άδεια δέκα πέντε (15) ημερών στις 27/2/2008, προειδοποιώντας τους συγχρόνως, για το τι πρόκειται να υποστούν σε περίπτωση που δεν υποκύψουν στις πιέσεις της να καταθέσουν υπέρ της και σε βάρος των άνω συναδέλφων τους.

Ότι, μετά την απόλυσή της, η ενάγουσα υπέβαλε από κοινού με την Σ. Γ., στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, τις από 7/11/2008 αναφορές - εγκλήσεις σε βάρος της εναγομένης για τις πράξεις, μεταξύ άλλων, και της μη επικόλλησης μεγαρόσημων επί των αιτήσεων, καταβολής αναδρομικών στην υπάλληλο του Υποθηκοφυλακείου Ε.

Β. και κάθε άλλης πράξεως ή παράλειψης, αναφορικά με την διαχείριση των χρημάτων, με συνέπεια τη μη καταβολή ή μειωμένη καταβολή δικαιωμάτων προς το Δημόσιο, επί των οποίων, μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατόπιν της από 5/1/2009 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στην Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής της ΥΠΕΕ (νυν ΣΔΟΕ) για τη διεξαγωγή ελέγχου ως προς τα καταγγελόμενα, δεν διαπιστώθηκε η διάπραξη των καταγγελόμενων πράξεων και η σχηματισθείσα δικογραφία τέθηκε, (εν μέρει στο αρχείο, με την ...

διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία εγκρίθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την από 14/1/2011 διάταξή του, ενώ ως προς τις λοιπές καταγγελόμενες πράξεις, της ψευδούς καταμήνυσης, της παράνομης βίας κλπ. σε βάρος της εναγομένης, διατάχθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Ότι, ενόψει των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι για τις καταγγελθείσες σε βάρος της εναγομένης πράξεις, αναφορικά με τη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου και την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, έχει αυτή απαλλαγεί είτε με την έκδοση απαλλακτικών βουλευμάτων, είτε με τη θέση των σχετικών δικογραφιών στο αρχείο, κατ’ άρθρο 43 ΚΠΔ, τα κατατεθέντα ενόρκως από την ενάγουσα, που περιελήφθησαν στις προδιαληφθείσες υπ’ αριθ. .../2008 και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους καταγγέλθηκαν οι εργασιακές συμβάσεις των τέως υπαλλήλων της εναγομένης Α.

Κ.-Α. και Δ. Κ., ότι, δηλαδή, αρνήθηκαν να υποκύψουν στις πιέσεις της εναγομένης για να καταθέσουν ενώπιον των προανακριτικών αρχών επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος των συναδέλφων τους και υπέρ αυτής, όσον αφορά τις οικονομικές ατασθαλίες και διαχειριστικές αταξίες που διαπιστώθηκαν στο Υποθηκοφυλακείο, κρίθηκαν αναληθή με τις προδιαληφθείσες 5034/2009 και 545/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, το γεγονός δε ότι οι υποβληθείσες ως άνω μηνύσεις δεν τέθηκαν στο αρχείο, κατ’ άρθρο 43 παρ.2 ΚΠΔ, αλλά οι κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων η ενάγουσα) παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικαστούν για τις ως άνω πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης από κοινού και μη κατ’ εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και μη κατ’ εξακολούθηση και της εξύβρισης από κοινού και μη κατ’ εξακολούθηση, ότι τόσον η ίδια, όσο και ο σύζυγος της Ι.

Δ. έχουν ασκήσει τις από 1/9/2008 (αρ.κατ. ...) και από 31/7/2008 (αρ.κατ. ...) αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος, μεταξύ άλλων, και της ενάγουσας, με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 80.000 ευρώ από τον καθένα ενάγοντα, η συζήτηση των οποίων ορίστηκε για τις 11/2/2010 και 4/3/2010 αντίστοιχα, και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 19/2/2015, το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η υποβολή εκ μέρους της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας των ως άνω, από 2/6/2008 και από 30/7/2008, μηνύσεων, δεν είναι προσχηματική, γενόμενη για την αποφυγή καταβολής στην ενάγουσα της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως, αλλά στηρίζονται στην εδραία πεποίθηση αυτής ότι η ενάγουσα έχει πραγματικά τελέσει τις αποδιδόμενες σ’ αυτήν ως άνω αξιόποινες πράξεις.

Συνεπώς, ενόψει του ότι οι ως άνω πράξεις, για τις οποίες καταμηνύθηκε η ενάγουσα, φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος, έχουν άμεση σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας της και επηρεάζουν δυσμενώς και κατά τρόπο ουσιώδη την ομαλή λειτουργία της επίμαχης εργασιακής σύμβασης, νομίμως η εναγομένη απέλυσε την ενάγουσα χωρίς την καταβολή σ’ αυτήν αποζημιώσεως, κατά τα άρθρα 5 του ν.2112/1920 και 7 παρ.1 του ν.3198/1955 και δεν πάσχει εκ του λόγου τούτου (μη πληρωμή αποζημίωσης απόλυσης) ακυρότητα η καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης.

Ότι, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα των αποδιδόμενων σε βάρος της ενάγουσας αξιόποινων πράξεων, η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης και εχθρότητας προς το πρόσωπο της ενάγουσας, επειδή παρά τις "πιέσεις" και τις "απειλές" της εναγομένης δεν υπέκυψε σ’ αυτές και δέχθηκε να καταθέσει υπέρ των τέως συναδέλφων της Α.

Κ. - Α. και Δ. Κ., συνταχθεισών των .../20.5.2008 και .../23.5.2008 ενόρκων βεβαιώσεων. Ότι υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι από τότε που λήφθηκαν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας (31-10-2008) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των πέντε (5) μηνών, ενώ από το μήνα Φεβρουάριο του 2008 που, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, της ασκήθηκαν πιέσεις, απειλές και εκβιασμοί να μην καταθέσει υπέρ των απολυθέντων ως άνω συναδέλφων της, μέχρι την άνω καταγγελία παρήλθε χρονικό διάστημα οκτώ (8) περίπου μηνών και, συνεπώς, κατά τα διδάγματα της λογικής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς της ενάγουσας και της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης.

Ότι η εν λόγω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα και στο παρελθόν είχε καταθέσει υπέρ των συναδέλφων της Β. Φ. και Ν. Π., σε δίκη εργατικών διαφορών σε βάρος της εναγομένης, οι καταθέσεις της οποίας περιέχονται στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την τελευταία .../2007 ένορκες βεβαιώσεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Α., χωρίς οι πράξεις αυτές να επιδράσουν δυσμενώς στην εξέλιξη της εργασιακής της σύμβασης, ούτε αποδείχθηκε ότι της ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση εκ μέρους της εναγομένης ώστε να μην καταθέσει υπέρ των ανωτέρω μισθωτών της και σε βάρος της τελευταίας.

Συνεπώς, ενόψει του ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας δεν είναι άκυρη, ως καταχρηστική, η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και δεν υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 7 του ν. 3198/1955, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, υπό τις ως άνω παραδοχές αυτού, καθόσον ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και δέχθηκε την εγκυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας συνεπεία προηγηθείσας υποβολής μηνύσεως σε βάρος της από μέρους της εναγομένης για πράξεις που φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος και έχουν άμεση σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας της ενάγουσας και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή ή μη εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση των παραπάνω διατάξεων.

Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3. Σύμφωνα με το άρθρο 219 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση της αγωγής ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 του ίδιου Κώδικα, η μεταβολή της βάσης της αγωγής είναι απαράδεκτη. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.

Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και στην προκείμενη ειδική διαδικασία, προκύπτει ότι απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όχι μόνον όταν κατά την πρώτη συζήτηση ο ενάγων προβάλλει διαφορετικά προς τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αλλά και όταν μεταβάλλει τη σειρά των περισσότερων βάσεων που ασκούνται επικουρικώς ή όταν ο ενάγων προβάλλει προς εξέταση την επικουρική βάση αντί της κύριας, τρέποντας την κύρια σε επικουρική.

Και ναι μεν ο ενάγων έχει δικαίωμα να καθορίσει στο δικόγραφο της αγωγής του, ελεύθερα, την σειρά των βάσεών της, πλην όμως το δικαίωμά του αυτό εξαντλείται μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, οπότε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής του δεν έχει το δικαίωμα να μεταβάλλει τη σειρά των βάσεών της, γιατί στην αντίθετη περίπτωση καταστρατηγείται η κατά τα άνω διάταξη του άρθρου 219 ΚΠολΔ, αφού η εξέταση της κυρίας βάσης θα τελεί υπό την αίρεση ότι δεν θα αποσυρθεί από τον ενάγοντα, η δε επικουρική βάση θα εξετασθεί προ της απορρίψεως εκείνης, πράγμα το οποίο απαγορεύεται.

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Ολ ΑΠ 13/1995).

Αντίθετα, η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών, εφόσον δεν επέχουν θέση διατακτικού της απόφασης ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1320/2011, 2096/2009, 1231/2006), ο οποίος, εξ άλλου, για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες αντιφάσεις (ΑΠ 1320/2011, 570/2010).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ` αυτή υπάρχει και η εξής παραδοχή: " Ο γενόμενος με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της ενάγουσας περιορισμός των αγωγικών αιτημάτων στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την παραίτησή της ως προς τα υπό στοιχεία β’ και γ’ κύρια αγωγικά αιτήματα (της υποχρέωσης της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης) και η δήλωσή της ότι εμμένει στο α’ κύριο αγωγικό αίτημα, της αναγνώρισης της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης ως άκυρης και στο αρχικά επικουρικό αίτημα της επιδίκασης της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τα οποία σωρεύει αντικειμενικά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον συνιστά ανεπίτρεπτη, κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ, επέκταση του αντικειμένου της αγωγής, αφού η αρχικώς επικουρική σώρευση των δύο ως άνω αντιφατικών μεταξύ τους αιτημάτων, με τον ως άνω περιορισμό, μετατράπηκε σε αντικειμενική σώρευση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι μετά το γενόμενο ως άνω περιορισμό (παραίτηση) του αγωγικού αιτήματος η ενάγουσα αιτείται την καταψήφιση της εναγομένης στην καταβολή σ’ αυτήν αποζημίωσης απόλυσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου’ ‘ .

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθμούς 1, άλλως 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 218 ΚΠολΔ, την οποία αν εφάρμοζε δεν θα απέρριπτε ως απαράδεκτο το γενόμενο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περιορισμό της αγωγής της, αλλά θα διέτασσε το χωρισμό των αντιφασκουσών αιτημάτων της αγωγής της, άλλως αυτή, με τα ως άνω διαλαμβανόμενα, περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, διότι η διάταξη του άρθρου 218 ΚΠολΔ, που φέρεται ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο, αποτελεί κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1938/2014, 1330/2007) και έτσι δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως προς τα δύο σκέλη του. 4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμός 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ` αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενό του και το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο και μάλιστα ‘ ‘ αυτολεξεί’ ‘ , ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1145/2015, 9/2014, 1056/2014, 355/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων:1) του υπ’ αριθμ. .../18-12-2007 υπηρεσιακού εγγράφου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Εφετών, 2) της υπ’ αριθμ. ...

διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 3) του υπ’ αριθμ. 1889/2008 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, τα οποία αυτή είχε προσκομίσει για να αποδείξει τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της, με αποτέλεσμα, λόγω της παραμόρφωσης αυτής, να καταλήξει σε επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα το περιεχόμενο της ... Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και του 1889/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ώστε σε αντιπαραβολή με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες επίσης δεν αναφέρει η αναιρεσείουσα (αναφέρει μόνο το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αυτή με πέντε σειρές), να κριθεί η βασιμότητα ή μη του λόγου αυτού.

5.Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 1870/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ