Legislator Case Law & Legislation
570/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ground 10, rejecting claim that bank account statements lacked evidentiary force without proof.

Case Number 570/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision in a dispute over a bank account statement used as evidence. The appellants argued that electronic printouts of bank books were merely photocopies lacking evidentiary force under Greek Civil Procedure Law. The court ruled that the bank employee's certification of the printout's authenticity constituted the original document for electronically maintained books, rendering the appeal's claim unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 10 C.Pol.D.; Art. 624-634 C.Pol.D.; The certification of an electronic printout by a bank official constitutes the original document for electronically maintained books, thereby granting it full evidentiary force without requiring a separate certificate of accuracy.

Keywords

AI generated
electronic books evidentiary force bank statements original document certification of authenticity Civil Procedure Law appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 10 C.Pol.D.
Art. 559 para. 8 C.Pol.D.
Art. 624-634 C.Pol.D.
Art. 626 para. 3 C.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 570 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 570/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ... και 2. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Γκούντα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2002 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 517/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 437/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-12-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος πράγματα έχει το ίδιο περιεχόμενο με τον αντίστοιχο όρο του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.ΠολΔ, περιλαμβάνει δηλαδή τους ισχυρισμούς, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ανωτέρω διάταξη οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων . Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση η αιτίαση ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας από την αναιρεσίβλητη της μεταξύ αυτής και της πρώτης αναιρεσείουσας καταρτισθείσας σύμβασης παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η δεύτερη αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχτηκε τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στη μη εξυπηρέτηση του χορηγηθέντος δανείου στην πιστούχο πρώτη αναιρεσείουσα, κατά τους όρους της σύμβασης, ένεκα του οποίου η πιστώτρια τράπεζα κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και έκλεισε τον σχετικό λογαριασμό, ακολούθως δε ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής εις βάρος της πρωτοφειλέτριας και του εγγυητή, προς πληρωμή του καταλοίπου του λογαριασμού, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο κατά το οικείο μέρος του οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, καθόσον δέχθηκε ότι με την απόδειξη της συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης παροχής πίστωσης από την πιστώτρια βαρύνεται η ίδια που κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε τον λογαριασμό, αλλά και ότι η πιστώτρια δεν εξέτασε μάρτυρα.

Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης εντοπίζονται στο αιτιολογικό της, κατά τα λοιπά δε, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και το παραδεκτό της προσκομιδής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο πράγματι από τον αριθμό 11 (όχι και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη "το έντυπο- αίτηση που αναγράφει διάρκεια πενταετίας και εξόφληση με ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, η εφάπαξ χορήγηση ποσού 10.000.000 δρχ.

για την αγορά κατοικίας, η από 30.8.2000 αίτηση μου, η από 22.6.2001 εξώδικη πρόσκληση μου που επιδόθηκε με την υπ' αριθμ. 711 β/27.6.2001 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... ...τα αντίγραφα των βιβλίων της καθ''ης κατά το τμήμα που επικεφαλής αναγράφουν "ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΚΙΝΗΣΗΣ ΔΑΝΕΙΑΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ" και αμέσως στην πρώτη σειρά "ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ" και η κατάθεση του μαρτυρά μου, καθώς και οι καταβολές μου, που σαν αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη, γραμμάτια εισπράξεων 07.03.97 δρχ. 50.000, της 09.06.97 δρ. 400.000, της 09.06.97 δρχ. 800.000, Νο 2582086/25..5.98 δρχ. 70.000, Νο 2749008/10.6.98 δρχ. 60.000...".

Ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άνω έγγραφα, είναι αόριστος, διότι δεν καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες στο Εφετείο τα εν λόγω έγγραφα, ούτε ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά, ως προς δε την αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα, είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση αναμφίβολα προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η εν λόγω μαρτυρική κατάθεση.

Επειδή, κατά το άρθρο 623 του Κ.Πολ.Δ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 Κ.Πολ.Δ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, 52 ν.δ 3026/1954, 14 ν. 1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας.

Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο επί λέξει την αιτίαση ότι "όπως αποδείχτηκε τα έγγραφα αυτά (τα λογιστικά βιβλία της αναιρεσίβλητης που τηρούνται στη μνήμη του ηλεκτρονικού της υπολογιστή και εμφανίζουν την κίνηση του λογαριασμού και το κατάλοιπο αυτού τα οποία προσκομίστηκαν για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής) δεν ήταν εκτυπώσεις των τηρουμένων μηχανογραφικώς εμπορικών βιβλίων της εκκαλούσας ώστε να αρκεί η επικύρωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση αλλά όπως ανέφερε και στην ίδια την αίτηση της η καθής-εκκαλούσα ήταν φωτοτυπικά αντίγραφα των εξαχθέντων από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή καρτελών τα οποία είχαν επικυρωθεί από τους υπαλλήλους της καθής και επομένως δεν ήταν δυνατό να θεωρηθούν ως κεκυρωμένα αντίγραφα από άλλα τοιαύτα αφού η επικύρωση τους από τους άνω υπαλλήλους δεν αρκεί να προσδώσει σε αυτά αποδεικτική δύναμη.

Επομένως πολύ ορθά είχε αποφανθεί η πρωτόδικη απόφαση ότι αυτά δεν είναι έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 624-634 ΚΠολΔ κατά τα οποία η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο τα δε έγγραφα αυτά κατ' άρθρο 626 παρ.3 από τα οποία αποδεικνύεται η απαίτηση πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση και λανθασμένα απεφάνθη το Εφετείο".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, πως αυτό δέχθηκε ότι, δυνάμει συμβατικού όρου της πιστωτικής σύμβασης (9ος όρος), η κίνηση του λογαριασμού και το κατά το κλείσιμό του κατάλοιπο θα αποδεικνύονται από απόσπασμα των τηρούμενων από την πιστώτρια τράπεζα βιβλίων κίνησης του σχετικού λογαριασμού, η ανακοπτόμενη δε διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση απόσπασμα, που εξήχθη από τα τηρούμενα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της πιστώτριας βιβλία κίνησης του λογαριασμού, η γνησιότητα της εκτύπωσης των οποίων έχει βεβαιωθεί από τον υπάλληλο της πιστώτριας, που ενήργησε την εκτύπωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.12.2007 αίτηση των ... και ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 437/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ