Legislator Case Law & Legislation
466/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to examine a claim head after plaintiff withdrew it at first instance.

Case Number 466/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Almatrans A.E. against a final labor court decision rejecting the plaintiff's claim. The appellant argued the court of appeal failed to examine a specific claim for consequential damages of €288,609 and provided insufficient reasoning. The court found the appellant had explicitly withdrawn this claim head at the first instance, meaning it was never presented to the appellate court and thus correctly ignored.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on failure to examine a claim is inadmissible if the claim was withdrawn by the party at the first instance, constituting a partial waiver that precludes its review at the appellate level.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to examine claim withdrawal of claim labor dispute procedure insufficient reasoning partial waiver consequential damages

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556 para. 1, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 93 para. 3 lit. a of the Constitution
Article 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 466 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 466/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΛΜΑΤΡΑΝΣ Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Δούναβη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Δ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Επαμεινώνδα Ρέκκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.10.2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1793/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3854/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.11.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 3854/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά της υπ’ αριθμ. 1793/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 20.10.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 96956/3474/21.10.2015) αγωγή της. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία» ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 6/2019, OλAΠ 8/2018, OλAΠ 9/2016, OλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 1389/2018). Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 117/2017), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«| Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία στις 12.06.2012 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να στελεχώσει το μέχρι τότε υποβαθμισμένο τμήμα «χύδην» φορτίων της εταιρείας, λόγω της εξειδίκευσής της και της πολυετούς εμπειρίας της στην πώληση μεταφοράς υγρού φορτίου με container δεξαμενές (iso tanks). Ότι η συνεργασία των διαδίκων υπήρξε αποτελεσματική, καθώς όπως συνομολογείται από την εκκαλούσα, η εφεσίβλητη «αύξησε πράγματι εντυπωσιακά το πελατολόγιο και το τζίρο του τμήματος χύδην της εταιρείας μας».

Ότι η εκκαλούσα ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι παρά την ικανοποιητική συνεργασία της με την εφεσίβλητη, η τελευταία, ενεργώντας αντισυμβατικά, δεν εκτέλεσε εντολή μίσθωσης (78) βυτίων, που η εκκαλούσα είχε μισθώσει από την εταιρεία με την επωνυμία «... RENTAL & LOGISTICS», με αποτέλεσμα η τελευταία να εκδώσει τιμολόγια, συνολικού ποσού 58.444 ευρώ, τα οποία η ίδια (εκκαλούσα) υποχρεώθηκε να εξοφλήσει, επιβαρυνόμενη κατά το παραπάνω ποσό.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο της εκκαλούσας εταιρείας, στο οποίο να εμπεριέχεται σχετική εντολή στην εφεσίβλητη για τη λύση της μίσθωσης. Εξ άλλου από το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα από 27.02.2014 e-mail του διευθύνοντος συμβούλου της προς την εφεσίβλητη με το περιεχόμενο «…», «η κατάσταση στη Λιβύη χειροτερεύει και δεν βλέπω μέλλον για …, ξεκίνα όμως να αποδεσμεύεις τα βυτία για να μην μπούμε μέσα τελικά από αυτή τη δουλειά» δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εκκαλούσα χορήγησε στην εφεσίβλητη σαφή εντολή λύσης μίσθωσης των 78 βυτίων της εταιρείας με την επωνυμία «...

RENTAL & LOGISTICS», δεδομένου ότι στο e-mail , που ουδόλως παραπέμπει σε εντολή εργοδότη προς εργαζόμενο, δεν αναφέρεται οποιοδήποτε προσδιοριστικό στοιχείο του περιεχομένου της εντολής (αριθμός βυτίων, επωνυμία εταιρείας, χρόνος λύσης μίσθωσης). Επίσης, κατά την κοινή πείρα και λογική στις ανώνυμες εταιρείες (και μάλιστα του οικονομικού μεγέθους της εκκαλούσας) οι εντολές προς τους υπαλλήλους αποτυπώνονται οπωσδήποτε εγγράφως και έχουν σαφές και ορισμένο περιεχόμενο.

Ότι άλλωστε, η εκκαλούσα δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο, για τον οποίο: α) η εφεσίβλητη φέρεται να επέλεξε τη μη συμμόρφωση σε εντολή του εργοδότη της, αν και συνομολογείται ότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν ιδιαίτερα καλές και η συνεργασία τους αποδοτική, και β) όταν η εκκαλούσα διαπίστωσε (κατά τους ισχυρισμούς της, τον Αύγουστο του 2014) την κατά παράβαση της εντολής μη αποδέσμευση των βυτίων, δεν διαμαρτυρήθηκε στην εφεσίβλητη ή δεν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ή δεν προέβη η ίδια μέσω του νομίμου εκπροσώπου της στην άμεση λύση της σύμβασης των βυτίων, παρά επέλεξε να διαμαρτυρηθεί για την αντισυμβατική συμπεριφορά της εφεσίβλητης περί τα τέλη του έτους 2015 με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (δεν προέκυψε οποιαδήποτε προγενέστερη διαμαρτυρία).

Σημειωτέον ότι από τα ανταποδεικτικά προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη από 01.05.2014, 02.06.2014, 01.07.2014, 01.08.2014 και 01.09.2014 ηλεκτρονικά μηνύματα με τα τιμολόγια της εταιρείας «... RENTAL & LOGISTICS», και το από 23.02.2016 έγγραφο του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, Χ. Ά., αποδεικνύεται ότι όλα τα ανωτέρω τιμολόγια είχαν αποσταλεί και στο νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας, ο οποίος γνώριζε ότι η σύμβαση μίσθωσης των βυτίων δεν είχε λυθεί, αλλά ήταν ενεργή κατά το διάστημα Μαρτίου - Αυγούστου του έτους 2014, και ουδόλως είχε εναντιωθεί σε αυτό. Επίσης, ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι, προκειμένου να εξοφλήσει το ποσό των 58.444 ευρώ στην εταιρεία «... RENTAL & LOGISTICS», αναγκάστηκε να εκποιήσει εσπευσμένα (4) βυτία της προς 4.000 ευρώ το καθένα, ενώ η πραγματική αξία του καθενός ανερχόταν σε 13.500 ευρώ, με αποτέλεσμα να απωλέσει το ποσό των 38.000 [=(13.500 – 4.000 =) 9.500 x4) ευρώ. Ότι η εξέταση όμως του εν λόγω ισχυρισμού παρέλκει, εν όψει του ότι ουδόλως αποδείχθηκε η μη λύση της σύμβασης μίσθωσης των 78 βυτίων εξ αιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εφεσίβλητης.

Τέλος, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της επαγγελματικής της υπόληψης από αθέμιτες ενέργειες της εφεσίβλητης συνιστάμενες στην απόσπαση πελατείας και τη μεταφορά αυτής στην ανταγωνίστρια εταιρεία «... ΑΕ», όπου προσλήφθηκε αμέσως μετά την παραίτησή της από την ίδια, στην αθέμιτη ανακοίνωση επαγγελματικών απορρήτων στην ως άνω εταιρεία, καθώς και στη δυσφήμηση της ίδιας από την εφεσίβλητη.

Ότι, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη απέσπασε αθέμιτα την πελατεία της εκκαλούσας και μάλιστα γνωστοποιώντας επαγγελματικά απόρρητά της στην εταιρεία «... ΑΕ», προκειμένου η τελευταία να προσφέρει ανταγωνιστικά μειωμένες τιμές, ώστε να προσελκύσει τους πελάτες της εκκαλούσας, το εάν δε ορισμένοι από αυτούς επέλεξαν πιθανόν τη νέα εργοδότρια της εφεσίβλητης, εντάσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, της οικονομίας της αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Ότι περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκαν αθέμιτες πράξεις της εφεσίβλητης για την απόσπαση και μεταφορά πελατείας, όπως π.χ. παραπλάνηση των πελατών της εκκαλούσας, παρότρυνσής τους να αθετήσουν συμβάσεις που είχαν υπογράψει με αυτή, δυσφήμηση της εκκαλούσας κ.ά. Ότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η εφεσίβλητη, ως πρώην εργαζόμενη, είχε υπογράψει και δεσμευόταν από ρήτρα μη ανταγωνισμού του πρώην εργοδότη της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων και των τριών (3) λόγων της κρινόμενης έφεσης ως αβασίμων κατ’ ουσίαν|».

[IV] Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος της προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι αυτή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες καθ’ όσον δεν διαλαμβάνει ποια ήταν η ημερομηνία κατά την οποία η αναιρεσίβλητη αποχώρησε από την αναιρεσείουσα, ώστε να κριθεί περαιτέρω εάν η μεταφορά της πελατείας της αναιρεσείουσας στην εταιρεία «... ΑΕ» έγινε ενώ η αναιρεσίβλητη ήταν ακόμα εργαζόμενη στην αναιρεσείουσα και πριν προσληφθεί στην «... ΑΕ». Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, καθ’ όλες τις ως άνω αιτιάσεις του, αβάσιμος, διότι η μη αναφορά της ημερομηνίας αυτής δεν συνιστά ουσιώδες ζήτημα το οποίο ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες κατά τις ουσιαστικώς ανέλεγκτες κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ουδόλως αποδείχθηκαν αθέμιτες πράξεις της αναιρεσίβλητης για την απόσπαση και μεταφορά πελατείας.

[V] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 8/2016, 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ’ ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την ιστοσελίδα της εταιρείας «... ΑΕ» στο INTERNET και την εκτύπωση με ημερομηνία 08.10.2015 του επαγγελματικού προφίλ της αναιρεσίβλητης στην ιστοσελίδα Linkedln στο INTERNET. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα «που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...]», σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα πιο πάνω έγγραφα.

[VI] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε (ΑΠ 1299/2018, ΑΠ 1294/ 2018). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 1143/2003). Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ’ αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό (ΑΠ 696/2019, ΑΠ 751/2019, ΑΠ788/2006). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι ο περιορισμός της αγωγής ως προς κάποιο κονδύλιο συνιστά μερική παραίτηση ως προς το κονδύλιο αυτό (ΑΠ 1299/2018, ΑΠ 1294/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πρώτο σκέλος αυτού, την από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αίτησή της αδίκαστη και συγκεκριμένα δεν ερεύνησε το κεφάλαιο της αγωγής σχετικά με την αποθετική ζημία της ύψους 288.609 ευρώ και κατά το δεύτερο σκέλος της την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας ύψους 288.609 ευρώ.

Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου της καταχωριζόμενης στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παραιτήθηκε ρητά πέραν των άλλων, και ως προς το κεφάλαιο της επικαλούμενης αποθετικής ζημίας της ύψους 288.609 ευρώ, εν όψει δε αυτού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς δεν ασχολήθηκε με το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής.

Κατά συνέπεια, οι παραπάνω λόγοι στηρίζονται επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋποθέσεως, αφού το ανωτέρω κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας, μετά την παραίτηση της ενάγουσας, θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και ως εκ τούτου δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο και κατά συνέπεια ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε κρίση περί του ως άνω αγωγικού κεφαλαίου.

[VII] Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.11.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΜΑΤΡΑΝΣ Α.Ε.» για αναίρεση της 3854/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ