Legislator Case Law & Legislation
45/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to state facts and grounds for appeal in civil procedure.

Case Number 45/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the lower court failed to consider evidence regarding PTSD and incorrectly calculated compensation, but the court found the appeal grounds insufficient. The court ruled that the appeal petition contained only fragmented references to the lower court's assumptions rather than a comprehensive statement of the facts accepted by the lower court, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal petition must comprehensively state the facts and assumptions of the lower court upon which the violation is based; fragmented references render the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds fragmented facts lower court assumptions Code of Civil Procedure PTSD compensation legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 paragraph gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338 to 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 45 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 45/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κάπο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ι. (I.) Α. Α. Ε. Γ. Α." και δ.τ. "ΙΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1750/2018 μη οριστική και 2395/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2460/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 23-11-2021 (αριθμ. κατάθ. 1139/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2460/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 2150/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ενώ σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και δη α) η υπ' αριθμ….

βεβαίωση του Εθνικού Κέντρου Αποκατάστασης του Τμήματος Ψυχολογικής Αξιολόγησης - Υποστήριξης, που υπογράφεται από τον Κλινικό Ψυχολόγο Κωνσταντίνο Αθ. Παπανδρέου, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεν λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρότι τη μνημονεύει ειδικά στην απόφασή του, και β) η υπ' αριθμ. ...

γνωμάτευση πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 298 εδαφ. α' ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδαφ. α' ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.

Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, εκτός των άλλων, η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο, ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται από το νόμο ή από άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.

Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλα ή άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και φιλικά πρόσωπα.

Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτόν, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ως άνω οικείους του, οι οποίοι με υπερένταση των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1622/2013).

Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Στην ένδικη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με την αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για τις δαπάνες πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμας, τα εξής περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) λόγω του άνω τραυματισμού του, από το ένδικο ατύχημα (κάκωση αριστερής πηχεοκαρπικής) δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως, στις βασικές του ανάγκες (σίτιση, καθαριότητα κλπ.) για χρονικό διάστημα τριών μηνών από τον τραυματισμό του.

Για το λόγο αυτό, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που αδυνατούσε να φροντίζει τον εαυτό του, λόγω του άνω τραυματισμού του στο χέρι, το έργο αυτό ανέλαβαν φιλικά του πρόσωπα, προσφέροντάς του τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες της περιποιήτριας, επί οκτώ ώρες ημερησίως, που απαιτούνταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές του ανάγκες, που σχετίζονται με τη διατροφή του, την καθαριότητα, κ.τ.λ.

Την αναγκαία αυτή βοήθεια την παρείχαν οι ανωτέρω, άνευ ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους, επιπλέον από αυτές που του προσέφεραν και προ του ατυχήματος, στα πλαίσια της φιλικής τους σχέσης, με υπηρεσίες που υπερβαίνουν την από την ηθική, επιβαλλόμενη υποχρέωσή τους για φροντίδα και βοήθεια, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.

Αν προσλάμβανε ο ενάγων άλλο πρόσωπο προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών (οικιακή βοηθό), θα δαπανούσε, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό αφορά αμοιβή οικιακής βοηθού και όχι αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας, που παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες. Επομένως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στην υπό στοιχ.

ΙΙ νομική σκέψη, ο ενάγων δικαιούται, το συνολικό ποσό των 1.800 ευρώ (3 μήνες Χ 600 ευρώ ) που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο για την παροχή των άνω υπηρεσιών (οικιακής βοηθού) το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (άρθρο 930 παρ. 3 του ΑΚ). Το επιπλέον αιτούμενο ποσό για την αιτία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, διότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν αποδείχτηκε αδυναμία του ενάγοντος να φροντίζει τον εαυτό του για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του από το ένδικο ατύχημα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο αποζημίωσης για τη δαπάνη πρόσληψης οικιακής βοηθού λόγω ανικανότητας του αναιρεσείοντος να αυτοεξυπηρετηθεί επί τρεις μήνες, συνεπεία της αποδειχθείσας σωματικής βλάβης, που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα (κάκωση αριστερής πηχεοκαρπικής), καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν αποδείχθηκε αδυναμία του να φροντίζει τον εαυτό του για μεγαλύτερο διάστημα, η οποία να συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 και 930 του ΑΚ, ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, και επομένως δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 §4, 566 §1, 577 §3 και 578 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια την οποία αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη, που φέρεται, ότι παραβιάσθηκε, και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετήριου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 903/2019). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 901/2019, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 1966/2017).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1305/2019, ΑΠ 1279/2019, ΑΠ 739/2011). Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διατεινόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν αναζωπυρώθηκε εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος το χρόνιο μετατραυματικό σύνδρομο (PTSD) από το οποίο έπασχε, λόγω του τροχαίου ατυχήματος, που συνέβη το έτος 1990, και απορρίπτοντας ακολούθως τη σχετική χρηματική παροχή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Εντούτοις, οι διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο παραδοχές της προσβαλλόμενης σχετικά με τη χρηματική παροχή του άρθρου 931 του ΑΚ είναι αποσπασματικές και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι παραβιάσθηκαν ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 932 του ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με τον καθορισμό, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, της κατ' άρθρο 932 του ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ποσού των 3.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το κεφάλαιο αυτό της αποζημίωσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2021 (αριθμ. κατάθ. 1139/2021) αίτηση για αναίρεση της 2460/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ