Legislator Case Law & Legislation
903/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for failing to prove new grounds under Article 562 of Civil Procedure Code.

Case Number 903/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against the Second Instance Court of Corfu. The appellant argued that the lower court improperly considered evidence of legal fees not formally registered within ten days, claiming this violated the law. The court ruled this ground inadmissible because the appellant failed to demonstrate that the evidence was inadmissible in the original proceedings or that the error stemmed from the judgment itself. Consequently, the appeal was rejected, and the state was ordered to pay the costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects appeal grounds based on new evidence or procedural errors unless they fall under specific exceptions, requiring the appellant to explicitly cite these exceptions in the appeal petition.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds Article 562 Civil Procedure Code new evidence in appeal legal fees evidence tax registration deadline Greek Supreme Court civil procedure exceptions

Cited Legislation

AI generated
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 141, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 8, paragraph 1, sub-paragraph b of Law 1882/1990

Cited Case Law

AI generated
OLAP 13/1998
AP 1327/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 903 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 903/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τους Προϊσταμένους της Δ.Ο.Υ. ..., Δ.Ο.Υ. ..., Δ.Ο.Υ. ..., Δ.Ο.Υ. ... και Δ.Ο.Υ. … κατοικοεδρεύοντες στην …, το …, την …, την … και την …αντίστοιχα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Χ., συζύγου Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. χήρας Χ. Κ., το γένος Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καλαντζάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 17/5/2007 και 23/5/2007 ανακοπές νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 291/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2013 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/12/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 30/8/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την διάταξη του 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας

β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και,

γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 669/2007).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933 και 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο καθ' ου η ανακοπή, σε περίπτωση αμφισβήτησης ή άρνησης, εκ μέρους του ανακόπτοντος των απαιτήσεων και του προνομιακού χαρακτήρα τους, οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαιτήσεως για την οποία έχει καταταγεί.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή και αν δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή (ΑΠ 273/2016, ΑΠ 273/2016, ΑΠ 370/2014, ΑΠ 1052/2005, ΑΠ 404/2003, ΑΠ 183/2002, ΑΠ 1316/1997). Περαιτέρω, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ` αυτή των γεγονότων που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ` αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμου βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα που καίτοι διαλαμβάνονταν σ` αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Για να θεμελιωθεί, όμως, λόγος αναίρεσης από τις προαναφερθείσες διατάξεις πρέπει, σε περίπτωση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως, όπως εν προκειμένω, ο ισχυρισμός του, επέχοντος θέση εναγομένου, ανακόπτοντος, περί αοριστίας των αναφερομένων στις προτάσεις του, επέχοντος θέση ενάγοντος, καθ' ου η ανακοπή γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν τις καταταγείσες απαιτήσεις του και τον προνομιακό τους χαρακτήρα, εφόσον πρωτοδίκως κρίθηκαν ορισμένα, να προτείνεται, νομίμως στο εφετείο, με σχετικό λόγο έφεσης, αφού τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει σε προηγούμενο δικονομικό στάδιο, ενόψει του ότι τα περιστατικά αυτά το πρώτον εκτίθενται στις προτάσεις του καθ' ου η ανακοπή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προς θεμελίωση των, αμφισβητουμένων, με την ανακοπή, απαιτήσεων και του προνομιακού χαρακτήρα τους.

Εξάλλου, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει, με απόφασή του, το Δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως (ΑΠ 1130/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, καταλογίζει στο Εφετείο ότι: α) υπέπεσε στην από τους αριθμούς 1 και 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να δεχθεί ως ορισμένες τις ένδικες απαιτήσεις των καθ' ων, ήδη αναιρεσιβλήτων και τον προνομιακό τους χαρακτήρα, που αμφισβήτησε με την ανακοπή του, ενώ δεν διαλαμβανόταν στις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα θεμελιωτικά αυτών (απαιτήσεων και προνομίου) πραγματικά περιστατικά.

Και, β) με το να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα των ενδίκων απαιτήσεων των καθ' ων και ήδη αναιρεσιβλήτων, χωρίς αυτοί να έχουν ανταποκριθεί στο αντικειμενικό βάρος της απόδειξής τους, αφού δεν είχαν προσκομίσει τις σχετικές με τις δικηγορικές τους αμοιβές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, αντίγραφα των φορολογικών τους δηλώσεων των ετών 2002- 2006, στις οποίες να αναγράφονται ως έσοδα τα επίμαχα ποσά και, τέλος, χωρίς να προσκομίσουν αντίγραφα όλων των πράξεων που ενήργησαν, όπως συμβάσεις μεταξύ των εντολέων τους και των πιστωτών των τελευταίων, αιτήσεις, σχέδια, αγωγές προτάσεις κλπ., απέρριψε την έφεσή του, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή του, επειδή κρίθηκαν ουσιαστικά βάσιμες οι καταταγείσες απαιτήσεις τους, από δικηγορικές αμοιβές, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 13 άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος, όμως, αυτός αξιολογούμενος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως αιτίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού το αναιρεσείον αναφέρει στο αναιρετήριο μόνο το κατά την εκδοχή του περιεχόμενο των προτάσεων των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όχι το ακριβές περιεχόμενό τους, ώστε με βάση αυτό να κριθεί αν ήταν ή όχι ορισμένες οι καταταγείσες, στον ένδικο πίνακα κατατάξεως, αξιώσεις των τελευταίων.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τη νόμιμη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων των καθ' ων και ήδη αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι αναφέρονται, σ' αυτές, με πληρότητα και σαφήνεια, όλες οι δικηγορικές πράξεις, τις οποίες ενήργησαν, στο πλαίσιο της εντολής του πελάτη τους, καθ' ου ο ένδικος πλειστηριασμός Κ.

Β., ως νομίμου εκπροσώπου των εταιρειών με τις επωνυμίες "..." και "... ΑΕ" και συγκεκριμένα: διαπραγματεύσεις τους με πιστωτές των εν λόγω εταιρειών, μελέτη των οικονομικών τους στοιχείων, εισήγηση και πρόταση της ακολουθητέας νομικής οδού για την εξυγίανσή τους, επαφές με τους πιστωτές, για την επίτευξη συμφωνίας, σύνταξη και επιμέλεια του συμφωνητικού μεταξύ των ίδιων εταιρειών και των πιστωτών τους, σύνταξη, κατάθεση, των σχετικών συμβιβαστικών συμφωνιών για την επικύρωσή τους, κατ' άρθρο 44 Ν. 1892/1990, καθώς και παραστάσεις τους σε σωρεία ποινικών δικών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με κατηγορούμενο τον προαναφερθέντα εντολέα τους, λόγω μη καταβολής ή καθυστέρησης της καταβολής, από αυτόν, ασφαλιστικών εισφορών και οφειλών προς το Δημόσιο, με την προαναφερθείσα ιδιότητά του.

Στις ίδιες προτάσεις των καθ' ων και ήδη αναιρεσιβλήτων αναφέρεται, ακόμη, ότι οι ένδικες απαιτήσεις τους, που γεννήθηκαν, από τις ως άνω αιτίες, εντός της διετίας πριν από τον αρχικά ορισθέντα, για τις 24-05-2006, πλειστηριασμό, ήτοι μέχρι και τις 24-05-2004, είναι προνομιακές, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τους επίμαχους χρόνους διατάξεις των άρθρων 975 ΚΠολΔ, (άρθρο 31 εδ.

α' Ν. 1545/1985, σε συνδ. άρθρο 6 παρ. 16 α' Ν. 2479/1997). Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος, εν προκειμένω, μέρους της αναιρεσιβαλλομένης, που δέχεται ότι οι καθ' ων η ανακοπή (αναιρεσίβλητοι) "...απέδειξαν την ύπαρξη της απαίτησης και τον προνομικό χαρακτήρα της όπως ήταν υπόχρεοι, ως φέροντες το βάρος απόδειξης, ορθά κατατάχθηκαν...", προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμες τις ένδικες απαιτήσεις των καθ' ων η ανακοπή, αναιρεσιβλήτων, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις, τις οποίες αυτοί προσεκόμισαν, ως βαρυνόμενοι με το σχετικό αποδεικτικό βάρος και όχι γιατί δεν (αντ)αποδείχθηκαν οι αντίθετοι (αρνητικοί) ισχυρισμοί του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως.

ΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 §4, 566 §1, 577 §3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια την οποία αποδίδει ο αναιρεσείων στην διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ32/1996, ΑΠ 1644/2010).

Στην ένδικη περίπτωση, με τους: δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, αναιρετικούς λόγους, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραβίαση των διατάξεων των άρθρων: α) 975 ΚΠολΔ, με τη κατάταξη της απαίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων στον ένδικο πίνακα, χωρίς αυτή να έχει καταστεί τελεσίδικη (δεύτερος), β) των άρθρων 972 παρ. 1 εδ.

α', 974 και 979 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ως ορισμένη την αόριστη αναγγελία των ήδη αναιρεσιβλήτων (τρίτος) και, γ) των άρθρων 92 παρ. 5 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, 975 παρ. 3 ΚΠολΔ και 44 του Ν. 1892/1990, με το να δεχθεί την κατάταξη των απαιτήσεων των καθ' ων, ήδη αναιρεσιβλήτων στον ένδικο πίνακα, παρότι αυτές βασίζονται σε άκυρο, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων αυτών καταρτισθέν, εργολαβικό δίκης (τέταρτος).

Στο αναιρετήριο, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, εκτίθενται μόνο το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και οι υποστηριζόμενες από αυτό νομικές ερμηνείες των επικαλουμένων διατάξεων, που φέρονται ως παραβιασθείσες, ενώ δεν εκτίθενται, παντάπασι, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το Εφετείο στήριξε την φερομένη ως λανθασμένη κρίση του, περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβάσιμης της ανακοπής του αναιρεσείοντος.

Επομένως, με βάση αυτό το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και να στοιχειοθετηθούν οι υπόψη αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι, εντεύθεν, κρίνονται απαράδεκτοι, ως αόριστοι.

ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, 176/2011, 1/2008).

Στην ένδικη περίπτωση, στην αναιρεσιβαλλομένη, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: "...τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), που προσκομίσθηκαν νόμιμα υπό των διαδίκων με επίκληση (οι διάδικοι δεν πρότειναν μάρτυρες προς εξέταση κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διαδικασία επ' ακροατηρίου), αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα...", τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του, αποδεικτικού του πορίσματος περί απορρίψεως της ένδικης ανακοπής.

Επομένως, οι πέμπτος από τους αριθμούς 10 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όγδοος (κατ' ορθή αρίθμηση έβδομος), από τους αριθμούς 1 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της υπό κρίση αίτησης, ορθώς εκτιμώμενοι, αμφότεροι, ως από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και δη ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη την βασιμότητα των απαιτήσεων των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων, από δικηγορικές αμοιβές ως οφειλομένων από τον καθ' ου ο ένδικος πλειστηριασμός, παρότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί ενήργησαν τα δέοντα για την διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές του, ούτε και προσκόμισαν στο δικαστήριο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, αναφορικά με τα αιτούμενα, από αυτούς, ποσά, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, παρεκτός ότι είναι απαράδεκτοι, αφού, με τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή τους, με το πρόσχημα της επικαλουμένης παραβάσεως πλήττεται, απαραδέκτως, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.

IV. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προτάθηκε, η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο. Πρέπει, ακόμη, να αναφέρεται ότι το απαράδεκτο αυτό είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, από τον αναιρεσείοντα, κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις, αναφερόμενες στην πρώτη νομική σκέψη της παρούσας, περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 639/2009, ΑΠ 277, 315, 835/2008, 1416/2007).

Επομένως, ο έβδομος (έκτος, κατ' ορθή αρίθμηση) λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 11 άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο για την θεμελίωσή του, ως υπαγόμενος, μόνο, στον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που δεν επιτρέπει ο νόμος και δη μη θεωρημένα, μέσα σε δέκα μέρες, από την ημερομηνία καταρτίσεως και υπογραφής τους, από την αρμόδια ΔΟΥ εργολαβικά δίκης, μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του πελάτη τους, καθ' ου ο πλειστηριασμός, Κ.

Β., τα οποία αυτοί (αναιρεσίβλητοι) είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη των απαιτήσεών τους κατ' αυτού, από δικηγορικές αμοιβές, για τις οποίες κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο με την ένδικη ανακοπή πίνακα κατατάξεως, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον το αναιρεσείον δεν εκθέτει στο αναιρετήριο, ούτε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, που όπως υποστηρίζει αποτελούν μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, ούτε ακόμη ότι προέβαλε το απαράδεκτο αυτό, στα δικαστήρια της ουσίας, δηλαδή στο πρωτοβάθμιο, (έστω με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών του) και στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, δοθέντος ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πέραν, βεβαίως, της σε κάθε περίπτωση αβασιμότητας του λόγου αυτού, αφού η επικαλουμένη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1, εδ. β' του ν. 1882/1990, κατά την οποία: "Συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ δικηγόρων και πελατών αυτών, με τις οποίες η αμοιβή συμφωνείται σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αναλαμβανόμενης υποθέσεως, θεωρούνται από την αρμόδια για το φόρο δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα σε 10 ημέρες από την ημερομηνία κατάρτισης και υπογραφής, άλλως είναι ανίσχυρες και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.", επιδιώκει σκοπούς καθαρά φορολογικούς και, συνεπώς, η παράλειψη θεώρησης των εργολαβικών δίκης από την αρμόδια ΔΟΥ εντός δεκαημέρου από την κατάρτιση και υπογραφή τους, δεν επιδρά στο μεταξύ των μερών κύρος τους και, συνεπώς, δεν τα καθιστά ανεπίτρεπτα και απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα εκ μόνου του λόγου αυτού (πρβλ.

ΟλΑΠ 13/1998, ΑΠ 1327/2001).

V. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί, να επιβληθούν στo αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτές με τις, εμπρόθεσμα κατατεθείσες, προτάσεις τους, (άρθρα 106, 176, 183 και 141§2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό. Σημειώνεται, τέλος, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α' 239/1931), σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παραβόλου και γι' αυτό δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/12/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 78/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ