Legislator Case Law & Legislation
436/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to failure to prove service of summons to absent defendants.

Case Number 436/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider her claims regarding the contract's validity and lack of consent, but the court found these arguments unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected because the appellant could not demonstrate that the absent defendants were properly summoned to the hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate properly in the cassation hearing, the court must determine if the present party expedited the hearing lawfully; if not, the appeal is inadmissible against all parties.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal service of summons procedural default Code of Civil Procedure absence of parties legal representation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495, No. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 436 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 436/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ντούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Αρκουμάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Μ. του Γ., συζύγου Κ. Μ., 3) Κ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 4) Ι. Ν. του Α., 5) Β. Τ. του Δ., συζύγου ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σωτηρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ... αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 764/2017]. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. ...

και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ..., προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι Ε. Μ. και Κ. Μ. κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση από την επισπεύδουσα αυτήν αναιρεσείουσα. Όμως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 697/2022, ΑΠ 754/2020, ΑΠ 280/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως του υπό στοιχ. ...

διαμερίσματος λόγω ανηθικότητας και ειδικότερα: α) την από ... αγωγή των Ι. και Α.. Μ. ενώπιον του Πρωτοδικείου ... και τις προτάσεις τους επί της ως άνω αγωγής, β) την από ... μήνυση των Ι. και Α.. Μ., γ) την από ... προσθήκη επί της από ... αγωγής των Ι. και Α.. Μ., δ) την από ... εξώδικη διαμαρτυρία των Ι. και Α.. Μ., ε) τα προσαρτώμενα στο επίδικο συμβόλαιο δημόσια έγγραφα όπως την υπεύθυνη δήλωση του μεταβιβάζοντος ότι το διαμέρισμα δεν του απέφερε εισόδημα την τελευταία πενταετία, τις ...

και ... δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως προς τη ΔΟΥ ... και την με αριθμό ... βεβαίωση του Δήμου ... περί μη οφειλής ΤΑΠ. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (11ο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, "και όλα τα έγγραφα που με επίκληση νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικών μάλιστα γίνεται ειδικότερη μνεία, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση, καθενός από αυτά.

Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Όμως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιήσει ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336παρ.4, και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 320/2021, ΑΠ 93...019, ΑΠ 667/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία δεν δύναται να συντρέξει παραδρομή και αβλεψία ταυτόχρονα σε οκτώ άτομα, από τα οποία δύο ήταν οι δικηγόροι που παρίσταντο στη σύμβαση ως προς το πρόσωπο του πωλητή, ο ένας εκ των οποίων είχε διενεργήσει έλεγχο τίτλων και ο έτερος είναι πληρεξούσιος δικηγόρος της αληθούς κυρίας και παρίσταται και στα δύο μεταβιβαστικά συμβόλαια και από τα προσαρτώμενα δημόσια έγγραφα προκύπτει η αληθής κυρία.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας υπό την προεκτεθείσα έννοια, τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από την αναιρεσείουσα. Και σε κάθε περίπτωση, υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.

Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός απ' αυτά (ΑΠ 269/2022). Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 234/2017, ΑΠ 810/2013, ΑΠ 890/2011).

Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 86/2018). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ .../1997, ΑΠ 320/2021, ΑΠ 93...019).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν απέκρυψαν δολίως την αληθή κυρία του επίδικου ακινήτου και τον τίτλο κτήσεως του έτους ...

και απορρίπτοντας τον περί ανηθικότητας της συμβάσεως αγωγικό ισχυρισμό της. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος της δέχθηκε τα ακόλουθα: <<... ... Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου πώλησης ποσοστού ...

εξ αδιαιρέτου οικοπέδου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείο ... στις ..., στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., οι άνω οικοπεδούχοι μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην πιο πάνω εργολάβο εταιρία, εκπροσωπούμενη κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τον πρώτο εναγόμενο - νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ποσοστό ...

εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω οικοπέδου τους, στο οποίο αντιστοιχούσαν οι πιο κάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες της ανωτέρω οικοδομής: ... ...γ) το υπό στοιχείο ... διαμέρισμα του πέμπτου, μετά το ισόγειο, ορόφου, εμβαδού ... τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο ... εξ αδιαιρέτου, αντί συνολικού τιμήματος ...

ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί στο εργολαβικό αντάλλαγμα της εργολάβου εταιρίας, όπως αυτό είχε προσδιοριστεί στο προαναφερόμενο υπ' αριθ. ... προσύμφωνο-εργολαβικό συμβόλαιο. Κατόπιν, και ενώ η πιο πάνω ανώνυμη εταιρία είχε καταστεί κατά τα προεκτεθέντα αποκλειστική κυρία του υπό στοιχείο ...

διαμερίσματος, με τρόπο παράγωγο, καταρτίστηκε νέο συμβόλαιο πώλησης, στο οποίο το διαμέρισμα αυτό φέρονταν να μεταβιβάζεται εκ νέου από τους παραπάνω οικοπεδούχους προς τους τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων. Ήτοι, καταρτίστηκε το υπ'αριθ. ... συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου ... Θ. Ζ. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ...

στις ..., στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., στο οποίο συμβλήθηκαν οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων υπό την ιδιότητά τους ως πωλητές, η εργολάβος εταιρίας ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, εκπροσωπούμενη από τον πρώτο εναγόμενο - νόμιμο εκπρόσωπο αυτής και οι τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων ως αγοραστές και δυνάμει αυτού, μεταβιβάστηκε από τους δεύτερη και τρίτη των εναγομένων προς τους τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων α) το προπεριγραφέν υπό στοιχείο ...

διαμέρισμα, καθώς επίσης και δύο θέσεις στάθμευσης με στοιχεία ... και ..., εμβαδού ... και ... τ.μ. αντίστοιχα, αναφορικά με τις οποίες συμφωνήθηκε με το ίδιο συμβόλαιο, κατά τροποποίηση του πιο πάνω υπ' αριθ. ... συμβολαίου σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας, ότι αυτές θα ανήκουν ως συστατικά και παραρτήματα στην αποκλειστική χρήση των εκάστοτε ιδιοκτητών του ανωτέρω υπό στοιχείο ...

διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου, με συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο ... εξ αδιαιρέτου, αλλά και β) η υπό στοιχείο ... αποθήκη του υπογείου, εμβαδού ..., που συνιστούσε αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο ... εξ αδιαιρέτου. Στο πιο πάνω πωλητήριο συμβόλαιο οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων - οικοπεδούχοι δήλωσαν ότι έχουν στην κυριότητά τους τα ανωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα (δηλαδή την ...

αποθήκη, το ... διαμέρισμα και τους δύο χώρους στάθμευσης) και μάλιστα η Ε. Μ. ότι έχει ποσοστό ...% εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας και ποσοστό ...% εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας αυτών και ο Κ. Μ. ότι έχει ποσοστό ...% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος επικαρπίας επ' αυτών, καθώς και ότι μεταβιβάζουν αυτά κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στους αγοραστές, κατά ποσοστό ...

εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, με υπόδειξη, έγκριση και συναίνεση της εκ τρίτου ενταύθα συμβαλλόμενης εργολήπτριας εταιρίας με την επωνυμία "Β. Π. Δ. Υ. και Κ. Τ. έργων Α. Μ. - Α.. Κ. Α. ανώνυμος εταιρία", η οποία παρέστη κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου. Εξ αυτών, προκύπτει ότι εν προκειμένω έγινε μεταβίβαση ακινήτου σε τρίτο (4ο και 5η) από μη κύριο (2η και 3°), διότι η κυριότητα του υπό στοιχείο ...

διαμερίσματος ανήκε, κατά το χρόνο υπογραφής του ως άνω συμβολαίου στην ανωτέρω εταιρία και όχι στους οικοπεδούχους, αφού οι τελευταίοι είχαν μεταβιβάσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου στην εργολάβο εταιρία προγενεστέρα, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Ε. Κ. Ν. - Ζ.. Παρόλα αυτά, το παραπάνω συμβόλαιο δεν πάσχει από ακυρότητα, διότι, όπως αναφέρθηκε στην οικεία θέση, μόνη η έλλειψη κυριότητας του πωλητή δεν καθιστά τη σύμβαση πώλησης άκυρη.

Ότι για την κατάρτιση του υπ' αριθ. ... συμβολαίου οι εναγόμενοι μετήλθαν παράνομα μέσα, ήτοι προέβησαν σε ποινικά κολάσιμες πράξεις, που προσδίδουν σ' αυτό ανήθικο περιεχόμενο και ταυτόχρονα συνιστούν αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, προέβησαν σε απάτη σε βάρος της συμβολαιογράφου που συνέταξε το επίδικο συμβόλαιο, καθώς και σε βάρος της υποθηκοφύλακα που το μετέγραφε, αφού το γεγονός της μεταβίβασης ακινήτου από μη κύριο δε συνεπάγεται αυτόματα και ποινική ευθύνη των συμβαλλόμενων σ' αυτό μερών για απάτη σε βάρος της συμβολαιογράφου που το συντάσσει και της υποθηκοφύλακα που το μεταγράφει, ούτε προσδίδει άνευ ετέρου ανήθικο περιεχόμενο στη σύμβαση.

Πιο συγκεκριμένα, πέραν της μη απόδειξης συγκεκριμένων περιστατικών εξαπάτησης της συμβολαιογράφου και της υποθηκοφύλακα, η πράξη των εναγομένων ενώπιον αυτών, δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσε βλάβη στην περιουσία της ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης στην επίδικη σύμβαση Α. Α..Ε.. και αληθούς κυρίας του ακινήτου, με χειροτέρευση της περιουσίας της, δεδομένου ότι η απώλεια περιουσιακού στοιχείου της Α.

Α..Ε.. - αληθούς κυρίας των ακινήτων - αποδεικνύεται ότι ισοσταθμίστηκε από ισάξια αντιπαροχή, ήτοι την καταβολή τιμήματος, το οποίο καταβλήθηκε στην αληθή κυρία - εργολάβο εταιρία (ΑΠ 625/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ. 21, ΑΠ 1203/1999 ΠοινΧρον Ν.610, ΕφΠατρ 57/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), στην οποία θα καταβάλλονταν ακόμη και αν η μεταβίβαση είχε γίνει απευθείας από αυτή.

Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε έναντι αξιόχρεου τιμήματος, ποσού ... ευρώ, το οποίο ανταποκρίνονταν στην αληθή εμπορική αξία του ακινήτου (καίτοι στο συμβόλαιο αναγράφονταν μικρότερο), το οποίο καταβλήθηκε από τους τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων εξ ολοκλήρου στην αληθή κυρία - εργολάβο εταιρία... ...

Κατόπιν αυτών, συνάγεται με σαφήνεια ότι η ένδικη σύμβαση δεν είχε καταδολιευτικό περιεχόμενο, αλλά επρόκειτο για μια πραγματική σύμβαση, οι δε εναγόμενοι δεν ενήργησαν με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, οι ίδιοι ή η Α. Α..Ε., αλλά βούλησή τους ήταν να λάβει πράγματι χώρα μεταβίβαση του επιδίκου υπό στοιχείο ...

διαμερίσματος, για την οποία η αληθής κυρία είχε αξίωση κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, η οποία εκπληρώθηκε. Ακόμη και σε περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι η αξίωση της αληθούς κυρίας Α. Α..Ε. ήταν δυσχερώς πραγματοποιήσιμη (λ.χ. για φορολογικούς λόγους), ως έχουσα αληθινή αξίωση, και με τις παραστάσεις των εναγομένων πέτυχε την κτήση ισάξιας αντιπαροχής από τους οφειλέτες-αγοραστές, η ουσία της αξίωσής της προϋπήρχε και το περιουσιακό της όφελος δεν ήταν σε κάθε περίπτωση παράνομο.

Το γεγονός ότι κατά τη σύνταξη του συμβολαίου μεταβιβάσεως αιτία πωλήσεως, υπήρχαν περισσότερα του ενός μεταβιβαζόμενα ακίνητα, εκ των οποίων το ένα μόνο ανήκε στην εργολάβο εταιρία, ήτοι το υπό στοιχείο ... διαμέρισμα και το άλλο, ήτοι η υπό στοιχείο ... αποθήκη ανήκε στους οικοπεδούχους, από τα οποία αποτυπώθηκε ως ιδιοκτησία των οικοπεδούχων και το συγκεκριμένο διαμέρισμα, καθιστά πειστικό τον ισχυρισμό περί παραδρομής κατά τη σύνταξη του συμβολαίου, άλλωστε, για το έτερο ακίνητο δεν αμφισβητήθηκε η κυριότητα των οικοπεδούχων από την ενάγουσα.

Υπέρ των ανωτέρω συνηγορεί, εξάλλου, και το γεγονός ότι στο επίδικο συμβόλαιο συμβλήθηκε και η αληθής κυρία του ακινήτου, εκπροσωπούμενη από τον πρώτο εναγόμενο, στοιχείο που, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καταδεικνύει έλλειψη συμπαιγνίας εκ μέρους των εναγομένων, δεδομένου ότι υπέγραψαν το συγκεκριμένο συμβόλαιο συνεπικουρούμενοι από τους νομικούς παραστάτες τους, χωρίς να αποδεικνύεται ότι είχαν γνώση των σχέσεων των μετόχων της Α.

Α..Ε. και χωρίς δικαιολογητικό λόγο, ιδίως ως προς τους οικοπεδούχους που συμβλήθηκαν, δεδομένου ότι οι ίδιοι δεν είχαν οποιοδήποτε όφελος από τη σύμπραξη αυτή, αφού η μεταβίβαση των ποσοστών τους είχε ήδη ολοκληρωθεί και σχετική τους γνώση θα προϋπέθετε σύμπραξη και γνώση όλων των εμπλεκομένων μερών (νομικών παραστατών, συμβολαιογράφου και υποθηκοφύλακα).

Σε κάθε περίπτωση πάντως, από το περιεχόμενο του ίδιου του συμβολαίου συνάγεται ότι η αληθής κυρία, παρείχε δια του πρώτου εναγομένου, την έγγραφη συναίνεσή της για τη μεταβίβαση του υπό στοιχείο ... διαμερίσματος στους τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων, ενόψει και των περιεχομένων σ' αυτό δηλώσεων ότι άπαντες οι συμβαλλόμενοι αποξενώνονται και απεκδύονται από κάθε τίτλο και δικαίωμά τους επί των πωλουμένων ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, καθιστώντας τους αγοραστές πλήρεις και αποκλειστικούς συγκυρίους, συννομείς και συγκατόχους κατ' ισομοιρία (σελίδα 20 του οικείου συμβολαίου), καθώς και ότι η ανωτέρω μεταβίβαση από τους οικοπεδούχους γίνεται με υπόδειξη, έγκριση και συναίνεση της εκ τρίτου συμβαλλόμενης ενταύθα εργολήπτριας εταιρίας (σελίδα 15 του αυτού συμβολαίου), αλλά και ότι άπαντα τα συμβαλλόμενα μέρη παραιτούνται αμοιβαία από κάθε δικαίωμά τους για διάρρηξη της παρούσας αγοραπωλησίας για οποιονδήποτε λόγο ουσιαστικό ή τυπικό και μάλιστα για κάποιον από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 178 και 388 του Αστικού Κώδικα (σελίδα 22 του συμβολαίου) και επομένως οι τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων απέκτησαν κυριότητα του υπό στοιχείο ...

διαμερίσματος, χωρίς πάντως στοιχεία ανηθικότητας στη σχετική δικαιοπραξία. Σημειώνεται τέλος, ότι ο πρώτος εναγόμενος νομίμως εκπροσώπησε την εργολάβο εταιρία κατά την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου, καθόσον τη δεδομένη χρονική στιγμή τύγχανε μέλος του Δ.Σ. αυτής και μπορούσε να τη δεσμεύει με μόνη την υπογραφή του, όπως αυτό είχε συμφωνηθεί με ομόφωνη απόφαση των μελών του Δ.Σ.

κατά τα οριζόμενα στο καταστατικό (βλ. το υπ' αριθ. ... ΦΕΚ), αλυσιτελώς δε η ενάγουσα, προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό της περί έλλειψης εξουσίας του πρώτου εναγόμενου προς εκπροσώπηση της εργολάβου εταιρίας, επικαλείται την από ... αγωγή των Ι. και Α.. Μ., μελών του Δ.Σ. της εργολάβου εταιρίας σε βάρος του τελευταίου, καθόσον τα αναφερόμενα σ' αυτή περιστατικά κακής διαχείρισης της ανωτέρω εταιρίας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου ανάγονται σε μεταγενέστερο της κατάρτισης του επίδικου συμβολαίου χρόνο και συγκεκριμένα αφορούν το χρονικό διάστημα μετά τις ..., οπότε και είχε λάβει χώρα σύγκληση νέας Γ.Σ.

και εκλογή νέου Δ.Σ.. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε η τέλεση των αξιόποινων πράξεων της απάτης σε βάρος της συμβολαιογράφου και της υποθηκοφύλακα, αλλά και της καταδολίευσης δανειστών, δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, ούτε αντίθεση του υπ' αριθ. ... συμβολαίου πώλησης στα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι αυτό συνιστά προϊόν των ποινικά κολάσιμων πράξεων, που επικαλείται η ενάγουσα, ενώ μόνη η μεταβίβαση από μη κύριο δεν προσδίδει άνευ ετέρου ανήθικο περιεχόμενο στη σύμβαση πώλησης.

Κατόπιν τούτων, κατά πλήρη δικανική πεποίθηση και μη απαιτουμένου οποιουδήποτε επιπρόσθετου αποδεικτικού μέσου, όπως η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, που η εκκαλούσα αιτείται, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το παραδεκτό και νόμιμο μέρος της. ... ...>>.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο, με το οποίο μεταβιβάστηκε το με στοιχ. ... διαμέρισμα στους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων από μη κύριο, καθόσον η κυριότητά του ανήκε στην εργολάβο εταιρεία Α. Α., οφειλέτρια της αναιρεσείουσας, και όχι στους οικοπεδούχους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί είχαν μεταβιβάσει την κυριότητά του προγενέστερα στην εργολάβο εταιρεία με το ...

συμβόλαιο, δεν πάσχει ακυρότητα, η καταρτισθείσα σύμβαση ήταν πραγματική, κατά τη σύναψή της συμβλήθηκε και η αληθής κυρία του ακινήτου (η εργολάβος εταιρεία) εκπροσωπούμενη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, η οποία παρείχε την έγγραφη συναίνεσή της για τη μεταβίβαση του ως άνω διαμερίσματος, δεν είχε καταδολιευτικό περιεχόμενο, έγινε έναντι αξιόχρεου τιμήματος, ποσού ...

ευρώ, που ανταποκρινόταν στην αληθή εμπορική αξία του ακινήτου, το οποίο πράγματι καταβλήθηκε από τους αγοραστές εξ ολοκλήρου στην αληθή κυρία, εργολάβο εταιρεία. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση, κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ (και όχι από τον αριθμό 8, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη δικαστική ομολογία των πρώτου, τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις που αυτοί κατέθεσαν στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, και συνίστανται στο ότι: <<...Είχαμε αναθέσει στον πληρεξούσιο δικηγόρο μας Θεμιστοκλή Αρκουμάνη να προβεί στον έλεγχο των τίτλων των συγκεκριμένων ακινήτων και στη συνέχεια στις ...

υπεγράφη...>>, <<... εγώ απλώς υπέγραψα για την εταιρεία και ουδόλως αντελήφθην εάν η ιδιότητα υπό την οποία φερόταν η Α. να παρίσταται στο ως άνω συμβόλαιο, βάσει της γραμματικής διατύπωσης αυτού ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα... δεν είχα απολύτως καμμία επίγνωση ότι το περιεχόμενο αυτού δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα και δη αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του υπό στοιχεία ...

διαμερίσματος...>>. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι αναφορές αυτές των αναιρεσιβλήτων δεν αποτελούν δικαστική ομολογία, υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθόσον, όταν εκτέθηκαν στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων τα περιστατικά αυτά δεν έγιναν με πρόθεση ομολογίας επιβλαβών γι' αυτούς περιστατικών, αλλά η αναφορά τους έγινε ιστορικά και μόνο προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. .../2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 84...017, 638/2016, ΑΠ 15.../2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ ...1/...).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ ...55/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 377/2019, ΑΠ 250/20..., ΑΠ ...18/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011).

Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημά της να ακυρωθεί η επίδικη σύμβαση: α) λόγω ανηθικότητας αυτής, κατ' άρθρο 178 ΑΚ, συνισταμένης στις από κοινού από όλους τους αναιρεσιβλήτους απατηλές και παράνομες ενέργειες και δηλώσεις τους κατά την υπογραφή του συμβολαίου και τη μεταγραφή του και β) λόγω ελλείψεως συναινέσεως ή εγκρίσεως της συμβάσεως υπό της αληθούς κυρίας.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η επίδικη σύμβαση δεν είχε καταδολιευτικό περιεχόμενο, ήταν πραγματική σύμβαση, έναντι αξιόχρεου τιμήματος και η αληθής κυρία του ακινήτου παρέσχε την έγκριση και συναίνεσή της για την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, Α..

Κ., ... και Β. Τ. που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών λόγω της ερημοδικίας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ... αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των ... (...) ευρώ για τον Α. Κ. και στο ποσό των ... (...) ευρώ για τους ... και Β. Τ..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ