Legislator Case Law & Legislation
415/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible ground regarding evidence rejection and overpayment claim.

Case Number 415/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's request to overturn the second-instance court's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider a criminal acquittal proving the plaintiff's claims were false and that the debt was fully paid. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court correctly rejected the evidence as insufficient to prove the appellant's specific claim of total payment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a) & (b) of the Code of Civil Procedure; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the rejection of evidence as insufficient or inadmissible is inadmissible as it infringes upon the trial court's unfettered assessment of facts.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal assessment of evidence factual findings rejection of proof Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) & (b) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 336(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 415 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 415/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Ψηλού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θωμά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-09-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16-04-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη του δε του ίδιου άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

β’ του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003).

Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν όχι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά διατάξεις δικονομικού δικαίου, δηλαδή διατάξεις, που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, η παραβίαση των οποίων (δικονομικών διατάξεων), ελέγχεται μόνο με τους ειδικούς λόγους που για συγκεκριμένες περιπτώσεις προβλέπονται στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 615/2019, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 115/2011, ΑΠ 1716/2009, ΑΠ 502/2007, ΑΠ 1236/1993).

[2] Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι «το δικαστήριο επιδικάζοντας υπέρ της ενάγουσας μισθολογικές διαφορές, κατέληξε σε αυθαίρετη και αναιτιολόγητη κρίση και περιέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της, ενώ παραβίασε και τα διδάγματα κοινής πείρας, υπάγοντας τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες δικαίου με τέτοιο τρόπο, ο οποίος εκφεύγει κάθε λογικής και νομιμότητας [...], ότι από τον συνδυασμό των άρθρων 670, 671 και 340 ΚΠολΔ στις εργατικές διαφορές ισχύει η ελεύθερη απόδειξη, όμως απαιτείται η απόδειξη εκ μέρους του διαδίκου των πραγματικών του ισχυρισμών, που θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις του [...]• το δικαστήριο δεν μπορεί να δέχεται ισχυρισμούς ως αληθείς άνευ αποδείξεως [...]. υποχρεούται να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκε στην κρίση του [...], το αιτιολογικό είναι απολύτως αντιφατικό [...]».

Ο λόγος αυτός, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν αρκεί, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 1 μείζονα σκέψη, η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή της αναιρεσείουσας, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα. Επίσης, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή ποιά συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, ποιά έννοια προσδόθηκε στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά είναι η ορθή έννοια κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι σύμφωνα και με αυτά που επίσης αναφέρθηκαν στην με αριθμό 1 μείζονα σκέψη, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν όχι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά διατάξεις δικονομικού δικαίου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που κατ' εκτίμηση οι φερόμενες από την αναιρεσείουσα ως παραβιασθείσες από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεις των άρθρων 670, 671 και 340 ΚΠολΔ, είναι δικονομικές διατάξεις και όχι ουσιαστικού δικαίου.

[3] Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξοφλήσεως των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959).

Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε` στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ` αυτές (ΑΠ 130/2020).

[4] Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Με την από 05-09-2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εκθέτει ότι την 01-03-2010 προσλήφθηκε και εργάσθηκε στο κατάστημα εμπορίας ηλεκτρικών ειδών της εναγομένης στο …, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως βοηθός λογιστή επί πενθήμερο και επί 8 ώρες ημερησίως με μηνιαίο μισθό 1.024,80 ευρώ.

Ότι στις 14-01-2013 συμφωνήθηκε η μείωση του μηνιαίου μισθού στο ποσό των 586,08 ευρώ και ότι στις 10-04-2014 παρότι η εργασιακή σχέση τράπηκε κατόπιν συμφωνίας τους σε σχέση μερικής απασχόλησης με συμφωνημένη αμοιβή 3,87 ευρώ ανά ώρα, αυτή εξακολουθούσε να εργάζεται σύμφωνα με τους όρους της αρχικής σύμβασης. Ότι περαιτέρω η εναγομένη δεν της κατέβαλε την νόμιμη αποζημίωση για την εργασία της τα Σάββατα, κατά το χρονικό διάστημα από 01-03-2010 έως 31-12-2012, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014, τις αποδοχές για τα έτη 2012, 2013 και 2014, καθώς και την αποζημίωση απόλυσης, που ανέρχονται στα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή για κάθε μία από τις αξιώσεις του αυτές και συνολικά το ποσό των 59.884,06 ευρώ, νομιμότοκα.

Ζήτησε, ως εκ τούτου, μετά γενόμενο παραδεκτά περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει τα ποσά αυτά, κυρίως με βάση την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επ’ αυτής εκδόθηκε η 296/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχθηκε αυτή εν μέρει για ποσό 30.363,64 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Επί ασκηθεισών κατ` αυτής αντιθέτων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας και έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε εν μέρει η πρωτοβάθμια απόφαση, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό 21.759,19 ευρώ, έναντι του άνω πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 30.363,64 ευρώ.

Η αναιρεσείουσα, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσής της επανέφερε τον πρωτοδίκως προταθέντα προς απόκρουση της αγωγής αυτής, ισχυρισμό της περί ολοσχερούς εξόφλησης των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, καθώς επίσης ότι ο ισχυρισμός της αυτός αποδεικνύεται από τις μετ’ επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις-μισθοδοσίες της αντιδίκου της, από τις οποίες προκύπτει ότι οι μισθοί, τα επιδόματα και τα δώρα καταβάλλονταν κανονικά στην ενάγουσα για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένσταση αυτή εξοφλήσεως, υπό την παραπάνω διατύπωσή της, ήταν αόριστη, διότι δεν διελάμβανε τα καταβληθέντα επί μέρους ποσά για κάθε μία από τις ως άνω ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, αλλά και τον χρόνο καταβολής αυτών, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών, η αοριστία δε αυτή δεν μπορούσε να συμπληρωθεί παραδεκτά με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, και τούτο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι τελευταίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα με τις επιταγές των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984.

Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εξοφλήσεως, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 424 (δικαίωμα για εξοφλητική απόδειξη) του ΑΚ, 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984, και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου τούτου, όπως αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[5] Με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι απορρίπτοντας την ένστασή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας ως νόμω αβάσιμης και συγκεκριμένα ότι δεχόμενη η προσβαλλομένη σχετικά με την ένστασή της αυτή "ότι στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη ισχυρίζεται πως η ενάγουσα είναι κακόπιστη, καθώς η υπό κρίση αγωγή αποτελεί βεβιασμένη κίνηση προκειμένου να προλάβει την απόλυσή της.

Ο ισχυρισμός αυτός ακόμα και αν τα πραγματικά περιστατικά υποτεθούν αληθινά, δεν συνιστά, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, απορριπτομένης ως νόμω αβάσιμης", παρερμήνευσε τον νόμο και κατέληξε σε αυθαίρετη κρίση και διέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της της δίκης, ενώ παραβίασε επίσης και τα διδάγματα κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (281 ΑΚ) είναι απαράδεκτος.

Και αυτό διότι, αφού ο ως άνω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος, δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΑΚ, που προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας (ΑΠ 531/2014). Όσον αφορά δε το παράπονο της αναιρεσείουσας, ότι το δικαστήριο δεν διέλαβε όλους τους ισχυρισμούς που είχε αναφέρει αυτή στην εν λόγω ένστασή της, που με τη συνδρομή των οποίων θα πληρούτο το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμο, δεδομένου ότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και των προτάσεων της αναιρεσείουσας σε αυτήν την δίκη, αλλά και από τον τρίτο σχετικό λόγο της έφεσής της, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει πραγματικά περιστατικά που να πληρούν το πραγματικό της άνω διάταξης, αλλά απλά περιορίζεται για την στοιχειοθέτηση της εν λόγω ενστάσεως, σε επιχειρήματα υπέρ της άποψής της ότι δεν οφείλονται στην ενάγουσα, τα αιτούμενα με την αγωγή της ποσά, δηλαδή δεν προβάλλει στην πραγματικότητα τον αυτοτελή ισχυρισμό της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αγωγής εκ μέρους της ενάγουσας, αλλά υπό την επίφαση τέτοιου ισχυρισμού (ενστάσεως), προβαίνει σε απλή άρνηση της αγωγής.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

[6] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και επομένως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή, την ένσταση και γενικά τον προβληθέντα ισχυρισμό προς απόδειξη ή αντίκρουση των οποίων αυτά (αποδεικτικά μέσα) προσκομίσθηκαν, ως αόριστο, μη νόμιμο ή αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 404/2020, ΑΠ 568/2019, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 253/2019, ΑΠ 1938/2017, ΑΠ870/2017, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 287/2008, ΑΠ 1546/2005, ΑΠ 1665/2005, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 446/2004).

[7] Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ,(και όχι από τον αριθμό 8) ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη αδιαμφισβήτητα κρίσιμο στοιχείο, το οποίο ανέκυψε μετά την εκδίκαση της υποθέσεως πρωτοδίκως και το οποίο προσκόμισε μετ'επικλήσεως στην κατ'έφεση δίκη και αποτελούσε το σχετικό 54 των προτάσεών της και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της την 1202/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με την οποία αθωώθηκαν πανηγυρικά χωρίς καμιά επιφύλαξη οι νόμιμοι εκπρόσωποί της για τις διατάξεις του άρθρου Μόνου α.ν. 690/1945 περί μη καταβολής δεδουλευμένων, κατόπιν μηνύσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Ότι από το κείμενο της απόφασης αυτής αποκαλύφθηκε το απόλυτο ψεύδος των ισχυρισμών της ενάγουσας και η αβασιμότητα της αγωγής της, ενώ αποδείχθηκε περίτρανα ο ισχυρισμός της (αναιρεσείουσας) που προέβαλε νομίμως, τόσο πρωτοδίκως όσο και στον δεύτερο βαθμό, περί πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης της ενάγουσας για όλα τα αιτούμενα κονδύλια της αγωγής, γεγονός που δεν συνέβη στον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης και όσα αναφέρονται στον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει η αναιρεσείουσα στην απόφαση ότι ανυποστήρικτα απέρριψε την ένστασή της, περί ολοσχερούς εξοφλήσεως της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης για τις ένδικες αξιώσεις της, ως αόριστη, προκύπτει ότι ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος εφόσον, ο εν λόγω ισχυρισμός περί ολοσχερούς εξόφλησης, προς απόδειξη του οποίου είχε προσκομισθεί η άνω 1202/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως αόριστος, γεγονός που καθιστά ανεπίτρεπτη την ίδρυση του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου.

Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού, αυτός είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι υπό την επίκληση του λόγου αυτού, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων.

[8] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-04-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 60/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ, για δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ