Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding the timing of the Municipality's Economic Committee approval.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a labor contract dispute. The appellant argued that the Court of Appeal failed to declare the appeal inadmissible because the Municipality's Economic Committee approved it after the appeal was filed. The court found that the committee's approval was validly obtained within the legal timeframe despite the delay caused by summer recess. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the opposing party's legal costs were awarded to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Articles 58, 72 of Law 3852/2010; Articles 26, 87 of the Constitution: The validity of an appeal filed by a municipality requires prior approval by its Economic Committee, which may be granted after the appeal is lodged if no immediate danger to public interests exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 568 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 568 /2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Εβελίνας Αθανασοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1339/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2765/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από ι α χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.
α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης ! αποζημιώσεως.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του ομοίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Εξ άλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το, προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή την μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται ρε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.
Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του ", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάγω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.
α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.
α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.
α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου 9υμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4- 2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 6-6-2012 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε τα εξής: Ότι την 2-4-2007 προσελήφθη από το δεύτερο εναγόμενο (ήδη μη διάδικος ΝΠΙΔ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι την 30-11-2007 ως υπάλληλος, ακολούθως δε την 3-12-2007 συνήψε με το ανωτέρω ΝΠΙΔ νέα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου στο γραφείο ιδιαιτέρου γραμματέα του Δημάρχου του πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ ΟΤΑ και ήδη αναιρεσίβλητου.
Ότι την 12-3-2012 το ως άνω δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ (και ήδη μη διάδικος) κατήγγειλε την σύμβαση αυτή. Ότι η εν λόγω εργασιακή σύμβαση ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο του εργοδότη της αφού στις ανωτέρω εργασιακές συμβάσεις πραγματικός εργοδότης της ήταν ο πρώτος εναγόμενος (Δήμος Αμαρουσίου ΝΠΔΔ), στον οποίο πραγματικά παρείχε τις ανωτέρω υπηρεσίες της καθόλο το επίδικο διάστημα και ενεργούσε σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες των αρμόδιων οργάνων αυτού και ότι ο τελευταίος προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής της σύμβασης μειώνοντας τις μηνιαίες αποδοχές της.
Ζήτησε δε με την ένδικη αγωγή της να αναγνωρισθεί ότι πραγματικός εργοδότης της ήταν ο ήδη αναιρεσίβλητος - πρώτος εναγόμενος 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής της συμβάσεως, να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητος να την απασχολεί και να υποχρεωθεί να της καταβάλει 16.238 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, 11.550 ευρώ ως διαφορές αποδοχών και 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της συνεπεία της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής της συμβάσεως και της κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος γενομένης απολύσεώς της.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι ο εργοδότης της ενάγουσας από την 3-12-2007 είναι ο πρώτος εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος, υποχρέωσε αυτόν να απασχολεί την ενάγουσα- ήδη αναιρεσείουσα και τον υποχρέωσε να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 14.451,82 ευρώ.
Μετά από έφεση του εναγομένου αυτού εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή απέρριψε ως μη νόμιμη. Πράγματι δε η αγωγή έχοντας το προπαρατεθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι και νόμιμη και απορριπτέα, αφού αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας που συνήφθη την 2-4-2007 και αυτή που συνήφθη την 3-12-2007, συνήφθησαν υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, με το οποίο καθορίζεται σαφώς ο τρόπος πρόσληψης υπαλλήλων στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα(στον οποίο υπάγεται ο αναιρεσίβλητος) (παρ. 7) και απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου (παρ. 8).
Επίσης δεν υφίσταται εν προκειμένω πεδίο εφαρμογής των μεταβατικών ρυθμίσεων του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 αφού σε επίδικες συμβάσεις της ενάγουσας συνήφθησαν το έτος 2007.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το Εφετείο με την απόφασή του δεν κατήρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δεν εισήλθε δηλαδή στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος αυτού και τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενη, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι: α) η προσβαλλόμενη εσφαλμένα θεώρησε ότι μεταξύ αυτής και του δευτέρου εναγομένου καταρτίσθηκαν δύο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και β) δεν προέβη στην διάγνωση του ποιος ήταν ο πραγματικός εργοδότης δεχόμενη όμως τους ισχυρισμούς της ότι αυτός ήταν ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος).
Με το ως άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω αιτιάσεις, παρεκτός του ότι για τον υπό στοιχ. β' η ίδια δέχεται ότι το Δ/ριο τον έλαβε υπόψη και τον δέχθηκε, για την υπό στοιχ, α' το δικαστήριο δέχθηκε, όπως αναφέρεται στην αγωγή ότι η δεύτερη σύμβαση καταγγέλθηκε την 12-3-2012, και συνακόλουθα οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο 2ος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ
του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, τούτο δε διότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής και να μη την έχει απορρίψει ως νόμω αβάσιμη όπως εν προκειμένη (ολ ΑΠ3/1997, ΑΠ 1809/2007).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008).
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως θα πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 374/2013, 1643/2005).
Στην κρινομένη υπόθεση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο το περιεχόμενο της από 3-12-2007 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της αναιρεσείουσας και του δεύτερου εναγομένου, καθώς και την από 12-3-2012 καταγγελία της συμβάσεως αυτής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει παραμόρφωση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων όσον αφορά την μορφή της σύμβασης της αορίστου χρόνου, ο χαρακτηρισμός αυτός ουδόλως δύναται να καταστήσει νόμω βάσιμη την ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι η κατάρτισή της ένδικης εργασιακής σύμβασης ως αορίστου χρόνου τοιαύτης κατά το έτος 2007 δεν ήταν δυνατή αφού συνήφθη υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και ο εργοδότης στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε την δυνατότητα για την σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 58 παρ.1 εδ. α και 72 παρ.1 εδ. γ' και 2 του Ν. 3852/417.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης",- "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή - άρθρο 58 παρ.1 εδ.α ' -" "Η Οικονομική Επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του Δήμου.
Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες ... , ιγ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων - άρθρο 72 παρ.1 εδ. γ'-". "Για τις περιπτώσεις ιγ) της προηγουμένης παραγράφου η απόφαση λαμβάνεται, ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης - άρθρο 72 παρ.2-".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι για το τυπικά παραδεκτό, εκτός άλλων, και του ενδίκου μέσου της
εφέσεως από το Δήμαρχο, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της αδείας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του Δημάρχου για τη διεξαγωγή της δίκης, ως αντιπροσώπου του Δήμου (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 842/2013). Εξάλλου κατά την παρ. 2 του προαναφερθέντος άρθρου 58 του Ν. 3852/2010 "όταν δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή λήψης απόφασης, ο δήμαρχος μπορεί να αποφασίσει για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικονομικής επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έγκριση τη σχετική απόφαση του κατά την επόμενη συνεδρίαση της Επιτροπής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναφερόμενη ως άνω απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής για το παραδεκτό της ασκουμένης από το Δήμο έφεσης νομίμως λαμβάνεται και μετά την άσκηση της μέχρι τη συζήτηση αυτής, εγκρινομένης με αυτή της ήδη ασκηθείσας
έφεσης πρέπει δε να προσκομίζεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 842/2013, ΑΠ 1733/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα λόγω της λήψης της απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του εκκαλούντος ΟΤΑ (Δήμου Αμαρουσίου) μετά την άσκηση της έφεσης.
Εν προκειμένω από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων προέκυψε ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης έγινε την 1-7-2014 η έφεση κατ' αυτής ασκήθηκε την 21-7-2014, η απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εκκαλούντος Δήμου Αμαρουσίου περί εγκρίσεως της ασκηθείσης εφέσεως ελήφθη την 25-9-2014 (λόγω μεσολαβούντος θέρους) και η συζήτηση της εφέσεως έλαβε χώρα την 28-2-2017. Κατόπιν αυτών ορθώς η προσβαλλόμενη δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη έφεση και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ. 179 περ. β'και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 20-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 2765/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ