Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because appellants caused the lower court's procedural rejection of their own lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling it inadmissible. The appellants argued that the lower court failed to declare their property ownership lawsuit inadmissible due to vague property descriptions. The court rejected this claim because the appellants themselves initiated the lawsuit, making the procedural rejection a consequence of their own actions rather than a legal error by the judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 14 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a procedural rejection is inadmissible if the appellant caused the rejection by initiating the action, unless an exception applies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 40 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 40/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. συζ. Χ. Λ., το γένος Π. και Α. Π., κατοίκου …, 2) Κ. Ρ. του …, κατοίκου …, ο οποίος και υπεισήλθε ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη, κατά το ποσοστό του, στη θέση του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος Δ. Π. του Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Τέφου-Φωτέα και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Δήμος …", που εδρεύει στο …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Αγρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1989 αγωγή της ήδη α' αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Π. του Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1180/1990, 3374/2007 μη οριστικές, 4900/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6117/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 26-7-2016 (αρ. κατ. 702/2016) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6117/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 29/11/2010 έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 4900/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 25-11-1989 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου κατ' αυτού αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και του αποβιώσαντος ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη Δ.
Π., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του οι αναιρεσείοντες. Με την αναιρεσιβαλόμενη κατ' αποδοχή της έφεσης και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Στη προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και το δεύτερο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Ωστόσο αμφότεροι οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης κατά τα εν λόγω σκέλη τους είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό πλήρεις οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και φέρεται να συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό στοιχείο που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη και συγκεκριμμένα την υπ' αριθμ. …/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος ως πραγματογνώμονος με την υπ' αριθμ. 3347/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τοπογράφου μηχανικού Ε.
Α.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι (ομού μετά των λοιπών αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων) ελήφθη υπ' όψη και η εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όπου επανειλημμένα γίνεται μνεία αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του, εκτός αν πρόκειται για την εξαίρεση που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔικ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 449/2012), αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 566/2010, 598/2010, 2061/2007), εκτός αν υπάρχει εξαίρεση προβλεπόμενη από το άρθρο 562 παρ 2 του ΚΠολΔικ, πράγμα που πρέπει και αυτό να αναφέρεται.
Στη προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, από τους αναιρεσείοντες ενάγοντες η πλημμέλεια ότι δεν κήρυξε την αγωγή τους απαράδεκτη, λόγω αοριστίας περί την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, που δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 562 παρ. 3ΚΠολΔ,αφού δεν αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πράξη την οποία έχουν ενεργήσει οι αναιρεσείοντες, που άσκησαν την ένδικη αγωγή.
Πέραν τούτου ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος και λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται ποιές συγκεκριμμένα δικονομικές διατάξεις παραβιάσθηκαν, αλλά και δεν προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
εξαιρετικές περιπτώσεις, που να αναφέρουν. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που υπέβαλλε και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2016 (αρ. κατ. 702/2016) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6117/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ