Supreme Court partially allows appeal against enforcement order, remanding partial case for new panel.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a final enforcement order issued in his favor. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory regarding which party paid the debt and the specific amounts involved. The court rejected this claim as the lower court's decision was clear enough to identify the liable party and the payment details, but it found merit in the appellant's other arguments. Consequently, the judgment was set aside in part, the case was remanded to a new panel of judges for further proceedings, and the opposing parties were ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially set aside a judgment when the lower court's reasoning contains contradictions regarding the identity of the debtor or the amount paid, provided the overall decision remains clear on the primary liability, and remand the contested portion to a new panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 566 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 566/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Ψ και 2) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2669/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 425/2006 μη οριστική και 8424/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-5-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά παραδοχή του τετάρτου και πέμπτου λόγου αναίρεσης, όπως οι λόγοι αυτοί συμπληρώνονται από την Εισηγήτρια και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δικ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο εκείνη.
Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση όχι μόνο γιαυτόν, αλλά για όλους τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως δικάσιμο της 13.10.2008, όσο και κατά την προκειμένη νέα, μετ' αναβολή από εκείνη, δικάσιμο της 12.10.2009.
Ο αναιρεσείων, που παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προσκομίζει τις υπ' αριθ. 900/Γ/4.7.2008 και 901/Γ/4.7.2008 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει ότι είχαν κληθεί για να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13.10.2008 αμφότερες οι αναιρεσίβλητες, αφού έχει επιδοθεί σαυτές νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την παραπάνω (αρχική) δικάσιμο της 13.10.2008 και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο της 12.10.2009 ισχύει κατά τα προεκτεθέντα, ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν κατά την δικάσιμο αυτή (12.10.2009), όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρούσες, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολ.Δικ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτός των αναφερόμενων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτού ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει ούτε στις λοιπές από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ εξαιρέσεις, για να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο.
Για να είναι δε ορισμένος αυτός ο λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η πρόταση αυτή. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι τον ισχυρισμό αυτόν πρότεινε ο αναιρεσείων, κατά παραδεκτό και νόμιμο τρόπο, στο Εφετείο.
Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνισταμένης στην αντίθεση μεταξύ της παραδοχής ότι "η πρώτη ενάγουσα πείσθηκε και με την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου εταιρίας εξέδωσε επτά μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 19.850.000 δρχ" και των αναφορών στην ένδικη αγωγή ότι "πεισθείσα περισσότερο με τους λόγους του τρίτου αντιδίκου εξέδωσα τις..." και "μάταια περίμενα να μου επιστραφούν οι επιταγές αυτές οι δικές μου", είναι απαράδεκτος, αφού η ίδρυσή του προϋποθέτει την ύπαρξη αντιφάσεων μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ των αιτιολογιών αυτών και του περιεχομένου της αγωγής.
Κατ' άρθρο 43α του ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 279/1993, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης μπορεί να συσταθεί από ένα πρόσωπο ή να καταστεί μονοπρόσωπη. Εξάλλου, κατά την έννοια των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ δικαιούχος αποζημίωσης είναι αυτός που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία άμεσα στα δικαιώματα, έννομα αγαθά ή προστατευόμενα συμφέροντά του.
Αντανακλαστικές συνέπειες της αδικοπραξίας στην περιουσία τρίτου δεν καθιστούν αυτόν δικαιούχο αποζημιώσεως, εκτός από τις ειδικώς οριζόμενες στο νόμο περιπτώσεις, όπως των άρθρων 928 και 929 εδ. β'ΑΚ. Έτσι, το μέλος οποιουδήποτε νομικού προσώπου δεν μπορεί να στραφεί κατά των τρίτων που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο.
Ειδικότερα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες προς το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δικ., στην περίπτωση που προξενήθηκε ζημία σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ), μόνον η εταιρία νομιμοποιείται ενεργητικώς να στραφεί κατά του ζημιώσαντος, ως έχουσα άμεσο προς τούτο έννομο συμφέρον όχι όμως και τα μέλη αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη των εναγουσών (πρώτη των αναιρεσιβλήτων) διατηρούσε αρχικά ατομική επιχείρηση εμπορίας ειδών κινητής τηλεφωνίας στην περιοχή ..., στη συνέχεια δε συνέστησε τη δεύτερη από αυτές (δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", της οποίας η ίδια είναι το μοναδικό μέλος και διαχειρίστρια και δια μέσου της οποίας ασκούσε πλέον την ίδια εμπορική δραστηριότητα στο παραπάνω κατάστημα. Ο αναιρεσείων (Χ) και ο τρίτος των εναγομένων (Ζ) ασχολούντο με την χονδρική πώληση ειδών κινητής τηλεφωνίας και είχαν συστήσει, ο μεν αναιρεσείων τη δεύτερη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "...", ο δε τρίτος την τέταρτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", των οποίων ήταν αντίστοιχα ο καθένας νόμιμος εκπρόσωπος. Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων είχε εμπορική συνεργασία με τον Ζ, από τον οποίο προμηθεύετο είδη κινητής τηλεφωνίας, δεδομένου ότι αυτός πριν συστήσει την παραπάνω εταιρεία διατηρούσε ατομική επιχείρηση εμπορίας των παραπάνω ειδών και λόγω της αρμονικής συνεργασίας τους αναπτύχθηκε μεταξύ τους σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, ο ίδιος συνέστησε στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων τον αναιρεσείοντα, από την επιχείρηση του οποίου στον ... είχε αυτή προμηθευθεί μερικές φορές τέτοια εμπορεύματα. Στις αρχές Ιουλίου του έτους 2001 εμφανίσθηκε στο κατάστημα των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων, ο οποίος αφού δήλωσε στην πρώτη από αυτές ότι αντιμετώπιζε προσωρινό οικονομικό πρόβλημα, της ζήτησε να τον βοηθήσει με δικές της μεταχρονολογημένες επιταγές (επιταγές ευκολίας), με τις οποίες θα μπορούσε αυτός να χρηματοδοτηθεί, καθόσον θα άνοιγε δικό του πινάκιο (πλαφόν) στο κατάστημα ...
της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας και λόγω της γνωριμίας του με τον διευθυντή του καταστήματος τούτου, ..., θα επιτύγχανε την προεξόφληση των επιταγών αυτών. Υποσχέθηκε δε να επιστρέψει τα σώματα των σχετικών επιταγών εντός διμήνου από την έκδοση τους, χωρίς να μεταβιβασθούν σε τρίτους, σε διαφορετική δε περίπτωση θα κάλυπτε τα ποσά των επιταγών με ίσης αξίας εμπορεύματα ή θα εξέδιδε άλλες επιταγές για αντικατάστασή τους, τις οποίες θα μεταβίβαζε στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Η τελευταία, επειδή ήταν διστακτική, ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον τρίτο των εναγομένων, ο οποίος τη διαβεβαίωσε για τη φερεγγυότητα του αναιρεσείοντος και της δήλωσε ότι και ο ίδιος είχε δώσει τέτοιες επιταγές σ'αυτόν, εγγυήθηκε δε προσωπικά την επιστροφή τους ή την κάλυψη του ποσού των επιταγών με την προς αυτήν παράδοση ίσης αξίας εμπορευμάτων κινητής τηλεφωνίας.
Έτσι, αυτή πείσθηκε και με την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της μονοπρόσωπης εταιρείας της, εξέδωσε επτά μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 19.850.000 δραχμών, όλες πληρωτέες στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ" και ειδικότερα τις ..., ποσού 2.360.000 δραχμών, ... ποσού 4.300.000 δραχμών, ... ποσού 4.200.000 δραχμών, ...
ποσού 4.730.000 δραχμών, ... ποσού 530.000 δραχμών ... ποσού 3.000.000 δραχμών και ... 730.000 δραχμών, τις οποίες παρέδωσε στον αναιρεσείοντα. Μολονότι, όμως, παρήλθε η προθεσμία επιστροφής των επιταγών, ο αναιρεσείων με διάφορες προφάσεις αρνείτο να τις επιστρέψει, ενώ εξάλλου δεν παρέδωσε στις αναιρεσίβλητες ίσης αξίας εμπορεύματα.
Η πρώτη από αυτές κατέφυγε, συνοδευόμενη από τον παραπάνω μάρτυρα, στο κατάστημα του Ζ, ο οποίος έδειξε να εκπλήσσεται από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του σε έντονο μάλιστα ύφος, για την άμεση επιστροφή των επιταγών. Όπως όμως διαπίστωσε εκ των υστέρων η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση για την πορεία των επιταγών και είχαν από κοινού επινοήσει την παραπάνω μέθοδο, με σκοπό να προεξοφλήσουν τα ποσά των επιταγών από την Τράπεζα και να τα ιδιοποιηθούν παράνομα με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά παράβαση της παραπάνω συμφωνίας, δηλαδή παρά το ότι οι συγκεκριμένες επιταγές ήταν ευκολίας και δεν κάλυπταν καμία πραγματική οφειλή των αναιρεσιβλήτων προς αυτόν και έπρεπε να επιστραφούν μετά δίμηνο χωρίς να μεταβιβασθούν περαιτέρω σε τρίτους, προκειμένου να αποκλείσει την προβολή προσωπικών ενστάσεων των αναιρεσιβλήτων κατά των οπισθογράφων, μεταβίβασε αυτές διαδοχικά στη δεύτερη των εναγομένων εταιρεία και εν συνεχεία στην τέταρτη από αυτές εταιρεία, η οποία επίσης με οπισθογράφηση τις μεταβίβασε στον τρίτο των εναγομένων και εκείνος με τη σειρά του στο κατάστημα ...
της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, τελώντας σε άμεση γνώση του συγκεκριμένου σχεδίου με τον αναιρεσείοντα, με αποκλειστικό σκοπό να ιδιοποιηθούν από κοινού το ποσό της προεξόφλησης των επιταγών. Προκειμένου δε να πετύχουν τούτο, ο τρίτος των εναγομένων επεσύναψε στις επιταγές και προσκόμισε στην τράπεζα και διάφορα εικονικά τιμολόγια περί δήθεν πώλησης, από την τέταρτη των εναγομένων, ίσης αξίας εμπορευμάτων στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία.
Μάλιστα, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων (Ψ) οχλήθηκε από τον παραπάνω διευθυντή του καταστήματος ... της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος για την πληρωμή των επιταγών, οι οποίες τελικά εμφανίσθηκαν στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκαν, γιατί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων προέβη στην ανάκληση τους. Στις συνεχιζόμενες οχλήσεις της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προς τον αναιρεσείοντα και προκειμένου να αποφευχθεί η προσφυγή της στα δικαστήρια, ο πέμπτος των εναγομένων (...), με τον οποίο η ίδια ουδεμία εμπορική σχέση είχε, μετά από προτροπή του αναιρεσείοντος και του τρίτου των εναγομένων, εξέδωσε τις προσκομιζόμενες σε επικυρωμένα αντίγραφα ...
και ... επιταγές ποσού 5.307.000 και 11.000.000 δραχμών αντίστοιχα, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής. Τις δύο αυτές επιταγές συμπλήρωσε και παρέδωσε ο ίδιος ο αναιρεσείων στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, παρόντος του μάρτυρα ..., σε αντικατάσταση δήθεν μέρους των παραπάνω δικών της επιταγών, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν αντίκρισμα και πράγματι, όταν η τελευταία τις εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 21-9-2001, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων.
Στο μεταξύ η μια από τις επιταγές των εναγουσών και συγκεκριμένα η ..., ποσού 4.730.000 δραχμών, που ήταν μεταχρονολογημένη για τις 10-12-2001, περιήλθε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, η οποία ως τελευταία κομίστρια, μετά από αίτησή της, πέτυχε την έκδοση της 1085/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας και της δεύτερης των εναγομένων εταιρίας (με την επωνυμία ...
ΕΠΕ) και αφού η τελευταία δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχεία, υποχρεώθηκε τελικά η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στην παραπάνω τράπεζα 14.500 Ευρώ. Μετά την κοινοποίηση της από 25-9-2001 εξώδικης πρόσκλησης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων προς την εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ο τρίτος των εναγομένων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης από αυτούς, προσήλθε στο κατάστημα ...
της παραπάνω Τράπεζας και παρέλαβε τις υπόλοιπες επιταγές. Για τις δύο από τις επιταγές αυτές, δηλαδή τις ... και ... με ημερομηνία εκδόσεως 10-10-2001 η πρώτη και 30-10-2001 η δεύτερη, ποσού 4.300.000 και 4.200.000 δραχμών, αντίστοιχα, η τέταρτη των εναγομένων, ως τελευταία κομίστρια, μετά από αίτησή της, πέτυχε την έκδοση της 1073/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Η τελευταία άσκησε την από 20-2-2002 ανακοπή κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, που έγινε δεκτή με την 584/2002 απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η τέταρτη των εναγομένων άσκησε την από 20-12-2004 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 9077/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου), αφού κρίθηκε τελεσίδικα ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της ανακοπής, κατά τον οποίο η τέταρτη των εναγομένων, δια του νομίμου εκπροσώπου της, τρίτου από αυτούς, τελούσε σε γνώση, κατά την κτήση των επιταγών αυτών, ότι αυτές ήταν επιταγές ευκολίας και δεν κάλυπταν πραγματική οφειλή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας και ενήργησε με σκοπό να την βλάψει τελώντας σε γνώση της παραπάνω εσωτερικής σχέσης μεταξύ των προηγουμένων υπογραφέων των επιταγών.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, πριν η πρώτη των αναιρεσιβλήτων καταφέρει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για αναστολή εκτελέσεως της ως άνω 1073/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η τέταρτη εναγομένη επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και έτσι για να αποφύγει αναγκαστική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της αναγκάσθηκε να εξοφλήσει το ποσό της διαταγής πληρωμής κατά κεφάλαιο και τόκους και επιπλέον κατέβαλε στον δικαστικό επιμελητή ..., που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της παραπάνω επισπεύδουσας την εκτέλεση, α) 836,39 Ευρώ για τα δικαστικά έξοδα, β) 2075 Ευρώ για έξοδα εντολής προς εκτέλεση και αμοιβή σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση και γ) 375,64 ευρώ για αμοιβή και έξοδα εκτέλεσης του δικαστικού επιμελητή, δηλαδή κατέβαλε συνολικά το ποσό των 3.267 Ευρώ, ποσό κατά το οποίο και ζημιώθηκε η ίδια αλλά και η εταιρεία της.
Επιπροσθέτως το Εφετείο δεχθέν ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά όλων των εναγομένων οι αναιρεσίβλητοι α) ζημιώθηκαν κατά το ποσό όλων των ως άνω επιταγών, δηλαδή κατά το ποσό των 19.850.000 δραχμών και ήδη 58253,85 Ευρώ και β) υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον κλονίσθηκε η φερεγγυότητα, η εμπορική πίστη και η φήμη της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, από το γεγονός ότι εμφανίσθηκε να εκδίδει για τις εμπορικές της συναλλαγές ακάλυπτες επιταγές, ενώ η πρώτη από αυτές όχι μόνο στενοχωρήθηκε, αλλά κινδύνευσε να απωλέσει με αναγκαστική εκτέλεση τα περιουσιακά της στοιχεία και υποβλήθηκε σε πολυδάπανο δικαστικό αγώνα για αποφυγή των δυσμενών αυτών επιπτώσεων, και αφού έλαβε υπόψη το είδος και την έκταση της προσβολής, τον βαθμό υπαιτιότητας του καθενός από τους εναγομένους, (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και τις λοιπές περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία των εναγομένων, έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθεί σε καθεμία από τις αναιρεσίβλητες το ποσό των 4000 Ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν.
Ακολούθως, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα, να καταβάλει σε καθεμία από τις ενάγουσες το συνολικό ποσό των 34.770,43 ευρώ (3287 συν 58253,85 ίσον 61540,85 Ευρώ δια 2 ίσον 30770,43 συν 4000) κρίναν ότι πρόκειται περί διαιρετής παροχής. Με τις εκτεθείσες κρίσεις του, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 43α του ν. 3190/1955, (που προστέθηκε με το άρθρο 2 ΠΔ 279/1993), 914, 297, 298 ΑΚ και 68 Κ.Πολ.Δ, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δικαιούχος της παραπάνω αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι μόνο η δεύτερη τούτων (αναιρεσιβλήτων) μονοπρόσωπη εταιρία, που υπέστη την ζημία, και μόνο ως προς αυτή υπάρχει ενεργητική νομιμοποίηση για άσκηση της ανωτέρω αγωγής.
Όχι όμως και ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της, από τη σύσταση της δεύτερης από αυτές ασκούσε πλέον την εμπορική της δραστηριότητα, μόνο δια μέσου της τελευταίας (δεύτερης) και με την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου αυτής.
Με την ιδιότητά της δε αυτή προέβη σε όλες τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ενέργειες και καταβολές χρηματικών ποσών. Επομένως, πρέπει, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή (πρώτη), να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' αποδοχή της (κατ' εκτίμηση) της προβαλλόμενης με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεως, όπως οι λόγοι αυτοί συμπληρώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, από την Εισηγήτρια.
Εξάλλου, το Εφετείο, αναφορικώς με την επιδίκαση στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων των ποσών των με αριθ. ..., ..., ... και ... επιταγών, κατά το ήμισυ, ήτοι κατά το ποσό των 3.310.000 δραχμών ή 9.714 ευρώ (2.360.000 + 530.000 + 3.000.000 + 730.000 δραχμές αντίστοιχα = 6.620.000:2), διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τόν αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, αφού, ενώ δέχθηκε ότι ο Ζ παρέλαβε τις εν λόγω τέσσερις επιταγές από το κατάστημα ...
της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, παρέλειψε να αναφέρει αν αυτές πληρώθηκαν από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και, πάντως, δεν διευκρινίζει σε τί συνίσταται εν προκειμένω η ζημία της τελευταίας. Επομένως και ως προς το μέρος που αφορά τις επιταγές αυτές κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατ' αποδοχή του σχετικού περί τούτου τετάρτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Με το να επιδικάσει όμως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία το ήμισυ των ποσών α) της με αριθ. ... εκ δραχμών 4.730.000 επιταγής για την οποία εκδόθηκε η με αριθ. 1085/2002 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) των με αριθ. ... εκ δραχ. 4.300.000 και ... εκ δραχ. 4.200.000 επιταγών, για τις οποίες εκδόθηκε η με αριθ. 1073/2002 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) των 3287 (836,39 + 2075,00 +375,64) ευρώ που δαπάνησε από την εκτέλεση της με αριθ. 1073/2002 Δ/γης πληρωμής, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, δεν υπάρχει καμία ασάφεια για το ζημιωθέν πρόσωπο από τη εξόφληση της 1073/2002 διαταγής πληρωμής, αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ζημιωθείσα είναι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, για λογαριασμό της οποίας η πρώτη από αυτές προέβη στην εξόφληση της άνω επιταγής.
Επομένως, οι αποδιδόμενες με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Κατά τα προεκτεθέντα το Εφετείο δέχθηκε ότι η μια από τις επιταγές και συγκεκριμένα η ..., ποσού 4.730.000δρχ., που ήταν μεταχρονολογημένη για τις 12-10-2001, περιήλθε στην ΕΤΕ, η οποία ως τελευταία κομίστρια μετά από αίτηση της πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 1085/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων μονοπρόσωπης εταιρίας και της δεύτερης των εναγομένων εταιρίας (και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και αφού η τελευταία δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, υποχρεώθηκε τελικά η άνω αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην τράπεζα 14.500 ευρώ".
Από αυτή την διατύπωση της προσβαλλομένης, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν δημιουργείται καμιά αμφιβολία ως προς το ποια ήταν η εκδότρια της επιταγής, εν όψει και της παραδοχής της, ότι "έτσι η πρώτη ενάγουσα (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) πείσθηκε και με την ιδιότητα της ως νόμιμη εκπρόσωπος της μονοπρόσωπης εταιρείας της (δηλαδή της δεύτερης αναιρεσείουσας) εξέδωσε επτά μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού ύψους 19.850.000 δραχμών, όλες πληρωτέες στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ" και ειδικότερα τις ..., ποσού 2.360.000 δραχμών, ...
ποσού 4.300.000 δραχμών, ... ποσού 4.200.000 δραχμών, ... ποσού4.730.000 δραχμών ... ποσού 530.000 δραχμών, ... ποσού 3.000.000 δραχμών και ... ποσού 730.000 δραχμών και τις παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα)", με την οποία παραδοχή διευκρινίζεται επαρκώς ότι εκδότρια των κρίσιμων επιταγών είναι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως εκπρόσωπος όμως της δεύτερης και δεν ήταν αυτές, (επιταγές), εκδόσεως και των δύο αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, διευκρινίζεται με επάρκεια ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε σε βάρος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και δεν ασκεί καμιά επιρροή ως προς το σημείο αυτό η αναφορά στην ένδικη αγωγή ότι "...πέτυχε την έκδοση της 1085/2002 διαταγής πληρωμής εις βάρος μου...με αποτέλεσμα να με υποχρεώσει να καταβάλω 14.500 ευρώ....".
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι με την προαναφερόμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το πρόσωπο σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η πιο πάνω διαταγή πληρωμής και του προσώπου που τελικά πλήρωσε την ίδια διαταγή είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι "για τις δύο από τις επιταγές αυτές, δηλ. τις ... και ... με ημερομηνία εκδόσεως 10-10-2001 η πρώτη και 30-10-2001 η δεύτερη, ποσού 4.300.000 και 4.200.000 δρχ. αντίστοιχα, η τέταρτη εναγόμενη, (και μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ως τελευταία κομίστρια μετά από αίτηση της πέτυχε την έκδοση της 1073/02 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας (ενάγουσας)...
Η πρώτη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) πριν καταφέρει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αναστολή εκτελέσεως της ως άνω 1073/2002 διαταγής πληρωμής, η τέταρτη εναγομένη επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και έτσι για να αποφύγει αναγκαστική κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων, αναγκάσθηκε να εξοφλήσει το ποσό της διαταγής πληρωμής κατά κεφάλαιο και τόκους".
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση, για αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, ενώ αναφέρει ότι η 1073/2002 διαταγή πληρωμής εκδόθηκε σε βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας, αντιφατικά αναφέρει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη πλήρωσε το ποσό της διαταγής που στρεφόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθώς και στο ότι, ενώ δέχεται ότι η πιο πάνω διαταγή πληρωμής δεν στρέφεται εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια δέχεται ότι εναντίον της στράφηκε η αναγκαστική εκτέλεση, αλλά και στο ότι δεν προσδιορίζει ποιο ήταν το ποσό που καταβλήθηκε, αφού αναφέρει γενικά και αόριστα ότι εξόφλησε το ποσό της διαταγής κατά κεφάλαιο και τόκους, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα τόσο το ύψος του κεφαλαίου, όσο και το ύψος των τόκων".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής και το γεγονός ότι η ίδια απόφαση είναι αναιρετέα, όπως προεκτέθηκε, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, δεν δημιουργείται καμιά ασάφεια για το πρόσωπο σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής, ούτε για το πρόσωπο εναντίον του οποίου επισπεύθηκε η αναγκαστική εκτέλεση ούτε για το πρόσωπο που τελικά πλήρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Στερείται δε σημασίας η αναφορά στην αγωγή ότι "ζήτησε την έκδοση της 1073/2002 διαταγής πληρωμής", "και να την εκτελέσει σε βάρος μας... για να αποφύγω τη εκτέλεση...", αφού, όπως προεκτέθηκε, η αντίθεση μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και του περιεχομένου της αγωγής, δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση α) ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ψ στο σύνολό της και β) ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία ("... ΕΠΕ") μόνο κατά το μέρος που επιδικάσθηκε σ' αυτή αποζημίωση για τις ως άνω αποσυρθείσες από την Εμπορική Τράπεζα τέσσερις επιταγές, να παραπεμφθεί δε κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, εν όψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεση αυτού από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 8424/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών α)ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ψ στο σύνολό της και β)ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία "...", μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αντίστοιχο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ