Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring decision, upholding finding of permanent insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against the final judgment of the Single First Instance Court of Patras. The appellant argued procedural errors and misinterpretation of the debt restructuring law regarding the timing of insolvency. The court rejected these claims, stating that insolvency need not be progressive or post-debt and that evidence assessment is not reviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: The Supreme Court holds that the finding of permanent insolvency in debt restructuring proceedings is not subject to appellate review regarding evidence assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 407 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 407/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. Α." και δ.τ. "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. A." και ήδη "..." και δ.τ. "E.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 16.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 184/2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 109/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των, δεύτερης, τρίτης και τετάρτης των εφεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, "A. Τ. Α..Ε..", "Τ. E. E. Α..Ε.." και "Τ. Π. Α..Ε..", αντιστοίχως. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά απευθύνεται κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 449/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 508/2020). Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. (Α.Π. 787/2023, Α.Π. 1806/2022, Α.Π. 878/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-5-2023).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι πρώτος, δεύτερη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, Κ. Γ., "A. Τ. Α. Ε." και "Τ. Π. Α..Ε..", αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Από τις υπ' αριθμ. όμως 1670/18-5-2022, 8450/11-2-2022 και 8443/11-2-2022 εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Αθανασακόπουλου, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους προαναφερόμενους πρώτο, δεύτερη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Κ. Γ., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών την από 4-1-2013 (αρ.
κατ. 12/2013) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθ' ων η αίτηση και ήδη αναιρεσείον και δεύτερη, τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του.
Το ως άνω δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 136/2018 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη, μετ' αποδοχή ως βάσιμης της ενστάσεως των καθ' ων η αίτηση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την από 14-2-2019 (με αρ.
κατ. 44/2019) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 109/2021 απόφαση, που δέχτηκε αυτήν τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 136/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, δίκασε επί της ουσίας την από 4-1-2013 αίτηση, δέχτηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωσή της.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 4-1-2013, της ένδικης, από 4-1-2013, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 871 του Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.
Αβεβαιότητα δε, όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος.
Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος, δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό. Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.
Δηλαδή, με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (Α.Π. 1738/2017, Α.Π. 1527/2017, Α.Π. 669/2016).
Ειδικότερα, εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα μέρους της απαιτήσεως με βάση την παλαιά έννομη σχέση, για την οποία η διένεξη, το δικαστήριο της ουσίας εκδίδει απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η ως άνω απαίτηση, όπως αυτή περιορίσθηκε με τη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού (πρβλ.
Α.Π. 1070/2017), ενώ, εάν, με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού, αυτός έχει δημιουργικό χαρακτήρα κατάργησης της παλαιάς έννομης σχέσης, για την οποία η διένεξη και δημιουργίας νέας, η αγωγή ερειδόμενη στην παλαιά έννομη σχέση, απορρίπτεται (Α.Π. 127/2022). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, ενόψει του ότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Και στις εξαιρετικές όμως αυτές περιπτώσεις, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 94/2020, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 74/2019).
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, ενώ, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπήρξε -κατ' εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 62 του ν. 2214/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3867/2010- συμφωνία μεταξύ αυτού και του αιτούντος- ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, περί επιμήκυνσης του χρόνου εξόφλησης του δανείου και περί μειώσεως της μηνιαίας δόσης, από το αρχικό ποσό των 515,87 ευρώ, στο ποσό των 465,48 ευρώ, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι έχει καταρτισθεί μεταξύ τους σύμβαση συμβιβασμού, κατ' άρθρο 871 του Α.Κ., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 62 του ν. 2214/1994, 25 του ν. 2867/2010, 971 του Α.Κ., 4 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, και με ελλιπείς αιτιολογίες, έκανε δεκτή την αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, δεσμευόμενο από το περιεχόμενο του συμβιβασμού.
Πλην όμως, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο (ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως του δικογράφου των προτάσεων που κατέθεσε το αναιρεσείον ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ασκηθείσας εφέσεως), ότι ο ανωτέρω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, ισχυρισμός (ανατρεπτική ένσταση συνάψεως συμβιβασμού) προβλήθηκε ρητά από το αναιρεσείον, ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πρωτοδικείου Πατρών, επιπλέον δε, δεν γίνεται επίκληση κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του, όπως απαιτείται, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη.
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, με την επικαλούμενη συμφωνία επιμήκυνσης του χρόνου εξόφλησης του δανείου και μείωσης της μηνιαίας δόσης, δεν καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, κατ' άρθρο 871 του Α.Κ., αφού δεν υπήρξε, μεταξύ του ήδη αναιρεσείοντος και του αιτούντος- πρώτου αναιρεσιβλήτου, φιλονικία ή αβεβαιότητα ως προς τη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση, που διαλύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά χορηγήθηκαν στον αιτούντα διευκολύνσεις για την αποπληρωμή του δανείου του, με βάση τις επιταγές του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ.
του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του. Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως αυτή ισχύει εν προκειμένω, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, χωρίς δόλο.
Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η "ενσυνείδητη αμέλεια", για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (A.Π. 599/2020). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 335/2020, Α.Π. 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 473/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει εν προκειμένω, δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αιτήσεως για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.
α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 757/2015).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 508/2020, Α.Π. 53/2020, Α.Π. 634/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007).
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 508/2020, Α.Π. 53/2020, Α.Π. 634/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 335/2020, Α.Π. 208/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (Α.Π. 518/2020, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 638/2019).
Επίσης, για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 31/2020, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 267/20, Α.Π. 595/20, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 1449/2019, Α.Π. 701/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 1150/2011) ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε, ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019, Α.Π. 656/2016).
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει εν προκειμένω, και με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχτηκε ως βάσιμη την ένδικη αίτηση, παρότι το δάνειο χορηγήθηκε από αυτό στον αιτούντα, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, τον Ιανουάριο του 2012, ήτοι εντός του τελευταίου έτους πριν την υποβολή της ένδικης αιτήσεως, που κατατέθηκε στις 4-1-2013.
Πλην όμως, από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 109/2021 απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, σε σχέση με το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα του χρόνου δανειοδότησης του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε, αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι το αναιρεσείον χορήγησε σ' αυτόν στεγαστικό δάνειο "...δυνάμει της υπ' αριθμ. 01/115839/24-08-2011 σύμβασης...", ενώ, η ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών ένδικη αίτηση, όπως προκύπτει από την επί του παραδεκτά επισκοπούμενου δικογράφου αυτής, έκθεση κατάθεσης, κατατέθηκε στις 4-1-2013.
Συνεπώς, το δάνειο δεν αναλήφθηκε το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αιτήσεως (2012), αλλά το προηγούμενο αυτού έτος (2011). Σημειώνεται ότι χρόνος ανάληψης της δανειακής υποχρέωσης είναι ο χρόνος κατάρτισης της δανειακής σύμβασης, και όχι η ημερομηνία έναρξης εξυπηρέτησης της δόσης του δανείου, όπως εσφαλμένα το αναιρεσείον εκλαμβάνει.
Συνεπώς, ο, με το παραπάνω περιεχόμενο, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 6 και 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο α) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., απέρριψε ως αόριστη την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, σε αδυναμία πληρωμών (α' σκέλος), β) δέχτηκε ότι ο αιτών- ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, χωρίς αιτιολογίες ως προς την, χωρίς δόλο, περιέλευσή του στην κατάσταση αυτή (β' σκέλος) και γ) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι το αναιρεσείον, προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, ανέφερε, επί λέξει, στις πρωτόδικες προτάσεις του, ότι " ... η αδυναμία πληρωμής πρέπει να αναγνωριστεί ως δολία, καθότι, παρόλο που γνώριζε το ποσό του μηνιαίου μισθού του από το οποίο θα έπρεπε να εξοφλήσει τις δανειακές και οικογενειακές υποχρεώσεις του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν γίνεται μνεία σε οιαδήποτε έκτακτη περίσταση, που να τον ανάγκασε να προσφύγει στον πραγματικά μεγάλο δανεισμό, προκύπτει ότι ο αντίδικος ενσυνειδήτως ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις, που δεν ήταν σε θέση να εξυπηρετήσει.
Κατά συνέπειαν, τυχόν αδυναμία πληρωμής κάθε άλλο παρά ανυπαίτια είναι". Ο ισχυρισμός αυτός, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, προτάθηκε από το αναιρεσείον και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου [με την επιτρεπτή ενσωμάτωση, στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, αυτούσιου και του κειμένου των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, καλύπτεται από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξουσίου δικηγόρου του στην κατ' έφεση δίκη, αφού έτσι, καθίστανται ενιαίες, οι πρωτόδικες και οι κατ' έφεση προτάσεις (Α.Π. 474/2021, Α.Π. 258/2019, Α.Π. 696/2017)].
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο ως άνω ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος είναι αόριστος, καθόσον, ενώ επιχειρείται να θεμελιωθεί ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών λόγω ενδεχόμενου δόλου, δεν περιέχει τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία, όπως αυτά αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ειδικότερα δε, δεν διαλαμβάνεται ότι ο αιτών, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε ως αόριστη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν απαίτησε στοιχεία, περισσότερα από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση δόλου ως αόριστη και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρχουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του, κατά δε το τρίτο σκέλος του, ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το ως άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών και τον απέρριψε ως αόριστο.
Με τον τέταρτο δε και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχτηκε ότι ο αιτών, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, αφού, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι κατά το διάστημα από 2007 έως 2017 δεν επήλθε προοδευτική συρρίκνωση των εισοδημάτων του, ούτε ουσιώδης μείωση αυτών και, συνεπώς, δεν τεκμηριώνεται η περιέλευση αυτού σε επιγενόμενη αδυναμία πληρωμών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα.
Δεν απαιτείται, δηλαδή, να είναι επιγενόμενη η αδυναμία πληρωμής, όπως εσφαλμένα το αναιρεσείον εκλαμβάνει, αλλά μπορεί αυτή να υπήρχε και κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων, κατά τα αναφερθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος αφορά κατ' επίφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ενώ, στην πραγματικότητα, πλήττεται με αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 897/2020).
Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 184/2021 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 109/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ