Legislator Case Law & Legislation
897/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy debt restructuring ruling in Greece. Appeal rejected due to lack of legal grounds.

Case Number 897/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the single-member court's final decision on bankruptcy debt restructuring. The appellant argued the lower court violated bankruptcy laws, but the court found the restructuring plan legally sound and based on the debtor's inability to pay. Consequently, the appeal was rejected as substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure; Articles 1(1a), 6(3) of Law 3869/2010; Article 323 and 340 of the Civil Code: An appeal against a bankruptcy restructuring decision is inadmissible if the lower court correctly applied the statutory criteria for insolvency and the debtor's inability to pay without violating fundamental rights.

Keywords

AI generated
bankruptcy restructuring debt repayment plan insolvency proceedings appeal admissibility substantive unfounded civil procedure appeal debt relief

Cited Legislation

AI generated
Articles 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1(1a) and 6(3) of Law 3869/2010
Articles 323 and 340 of the Civil Code
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Case 1150/2019
Case 1446/2018
Case 286/2017
Case 65/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 897 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 897/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 19-11-2018 (αρ.κατ. 8/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθμόν 141/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 3 του Ν. 3869/2010) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας την από 3-12-2015 (αρ.κατ. 180/2015) αίτηση κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής της μοναδικής οφειλής της προς αυτό, ύψους 63.076,73 ευρώ, ζήτησε τη ρύθμιση του χρέους της με τις ευεργετικές διατάξεις του Ν.3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της δυνητικής κύριας κατοικίας της (διαμέρισμα στο ...), σύμφωνα με το σχέδιο, που αυτή πρότεινε, με σκοπό την απαλλαγή της από την οφειλή της προς το αναιρεσίβλητο ΤΠΔ.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 117/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αίτηση, καθόρισε μηνιαίες καταβολές ποσού 50 ευρώ για δύο έτη και εξαίρεσε από την εκποίηση τη δυνητική ως άνω κύρια κατοικία της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την υποχρέωση να καταβάλει στο ΤΠΔ για τη διάσωσή της το συνολικό ποσό των 55.167,06 ευρώ, με μηνιαίες δόσεις ποσού 229,86 ευρώ για είκοσι έτη.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε την από 9-10-2017 (αρ.κατ.42/2017) έφεση, με τον 1ο λόγο της οποίας, που σημειωτέον ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, ισχυρίστηκε, ότι η αίτηση της δανειολήπτριας είναι μη νόμιμη, διότι η οφειλή της προς αυτό δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, αλλά ενήμερη λόγω της συμβατικής μηνιαίας παρακράτησης ποσού 453,24 ευρώ και ότι συνεπώς η οφειλή δεν υπάγεται στην προστασία του Ν.3869/2010, ούτε η δανειολήπτρια έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος ΤΠΔ κρίνοντας, ότι πληρούται η προϋπόθεση περί του ληξιπροθέσμου της οφειλής της ήδη αναιρεσίβλητης και τότε εφεσίβλητης - αιτούσας την υπαγωγή της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν.3869/2010 και ότι επίσης αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, που δεν οφείλεται σε δόλο.

Ακολούθως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο ρύθμισε οριστικά το χρέος της αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 8 του Ν.3869/2010 και την υποχρέωσε να καταβάλει στο ήδη αναιρεσείον ΤΠΔ, για χρονικό διάστημα δύο ετών το ποσό των 50 ευρώ μηνιαία. Επίσης, εξαίρεσε από την εκποίηση ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο κυκλοφορίας 2007, ιδιοκτησίας της ήδη αναιρεσίβλητης κρίνοντας, ότι αν και τούτο είναι ρευστοποιήσιμο, τυχόν εκποίησή του δεν θα αποφέρει ικανό τίμημα για την ικανοποίηση του πιστωτή - ΤΠΔ.

Τέλος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2 Ν.3869/2010, εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση την ανωτέρω δυνητική κύρια κατοικία της αναιρεσίβλητης (διαμέρισμα με αποθήκη και θέση στάθμευσης) υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ποσού 55.167,06 ευρώ με μηνιαίες δόσεις, ποσού 229,86 ευρώ για είκοσι έτη, ενώ επίσης καθόρισε περίοδο χάριτος τριών ετών μετά την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης για την καταβολή του ανωτέρω ποσού υπό τον όρο εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση της κύριας δυνητικής κατοικίας.

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3995/2011, ορίζεται ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 του Ν.3869/2010 ορίζεται ότι "...οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής.

Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξίας τους". Επίσης, το άρθρο 323 του ΑΚ ορίζει ότι "...αν ο χρόνος παροχής δεν συνάγεται ούτε από τη δικαιοπραξία ούτε από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, έχει δικαίωμα ο δανειστής να απαιτήσει και ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή αμέσως", ενώ το άρθρο 340 του ΑΚ ορίζει ότι "...ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή".

Εξάλλου ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών, που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία, γ) από το εφάπαξ βοήθημα, που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 3453/2006 και 3867/2010. Κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υποχρέου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων, που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζομένου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε, που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα, θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου, με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 του Ν. 3588/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση, ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων. Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, καθότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1031/2015).

Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).

Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον ΤΠΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να απορρίψει την από 9-10-2017 (αρ.κατ. 42/2017) έφεσή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δήθεν η οφειλή της αναιρεσίβλητης, αν και είναι ενήμερη και μη ληξιπρόθεσμη εμπίπτει στην προστασία του Ν.3869/2010 και ότι δήθεν η αναιρεσίβλητη τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, επειδή το υπόλοιπο του μισθού της δεν εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσής της, παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α Ν. 3869/2010, που απαιτεί, κατά την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στην προστασία του ανωτέρω νόμου, έστω και μια ληξιπρόθεσμη οφειλή του αιτούντος δανειολήπτη, συγκεκριμένου ποσού και χρονικού διαστήματος και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1περ.α ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α και 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 323 και 340 του ΑΚ, με το να απορρίψει τον 1ο λόγο της έφεσής του, κρίνοντας εσφαλμένα ότι δήθεν η μοναδική οφειλή της αναιρεσίβλητης ήταν κατά πλάσμα νόμου ληξιπρόθεσμη, ενώ, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, επειδή η οφειλή συνέχιζε να εκτοκίζεται, θα έπρεπε η αίτηση της αναιρεσίβλητης περί υπαγωγής της στο Ν.3869/2010, να απορριφθεί ως προώρως ασκηθείσα.

Επίσης, με το συναφές, προς το 2ο αναιρετικό λόγο, Β' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον ΤΠΔ ψέγει την προσβαλλόμενη για την εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 323, 340 ΑΚ και 6 παρ.3 Ν.3869/2010, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, με το να δεχθεί ότι δήθεν η οφειλή της αναιρεσίβλητης είναι κατά πλάσμα νόμου ληξιπρόθεσμη, ενώ σε άλλο σημείο της απόφασής του δέχθηκε, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, ότι "...πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής της αιτούσας από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπλήρωσης της παροχής της, αδυναμία της ως και την διακινδύνευση της διατροφής της, που δεν οφείλεται σε δόλο, της υπό εκπλήρωσης της παροχής της, το υπόλοιπο του οποίου δεν εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσής της".

Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω συναφών αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η αιτούσα, ηλικίας 50 ετών, είναι διαζευγμένη, μητέρα ενός ενήλικου τέκνου και διαμένει στην πατρική της οικία, που βρίσκεται στην Καρδίτσα, επί της Λ.

Δημοκρατίας. Εργάζεται ως πολιτική υπάλληλος στην Αστυνομία και αποκομίζει από την εργασία της το ποσό των 854,62 ευρώ (βλ. σχ. το από Φεβρουάριο του 2018 εκκαθαριστικό σημείωμα μισθοδοσίας, νόμιμα προσκομιζόμενο), ενώ λαμβάνει μηνιαίως και το ποσό των 200 ευρώ από τη μίσθωση της δυνητικής της κύριας κατοικίας, συνολικά ' δε το ποσό των 1.054,62 ευρώ.

Είναι κυρία του με στοιχεία ... διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 62 τ.μ., μαζί με την υπό στοιχεία "..." αποθήκη στο υπόγειο, εμβαδού 6,10 τ.μ. και την υπό στοιχεία "..." κλειστή θέση στάθμευσης της πυλωτής, εμβαδού 13,50 τ.μ., πολυκατοικίας που βρίσκεται στη θέση "...", ..., επί της οδού ... στο ..., η οποία αποτελεί τη δυνητική κύρια κατοικία της, η αντικειμενική αξία της οποίας ανέρχεται σε 68.958,83 ευρώ.

Επιπλέον, η αιτούσα είναι κυρία ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής HYUNDAI τύπου ACCENT, έτους κυκλοφορίας 2007. Δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης η αιτούσα ανέλαβε το παρακάτω αναφερόμενο εμπραγμάτως ασφαλισμένο χρέος προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που αποτελεί τον μοναδικό πιστωτή της, το οποίο (χρέος) θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.3 του ν.3869/2010, ληξιπρόθεσμο με την κοινοποίηση της αίτησης, όπως εκτίθεται αναλυτικά στη συνέχεια, υπολογίζεται δε με την τρέχουσα αξία του κατά το χρόνο αυτό και ο εκτοκισμός του συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.3 του ν.3869/2010 και ειδικότερα όφειλε στο ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα, δυνάμει της υπ' αριθ. ...

σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, το ποσό των 63.076,73 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα (μέχρι την 6η-4-2017). Δυνάμει σχετικού όρου της ανωτέρω σύμβασης στεγαστικού δανείου, κατά τον οποίο προβλέπεται η εκχώρηση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του προβλεπόμενου στο νόμο ποσοστού του μισθού ή της σύνταξης της, παρακρατούνταν υπέρ του Ταμείου και εισέπραττε το τελευταίο το ποσό των 453,24 ευρώ μηνιαίως.

Συνεπεία του όρου αυτού (εκχώρηση-παρακράτηση) αφενός κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης η οφειλή της αιτούσας ήταν ενήμερη προς το Ταμείο, αφετέρου η αιτούσα κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης λάμβανε ως υπόλοιπο μισθού το ποσό των 584,76 ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε την αιτούσα, την περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθ' όσον με το υπόλοιπο του μισθού της αιτούσας, που ανερχόταν στο ανωτέρω ποσό, το οποίο, κατ' αντικειμενική κρίση είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτής, αδυνατούσε η ίδια να καλύψει τις βιοτικές της ανάγκες, ενόψει μάλιστα της μείωσης των εισοδημάτων της, καθόσον όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά, σημειώματα των ετών 2013-2015, τα ετήσια εισοδήματα της, που ανέρχονταν κατά το έτος 2013 στο ποσό των 14.047,02 ευρώ, διαμορφώθηκαν, στα πλαίσια της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, κατά τα έτη 2014-2015 στα ποσά των 12.115,23 ευρώ και 12.082,95 ευρώ, αντίστοιχα, χωρίς, αντίθετα, να έχει μειωθεί, αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, πετρελαίου, κλπ.).

Τα έσοδα της αιτούσας, συγκρινόμενα με την ανωτέρω οφειλή της από την παραπάνω δανειακή σύμβαση, δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση της οφειλής της προς το πιστωτικό ίδρυμα, η αρνητική δε αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας της και της οφειλής της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, διότι λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας δεν υπάρχει δυνατότητα αύξησης των εισοδημάτων της, ενώ παράλληλα η δανειακή της υποχρέωση αυξάνεται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης του στεγαστικού δανείου με τόκους υπερημερίας.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής της αιτούσας, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ' όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής της αιτούσας από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπλήρωσης της παροχής της, αδυναμία της ως και την διακινδύνευση της διατροφής της, ως εκ τούτου η αιτούσα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, που δεν οφείλεται σε δόλο, της υπό εκπλήρωση της παροχής της, το υπόλοιπο του οποίου δεν εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσης της.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έστω και υπό διάφορη αιτιολογία, δεν έσφαλε, και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Με τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α και 6 παρ. 3 Ν.3869/2010 σε συνδυασμό 323 και 340 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου με αντιφατική αιτιολογία και κατέληξε ορθά στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η μοναδική οφειλή της αναιρεσίβλητης προς το ΤΠΔ, αν και ήταν ενήμερη κατά την υποβολή της αίτησής της για να υπαχθεί στην προστασία του Ν. 3869/2010, εντούτοις κρίνεται κατά πλάσμα δικαίου ότι είναι ληξιπρόθεσμη και ότι συνεπώς, εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, καθώς επίσης ότι η αναιρεσίβλητη περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του μοναδικού χρέους της προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, διότι αδυνατεί να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς της και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.

Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση της, δέχθηκε ότι το συνολικό μηνιαίο εισόδημα της ήδη αναιρεσίβλητης ανερχόταν σε 1054,62 ευρώ και ότι τούτο προέρχεται από το μισθό της ως πολιτική υπάλληλος της Ελληνικής Αστυνομίας, ύψους 854,62 ευρώ και από το ποσό των 200 ευρώ, που εισπράττει μηναίως ως ενοίκιο από την εκμίσθωση της δυνητικής κύριας κατοικίας της ,δηλαδή ένα διαμέρισμα 62 Μ2, που βρίσκεται στο ...

με αποθήκη επιφάνειας 6,10 Μ2 και θέση στάθμευσης επιφάνειας 13,50 Μ2, ότι η αναιρεσίβλητη οφειλέτης είναι διαζευγμένη και διαμένει στην πατρική της κατοικία στην Καρδίτσα, μαζί με το ενήλικο τέκνο της, που όπως προκύπτει από τα φάκελο της δικογραφίας ήδη είναι φοιτητής του Πολυτεχνείου Θεσσαλονίκης, ότι το αναιρεσείον ΤΠΔ παρακρατεί από το μισθό της, ποσό 453,24 ευρώ μηνιαία με βάση σύμβαση εκχώρησης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους κατά τη σύναψη της σύμβασης του στεγαστικού δανείου, ύψους 63.076,73 ευρώ, που συνιστά το μοναδικό χρέος της αναιρεσίβλητης, ότι το ποσό που απομένει από το εισόδημά της .ύψους 584,76 ευρώ δεν επαρκεί για να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες της οικογένειας μετά τη μείωση που υπέστη το εισόδημα της, το οποίο το έτος 2013 ανερχόταν ετησίως σε 14.047,02 ευρώ και έχει μειωθεί σημαντικά, κατά το έτος 2014 σε 12.115,23 ευρώ και κατά το έτος 2015 σε 12.082,55 ευρώ, χωρίς να προβλέπεται προοπτική βελτίωσης αυτού εξαιτίας της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, σε αντίθεση με τη συνεχή αύξηση της δανειακής υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης με τόκους υπερημερίας.

Εκτός τούτου η προσβαλλόμενη με επαρκή αιτιολογία δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του χρέους της προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, διότι η σύγκριση της σχέσης ρευστότητας αυτής με την ληξιπρόθεσμη κατά πλάσμα δικαίου μοναδική οφειλή της προς αυτό, αφού ληφθούν υπόψη οι δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, είναι αρνητική και ότι συνεπώς, η εξακολούθηση της παρακράτησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος του συμφωνημένου ποσού των 453,24 ευρώ από το μηνιαίο μισθό της δεν εξασφαλίζει στην αναιρεσίβλητη και το τέκνο της ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Τέλος, η προσβαλλόμενη ακολουθώντας τη σταθερή θέση της νομολογίας, με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχτηκε Α) ότι παρά το γεγονός ότι η οφειλή της αναιρεσίβλητης προς το ΤΠΔ ήταν ενήμερη, εφόσον τούτο, κατά τα συμφωνημένα, παρακρατούσε από το μισθό της το ανωτέρω ποσό μηνιαίως, εντούτοις η οφειλή της κρίνεται ληξιπρόθεσμη και υπάγεται στην προστασία του Ν.3869/2010, εφόσον ο νομοθέτης δεν την έχει ρητά εξαιρέσει, όπως αντιθέτως έπραξε με άλλες οφειλές και Β) ότι η ανωτέρω ενήμερη οφειλή δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμής της αναιρεσίβλητης, διότι τυχόν εξακολούθηση της παρακράτησης είναι σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών της οικογένειας, διότι το απομένον εισόδημα, ύψους 584,76 ευρώ μηνιαία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση.

Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1α, 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, 323, 340 ΑΚ και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον 1ο αναιρετικό λόγο, κατ' αμφότερα τα σκέλη του για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων και με το 2ο αναιρετικό λόγο για την ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, για να ερευνηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρ. 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1150/2019). Επίσης, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.β Ν.3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017,ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2018 (αρ. κατ. 8/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμόν 141/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας (ειδική διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ