Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court's decision is final and not subject to cassation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's cassation request against a final judgment rendered in default of the other defendants. The appellant argued the lower court failed to properly assess the liquidation value of the debtor's properties, but the court found the reasoning sufficient and free from logical gaps. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appeal bond was returned to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 14 of Law 3869/2010: A final judgment rendered in default of defendants is final and does not require a separate ruling on default before being subject to cassation, as it is not subject to the principle of successive legal remedies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 778 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 778/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 28-10-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 19-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοφανή Νικολα?δου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2014 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμυνταίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2016 μη οριστική και 275/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 26/11/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010), υπ` αριθμ. 275/2017 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, ερήμην της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη των αναιρεσιβλήτων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 153/2017).
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ` αριθμ. 10610Δ/26-10-20, 10585Δ/22-10-20 και 10631Δ/3-10-20 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Ν. Κ. προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αίτησης, για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης, του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 16.4.2021, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο της 16.4.2021 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊου COVID-19, οπότε ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 13.5.21 Πράξη της προέδρου του Δ' τμήματος ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η προκείμενη (19.11.21), της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ'άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021.
Οι εν λόγω όμως αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε έλαβαν μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Συνεπώς, παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, συμφώνως και με τα προεκτεθέντα, νομότυπα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...", λόγω διασπάσεως της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. και 59-74 του ν. 4601/2019).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο, την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).
Εξάλλου από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 515/2018).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 860/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 28-4-2014 αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος ζήτησε, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις διαλαμβανόμενες στην αίτηση πιστώτριές του, αφενός τη ρύθμιση των χρεών αυτών, κατά το Ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής του απ' αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου του που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθμό 7/2016 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε απορριπτέα ως αόριστη την προβληθείσα από την ήδη αναιρεσείουσα ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, έκανε την αίτηση δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ρυθμίζοντας τα χρέη του αιτούντος (κρίνοντας ως μη ρευστοποιήσιμα τα λοιπά ακίνητα του) και εξαιρώντας την πρώτη κατοικία του από την εκποίηση.
Κατά της απόφασης αυτής, η καθής εκκαλούσα και νυν αναιρεσείουσα, άσκησε έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση άλλως μεταρρύθμιση της παραπάνω απόφασης, ώστε ν' απορριφθεί η αίτηση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 275/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, η οποία απέρριψε την έφεση.
Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, δικάζοντας ως Εφετείο, με την εν λόγω προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης αίτησης και της προβληθείσας από την καθής η αίτηση - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ένστασης περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του, τα ακόλουθα: "0 αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος με την από 28-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης 6/30-4-2013 αίτησή του, που απηύθυνε στο Ειρηνοδικείο Αμυνταίου, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις πιστώτριές του καθ' ων η αίτηση και ήδη εκκαλούσα και δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εφεσίβλητες, συνολικού ύψους 274.773,69 ευρώ, ζητούσε τη ρύθμιση των χρεών του, με εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, σύμφωνα με το υποβληθέν σχέδιο διευθέτησης, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής του κατάστασης, με σκοπό την απαλλαγή του απ' αυτά.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας την αίτηση, την έκανε δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρυθμίζοντας τα χρέη του αιτούντος προς τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα με μηνιαίες καταβολές για πέντε έτη, μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, με έναρξη της καταβολής των μηνιαίων αυτών δόσεων τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, εξαιρώντας από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος και κάποια ακόμα ακίνητά του και επιβάλλοντάς του την υποχρέωση να καταβάλλει στην εκκαλούσα, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, μηνιαίως, το ποσό των 495,61 ευρώ, με έναρξη της καταβολής των μηνιαίων αυτών δόσεων την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα τέσσερα χρόνια μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, για τους λόγους που ειδικότερα επικαλείται, και ζητεί, με τον πρώτο λόγο, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της ανωτέρω αίτησης και με το δεύτερο λόγο την εξαφάνιση του προσβαλλόμενου με αυτόν κεφαλαίου και τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης απόφασης.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, όπως εκτιμάται το δικόγραφο της έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, αφού, αν και γνώριζε ή τουλάχιστον ήταν σε θέση να προβλέψει κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τις εκπληρώσει, με βάση τις οικονομικές του δυνάμεις, εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης.
Ο ισχυρισμός αυτός, που επιχειρείται να θεμελιώσει την ένσταση δόλιας περιέλευσης του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής [άρθρο 1 §1 ν. 3869/2010], ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς η εκκαλούσα δεν επικαλείται τις ενέργειες του οφειλέτη, με τις οποίες προκλήθηκε στους πιστωτές άγνοια της επισφάλειας του δανεισμού, στοιχείο που απαιτείται να συντρέχει για την κατάφαση της βασιμότητάς του, ενώ δε νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής.
Δικαιολογητικό έρεισμα για τη σκέψη αυτή αποτελεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, ο δανειολήπτης, που ζητά τη λήψη δανείου, δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή να αποδεχθεί το αίτημά του. Ιδιαίτερα όσον αφορά στα πιστωτικά ιδρύματα, αυτά έχουν επιπλέον τη δυνατότητα, εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων του αιτούμενου το δάνειο, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, να διαπιστώσουν και τις τυχόν δανειακές του υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα μέσω του τραπεζικού συστήματος πληροφοριών που τηρεί η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...".
Ωστόσο η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με τις από 22.09.2016 προτάσεις της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φλώρινας προέβαλε, μεταξύ άλλων, την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής, εκθέτοντας σχετικώς με την ως άνω ένστασή της, τα ακόλουθα: "...από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης προκύπτει, ότι η δημιουργία χρεών, συνολικού ύψους [274.773,69] ευρώ οφείλεται σε δόλο του αιτούντος και τούτο διότι προέβαινε σε συνεχή δανεισμό και συνεχή πρόσβαση σε μέσα δανειοδότησης, ενώ προφανέστατα γνώριζε ότι σε περίπτωση που του ζητούσαν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλάμβανε, δεν θα μπορούσε, συνεπώς η μόνιμη αδυναμία πληρωμής υπήρχε εξ ορισμού από τον χρόνο ανάληψης των δανείων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι ήταν αδύνατον να εξυπηρετήσει αλλά παρ' όλα αυτά ανέλαβε υποχρεώσεις, ύψους 274.773,69 ευρώ" αλλά και στο δικόγραφο της έφεσης (διέλαβε) τα εξής: "....στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο αιτών έλαβε 11 τραπεζικά προϊόντα από τέσσερα συνολικά πιστωτικά ιδρύματα, δημιουργώντας χρέη ύψους άνω των 270.000 ευρώ λαμβάνοντας συγκεκριμένα 2 στεγαστικά δάνεια, 9 καταναλωτικά δάνεια ενώ το οικογενειακό του εισόδημα κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού προερχόταν κατά κύριο λόγο από τον μηνιαίο μισθό του, ως υπάλληλος ΔΕΚΟ.
Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχτηκε, δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του" και στις προτάσεις της στην έφεση, τα εξής: "...διότι, απέρριψε την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αντιδίκου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής η οποία υπεβλήθη νόμιμα και εμπρόθεσμα με τις κατατεθείσες προτάσεις μας, θεωρώντας ότι η εν λόγω ένσταση δεν κρίνεται αρκούντως ορισμένη, καθώς η δολιότητα δεν νοείται με μόνη την ανάληψη της δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, γεγονός που οι πιστώτριες τράπεζες γνώριζαν κατά τη χορήγηση του δανείου και τη στάθμιση του επιχειρηματικού κινδύνου της, αλλά απαιτείται επιπλέον να αναφέρονται συγκεκριμένες δόλιες ενέργειες του οφειλέτη με τις οποίες εξαπατήθηκαν ή άλλως του προ κλήθηκε άγνοια για την επισφάλεια, χωρίς μάλιστα να μπορεί να εξακριβώσει τη δολιότητα με το εύρος των δυνατοτήτων τους.
Ο αντίδικος ηλικίας [61] ετών είναι έγγαμος, πατέρας τριών τέκνων [εκ των οποίων το ένα είναι ανήλικο] και είναι συνταξιούχος, λαμβάνοντας, ως σύνταξη μηνιαίως το ποσό των 1268,936, ενώ σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρά του οι μηνιαίες απολαβές του κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων του ανέρχονταν στο ποσό των 2500 ευρώ.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ανωτέρω αναφερόμενης αίτησης του αντιδίκου, ο αντίδικος ανέλαβε χρέη προς τις πιστώτριές του, συνολικού ποσού [270.000] ευρώ. Ο αντίδικος έλαβε εξ αρχής υπ' όψιν του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, εντούτοις αποφάσισε να συνάψει [11] τραπεζικές συμβάσεις, αψηφώντας τις συνέπειες.
Δανείστηκε εκτός των δύο [2] στεγαστικών δανείων ύψους 140.000 ευρώ, επιπλέον [9] καταναλωτικά δάνεια συνολικού ποσού 130.000 ευρώ. Η συμπεριφορά αυτή απέχει πολύ από αυτήν του μέσου συνετού ανθρώπου, πολίτη, καταναλωτή και οφειλέτη. Με αυτά τα δεδομένα κρίνεται ότι η δημιουργία των χρεών του αντιδίκου οφείλεται σε δόλο του, διότι ενώ γνώριζε τα περιουσιακό του στοιχεία, είχε ικανοποιητικό ατομικό και οικογενειακό εισόδημα, χωρίς να επικαλείται κανόναν συγκεκριμένο λόγο που να απαιτούσε αυξημένες δαπάνες διαβίωσης, παρ' όλα αυτά αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια, φρόνηση και σύνεση προέβαινε σε συνεχή δανεισμό για καταναλωτικές ανάγκες, αν και γνώριζε την αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων που λάμβανε από το εισόδημά του, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά του [υπάρχει καταχωρημένη στα πρακτικό δήλωση του μάρτυρά του, από την οποία προκύπτει ότι διέθεσε το ποσό των 170.000ευρώ, προκειμένου να ανακαινίσει την ήδη υπάρχουσα οικία του στο Τ.Δ. ...
και να την επιπλώσει] υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή. Ακόμη κι αν δεν μειωνόταν το εισόδημά του και ακόμη και αν δεν συνέβαινε η οικονομική κρίση στη Χώρα ο αντίδικος δεν θα ήταν σε θέση να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις των τραπεζικών προϊόντων που είχε λάβει. Ο αντίδικος καρπώθηκε οφέλη από την υπερχρέωσή του, πλην όμως, γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους και βρέθηκε εκ δόλου σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών...".
Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης δόλου κρίνεται εσφαλμένο, διότι γίνεται δεκτό αφ' ενός μεν ότι δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.
α του ν. 3869/2010 η επίκληση, από τον πιστωτή, της εκ μέρους των οφειλετών ανάληψης υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, διά του δανεισμού τους, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας τους να τις αποπληρώσουν, αφ' ετέρου δε ότι απαιτείται προς τούτο, ως πρόσθετο στοιχείο, η αναφορά συγκεκριμένων ενεργειών τους, που αποσκοπούσαν στην απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεών τους και τη συνέχιση ανάληψης οικονομικών υποχρεώσεων εκ μέρους τους, αξιώνοντας έτσι περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης δολιότητας του άρθρου 1 του ν. 3869/2010.
Ωστόσο, το διατακτικό της είναι κατά τα προαναφερόμενα ορθό, δεδομένου ότι υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η προβληθείσα ως άνω ένσταση είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι η ως άνω αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα, η οποία είχε, κατά το νόμο, το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του δόλου του οφειλέτη, παρέλειψε, κατά την προβολή της ένστασης της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την επαναφορά της ως λόγο έφεσης, να αναφέρει:
α) το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε και τα έλαβε, γ) τα εισοδήματά του κατά το χρόνο λήψης των δανείων, δ) τη μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει, ε) τα έξοδα διαβίωσής του και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Περαιτέρω στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 προβλέπεται η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη "εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών". Υπό τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις (ρευστοποιήσιμη περιουσία - απαραίτητη η εκποίηση) προφανές είναι ότι τα κριτήρια για να διαταχθεί η εκποίηση (και αυτεπαγγέλτως) από το Δικαστήριο είναι:
α) το αντικείμενο της εκποίησης να προκαλεί αγοραστικό ενδιαφέρον, δηλ. να υπάρχει πιθανότητα εκδήλωσης ενδιαφέροντος από πιθανό αγοραστή και β) το προϊόν της εκποίησης να καλύπτει τα έξοδα της εκποίησης και να αφήνει ως υπόλοιπο ένα ουσιώδες ποσό για την αποπληρωμή των πιστωτών. Έτι περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς επαρκή αιτιολόγηση προέβη στο χαρακτηρισμό των υπολοίπων ακινήτων του αναιρεσίβλητου, πλην της εξαιρούμενης πρώτης κατοικίας του, ως μη ρευστοποιήσιμων. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή έγιναν σχετικώς δεκτά τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εφεσίβλητος, πέραν της κύριας κατοικίας του, που εξαιρέθηκε από τη διαδικασία ρευστοποίησης με την εκκαλούμενη απόφαση, είναι κύριος του με αριθμό ...
οικοπέδου, που βρίσκεται στο με αριθμό … Ο.Τ. της Τ.Κ. ..., εμβαδού 981 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει κτισμένη ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 50 τ.μ., και συγκύριος κατά ποσοστά 12,5% και 62,5% εξ αδιαιρέτου δύο αγροτεμαχίων αντίστοιχα, εμβαδών 8.071 και 11.239 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή της ίδιας τοπικής κοινότητας.
Η αντικειμενική αξία του οικοπέδου, μετά της επ' αυτού ισόγειας αποθήκης, ανέρχεται στο ποσό των 11.819,70 ευρώ [βλ. τη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτου-πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου [με ημερομηνία έκδοσης της πράξης την 17-9-2014), που προσκομίζει ο πρώτος εφεσίβλητος], ενώ οι αντικειμενικές αξίες των ποσοστών εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του πρώτου εφεσίβλητου επί των ανωτέρω αγροτεμαχίων ανέρχονται στα ποσά των 4.358,88 και 6.069,06 ευρώ αντίστοιχα [βλ.
τα αντίστοιχα ΕΝΤΥΠΑ ΑΛΛΑΓΗΣ, που προσκομίζει ο πρώτος εφεσίβλητος). Από τα ακίνητα αυτά στο οικόπεδο έχει εγγραφεί από την εκκαλούσα προσημείωση υποθήκης, στις 25-5-2012, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αμυνταίου για το ποσό των 76.320 ευρώ. Η εκποίηση των παραπάνω ακινήτων δεν κρίνεται ωστόσο απαραίτητη από το παρόν δικαστήριο, διότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών του πρώτου εφεσίβλητου, λόγω των μικρών αντικειμενικών αξιών τους, της θέσης τους, του καθεστώτος συνιδιοκτησίας στα αγροτεμάχια και του ανωτέρω εμπράγματου βάρους στο οικόπεδο, το οποίο [εμπράγματο βάρος) συνιστά ανασταλτικό παράγοντα για την εκποίησή του, στο βαθμό μάλιστα που εξασφαλίζει απαίτηση της εκκαλούσας πολλαπλάσια της αξίας του εν λόγω ακινήτου".
Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης.
Ειδικότερα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς το μη ρευστοποιήσιμο των λοιπών πλην της κύριας κατοικίας ακινήτων του οφειλέτη αναιρεσίβλητου, διαλαμβάνοντας επαρκή προς τούτο στοιχεία αναφορικά με την περιγραφή, την θέση τους, το ποσοστό της επ' αυτών συγκυριότητας και την αντικειμενική τους αξία.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή κατά τους ισχυρισμούς της, δεν αναφέρεται η εμπορική τους αξία και η ειδικότερη τοποθεσία τους, ενώ εσφαλμένα διαλαμβάνεται ότι επιδρούν δυσμενώς τα επ' αυτών βάρη.
Οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα πλημμέλειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του ως Εφετείου δικάσαντος Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και ο εν λόγω από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ` όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε` του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/11/2019 αίτηση αναίρεσης της υπ` αριθμ. 275/2017 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ