Supreme Court transfers criminal case to Thebes Court due to jurisdictional conflict involving Athens court officials.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece granted the Prosecutor's request to transfer a criminal case involving four judges from the Athens Court of First Instance to the Court of First Instance in Thebes. The prosecution argued that the original Athens prosecutors could not investigate the defendants because the accused judges served within the same court, creating an unavoidable conflict of interest. The court ruled that since no other court of first instance exists in the Athens region, the only legal solution was to transfer the entire case to Thebes to ensure judicial independence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 135(e) and 136(1)(b) of the Code of Criminal Procedure; When a defendant is a judge serving in the court where the prosecution is conducted, the case must be transferred to another court of equal rank and type to ensure absolute independence and exclude any suspicion of bias.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 406 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 406/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1.Ε. Φ., … και 10. Π. Μ., συνταξιούχων Δικαστικ'ων Λειτουργών. Και εγκαλούσα την Β. Μ. κάτοικο Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 15.12.2024 και με αριθμό πρωτοκόλλου εισερχομένων 161118/2024 (αριθμ. Γεν. Πρωτ. Εισ. Αρείου Πάγου 8999/20.12.2024), που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1194/2024.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη με αριθμό 26/29.01.2025 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 περ. ε' και 136§1 εδ. β'ΚΠΔ, την με αριθμό πρωτ.8999/2024 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ζητείται ο καθορισμός κατά παραπομπή της διαλαμβανομένης σ' αυτήν υποθέσεως και εκθέτω τα ακόλουθα : Κατά το άρθρο 135 στοιχ.
ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από τον δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία τους, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός ή και αμφότεροι, υπηρετούν στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας αλλά και κατά την προδικασία, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (ΑΠ 795/2023, 512/2023, 494/2023, 395/2023, 200/2023,ΑΠ 7/2021, ΑΠ 140/2020, ΑΠ 700/2020, ΑΠ 907/2020).
Η δε παραπομπή αυτή περιλαμβάνει και όλους τους εγκαλούμενους λόγω συνάφειας και για το ενιαίο της κρίσεως κατά τα άρθρα 129α και 130§1 ΚΠΔ. (ΑΠ 512/2023, ΑΠ1401/2023). Αν ο δικαστικός λειτουργός δεν υπηρετεί πλέον στην περιφέρεια του δικαστηρίου (λ.χ. διότι αποχώρησε από την υπηρεσία ή έχει μετατεθεί) δεν γίνεται κανονισμός. (ΑΠ902/1988).
Αν ο εμπλεκόμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο Εφετείο ή την Εισαγγελία Εφετών δεν γίνεται παραπομπή διότι η δίωξη και η ανάκριση είναι αρμοδιότητας του Εισαγγελέα και των ανακριτικών αρχών του Πλημ/κείου. (ΑΠ 1401/2023, ΑΠ 1479/2023, ΑΠ 1441/2023). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 136§1 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας, αποφασίζει δε γι' αυτήν:
α) το συμβούλιο εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο β) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση, και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχ. γ' του άρθρου 135. Τα άρθρα 132 και 134 εδάφ.
α' εφαρμόζονται αναλόγως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο ή, όταν στην περιφέρεια ενός Εφετείου υπάρχει ένα μόνο Πρωτοδικείο (ΑΠ 49/2021, ΑΠ 140/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερθείσα αίτηση υποβάλλεται η με ΑΒΜ: Γ2023/3519 ποινική προκαταρκτική δικογραφία (ΕΓ41-24/49), η οποία σχηματίστηκε κατόπιν υποβολής της από 13-9-2023 αναφοράς της δικηγόρου Αθηνών Β. Μ., κατοίκου Αθηνών, κατά των: 1)Ε. Φ., 2)Ε. Γ., 3)Δ. Σ., Πρωτοδικών Ειδικής Επετηρίδας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 4)Σ.
Κ., Πρωτοδίκη στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 5)Ε. Α., 6)Μ. Χ.-Ο., Εφετών στο Εφετείο Αθηνών, 7) Θ. Γ., Προέδρου Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Βόλου, 8)Ε. Ζ., 9)Μ. Σ. και 10)Π. Μ., συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών (βλ. σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ.69522/5-11-2024 έγγραφο του Τμ. Δικαστικών Λειτουργών της Γεν.Δ/νσης Δικαιοσύνης του Υπ.Δικαιοσύνης), για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθ. 259 ΠΚ), η οποία φέρεται τελεσθείσα στον Αθήνα, στο διάστημα από 24-6-2020 έως τον 3-2023.
Με τα δεδομένα αυτά, και εφόσον οι αρμόδιες εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν μπορούν να επιληφθούν της υπόθεσης, λόγω του ότι οι ως άνω τέσσερις πρώτοι μηνυόμενοι Πρωτοδίκης και Πρωτοδίκες Ειδικής Επετηρίδας υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, που υπάγεται στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, στην οποία δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών που να ανήκει στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών (ΑΠ 7/2021, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 140/2020, ΑΠ 700/2020), συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 135 στοιχ.
ε' και 136§ 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ), ώστε η ως άνω ποινική προκαταρκτική δικογραφία σε βάρος των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών, και λόγω συναφείας και για το ενιαίο της κρίσεως και για τους λοιπούς μηνυομένους, να παραπεμφθεί στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών προκειμένου να επιληφθούν αυτής και να κρίνουν στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση σε αυτές του Εφετείου και της Εισαγγελίας Εφετών Ευβοίας, για να επιληφθούν της σχετικής υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να παραπεμφθεί η με αριθμό ΑΒΜ-Γ2023/3519 ποινική δικογραφία που αναφέρεται στην με αριθμό 8999/2024 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με μηνυομένους τον Πρωτοδίκη Σ. Κ. και τους Πρωτοδίκες Ειδικής Επετηρίδας Ε. Φ., Ε. Γ. και Δ. Σ. καθώς και για το ενιαίο της κρίσεως για τους Ελευθερία Α., Μ. Χ.-Ο., Θ. Γ., Ε. Ζ., Μ. Σ. και Π. Μ., από τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Βοιωτίας και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση σε αυτές του Εφετείου και της Εισαγγελίας Εφετών Ευβοίας, για να επιληφθούν της σχετικής υποθέσεως. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Καπαγιάννη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που δικάζει σε Συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 135 περ. ε' και 136 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, που κυρώθηκε με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α' 96/11-6-2019) και ισχύει από 1-7-2019, το υπ' αριθμ. πρωτ. 161118/15-12-2024 έγγραφο της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με το οποίο ζητείται η παραπομπή της υπόθεσης που αφορά την υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και επέχουσα θέση μήνυσης, από 13-9-2023 αναφορά της Δικηγόρου Αθηνών Β.
Μ., κατά των: 1) Ε. Φ., 2) Ε. Γ., 3) Δ. Σ., Πρωτοδικών Ειδικής Επετηρίδας, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 4) Σ. Κ., Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 5) Ε. Α., 6) Μ. Χ. - Ο., Εφετών, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, 7) Θ. Γ., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Βόλου, 8) Ε. Ζ., 9) Μ. Σ. και 10) Π. Μ., συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών, εις βάρος των οποίων σχηματίσθηκε η με στοιχεία:
ΑΒΜ Γ 2023/3519 (ΕΓ41-24/49) ποινική δικογραφία, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), από τις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Βοιωτίας και αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σε αυτές του Εφετείου και της Εισαγγελίας Εφετών Ευβοίας.
Κατά το άρθρο 135 στοιχ. ε' ΚΠΔ, που κυρώθηκε με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α' 96/11-6-2019) και ισχύει από 1-7-2019, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές.
Ο δικαιολογητικός λόγος της διάταξης αυτής είναι η διασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο (αρμόδιο) δικαστήριο, που θα κρίνει την υπόθεση.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών. Από την ερμηνευτική προσέγγιση της έννοιας και του διωκόμενου σκοπού των ως άνω διατάξεων των άρθρων 135 και 136 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 122 -125 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι ο κανονισμός της αρμοδιότητας κατά παραπομπή δεν περιορίζεται μόνο στην εκδίκαση της υπόθεσης αλλά εκτείνεται και στην προδικασία και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (ΑΠ 795/2023), καθόσον και στις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ο ίδιος, κατά τα άνω δικαιολογητικός λόγος, ο οποίος αποτελεί έκφανση της δίκαιης δίκης, που είναι η ουσιαστική και αδιάβλητη, με διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγή της δίκης εντός ευλόγου χρόνου, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου.
Η παραπομπή αυτή περιλαμβάνει και όλους τους εγκαλουμένους λόγω συνάφειας και για το ενιαίο της κρίσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 129 και 130 παρ. 1 ΚΠΔ (AΠ 1401/2023). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας και αποφασίζει για την σχετική παραπομπή:
α) Το συμβούλιο εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο, β) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση και πάντοτε όταν ζητείται η παραπομπή για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχ. γ' του άρθρου 135. Τα άρθρα 132 και 134 εδ.
α' εφαρμόζονται αναλόγως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο ή, όταν στην περιφέρεια ενός Εφετείου υπάρχει ένα μόνο Πρωτοδικείο (ΑΠ 49/2021, ΑΠ 140/2020).
Στην κρινομένη υπόθεση από τα έγγραφα που υπάρχουν στον σχετικό φάκελο, προκύπτει ότι ύστερα από την επέχουσα θέση μήνυσης, από 13-9-2023 αναφορά της προαναφερθείσας Δικηγόρου Αθηνών Β. Μ., εις βάρος των: 1) Ε. Φ., 2) Ε. Γ., 3) Δ. Σ., Πρωτοδικών Ειδικής Επετηρίδας, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 4) Σ. Κ., Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 5) Ε.
Α., 6) Μ. Χ. - Ο., Εφετών, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, 7) Θ. Γ., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Βόλου, 8) Ε. Ζ., 9) Μ. Σ. και 10) Π. Μ., που τυγχάνουν συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 69522/5-11-2024 έγγραφο του Τμήματος Δικαστικών Λειτουργών της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σχηματίσθηκε η με στοιχεία:
ΑΒΜ Γ 2023/3519 (ΕΓ41-24/49) ποινική δικογραφία, για την πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), που φέρεται ότι τελέσθηκε στον Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 24-6-2020 έως 3-2023. Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και εφόσον οι αρμόδιες εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν μπορούν να επιληφθούν της υπόθεσης, λόγω του ότι οι ως άνω τέσσερις πρώτοι μηνυόμενοι (Πρωτοδίκης και Πρωτοδίκες Ειδικής Επετηρίδας) υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, που υπάγεται στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, στην οποία δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και έτσι δεν υπάρχει δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο Πρωτοδικείο και Εισαγγελία Πρωτοδικών που να ανήκει στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών (ΑΠ 7/2021, ΑΠ 140/2020), συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που δικάζει σε Συμβούλιο (άρθρα 135 εδ.
ε' και 136 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ), ώστε η ως άνω ποινική (προκαταρκτική) δικογραφία εις βάρος των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών και περαιτέρω, λόγω συναφείας και για το ενιαίο της κρίσεως και για τους άλλους μηνυομένους, να παραπεμφθεί στις αντίστοιχες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών, προκειμένου να επιληφθούν αυτής και να κρίνουν στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση σε αυτές του Εφετείου και της Εισαγγελίας Εφετών Εύβοιας, για να επιληφθούν της σχετικής υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 161118/15-12-2024 έγγραφο της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και αφορά την υποβληθείσα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, επέχουσα θέση μήνυσης, από 13-9-2023 αναφορά της Δικηγόρου Αθηνών Β. Μ., κατά των: 1) Ε. Φ., Ε. Γ., 3) Δ. Σ., Πρωτοδικών Ειδικής Επετηρίδας, που υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 4) Σ. Κ., Πρωτοδίκη, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 5) Ε. Α., 6) Μ. Χ. - Ο., Εφετών, που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, 7) Θ. Γ., Προέδρου Πρωτοδικών, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Βόλου, 8) Ε. Ζ., 9) Μ. Σ. και 10) Π. Μ., συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών, εις βάρος των οποίων σχηματίσθηκε η με στοιχεία: ΑΒΜ Γ 2023/3519 (ΕΓ41-24/49) ποινική δικογραφία, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ), από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών και αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σε αυτές του Εφετείου και της Εισαγγελίας Εφετών Ευβοίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2025.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ