Legislator Case Law & Legislation
404/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's reduction of public document evidentiary weight in civil dispute.

Case Number 404/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision to reduce the evidentiary weight of public documents. The appellant argued that the lower court erred in applying Article 559(12) of the Code of Civil Procedure regarding the assessment of evidence. The court found the reduction of public document weight to be a legal error but rejected the claim that the lower court abused its discretion in evaluating other evidence like witnesses.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(12) KPolD; Art. 340 KPolD: The appellate court must set aside a lower court decision if it incorrectly applies the law regarding the evidentiary weight of public documents, but the lower court retains exclusive authority to freely evaluate the credibility of other evidence without providing specific reasons.

Keywords

AI generated
evidentiary weight public documents appellate review legal error free evaluation of evidence Code of Civil Procedure reduction of weight

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(12) KPolD
Art. 340 KPolD
Art. 622A KPolD
Art. 580(3) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191(2) KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 404 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 404/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ Δ.ΥΠ.Α.", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής, όπως μετονομάσθηκε ο "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)", νόμιμα εκπροσωπούμενου. Εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Δήμητρα Πολυκρέτη και Γεωργία Σαραμαντά, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. - Α. Κ.. Α. & Σ. Ε..Ε.." και τον διακριτικό τίτλο "Δ. Ε..Ε..", όπως η επωνυμία αυτή τροποποιήθηκε από την προηγούμενη επωνυμία "Δ. - Α. Ε.. Α. και Σ. Ε..Ε.." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. υπό εκκαθάριση τελούσης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Μ. Τ. Γ. Κ. Σ. Ε..Ε.." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Κατηφόρη, Ευγένιο Χριστοφιλόπουλο και Παύλο Τσαμάκο, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 589/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 6-4-2023 αίτησή του και τους από 14-7-2023 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την κρινόμενη από 6.4.2023 και με αριθ. κατ. 3248/324/7.4.2023 αίτηση αναίρεσης και τους από 14.7.2023 και με αριθμό κατ. 95/19.7.2023 δι ιδίου δικογράφου πρόσθετους λόγους αναίρεσης, του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ Δ.ΥΠ.Α.", όπως μετονομάστηκε ο "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)", σύμφωνα με το άρθρο 2 περ.

α του Ν. 4921/2022 (ΦΕΚ Α 75/18.4.2022), προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορών από αμοιβές (άρθρο 622Α ΚΠολΔ), με αριθ. 589/31.1.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 10.8.2021 και με αριθμό κατ. 64733/4897/10.8.2021 έφεση των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της με αριθ. 25/1.3.2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 19.7.2018 και με αριθμό κατ. 80821/180/30.8.2018 αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αρχικώς εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)", ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας - Ο.Ε.Κ.".

Με την εν λόγω αγωγή οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν ότι ασχολούνται με την εκπόνηση χωροταξικών, πολεοδομικών και αρχιτεκτονικών μελετών, απασχολώντας προς τούτο σημαντικό αριθμό αρχιτεκτόνων συνεργατών και ότι στο πλαίσιο αυτής της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ανέλαβαν, δυνάμει προφορικής συμβάσεως που καταρτίσθηκε με τον ΟΕΚ τον Αύγουστο του 2000, την εκπόνηση προμελέτης και οριστικής μελέτης αναφορικά με την οικιστική περιοχή - ζώνη κατοικίας του Ολυμπιακού Χωριού στη θέση "Λεκάνες" του Δήμου Αχαρνών Αττικής.

Ότι η υλοποίηση της μελέτης και της κατασκευής του "Ολυμπιακού Χωριού" είχε ανατεθεί νομοθετικώς στον ΟΕΚ με την ΠΥΣ 18/22/24.4.2000 (ΦΕΚ Α' 189). Ότι ο ΟΕΚ δεν μπορούσε να εκπονήσει όλα τα στάδια των αναγκαίων μελετών, προκειμένου να δημοπρατήσει στη συνέχεια το ανωτέρω έργο, για το λόγο δε αυτό, οι εκπρόσωποί τους (εναγουσών), ύστερα από πρόσκληση της Διευθύντριας Διεύθυνσης Κατασκευών του Οργανισμού, συναντήθηκαν στις 28/7/2000 με την τελευταία, προκειμένου να συζητήσουν για την πιθανότητα εκτελέσεως του έργου, δεδομένου ότι είχαν λάβει μέρος σε προηγούμενο διαγωνισμό που είχε προκηρύξει η Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων "... 2004", σχετικά με τη διατύπωση ιδεών για το Σχέδιο Γενικής Διάταξης (Master Plan) του Ολυμπιακού Χωριού και είχαν υποβάλει σχετικές προτάσεις, ενώ την 1.8.2000 έγινε συνάντηση του Προέδρου του Οργανισμού με το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εξ αυτών και τηλεφωνική επικοινωνία με το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης και προτάθηκε σε αυτές η ανάθεση του έργου της εκπόνησης προμελέτης και οριστικής αρχιτεκτονικής μελέτης για το Ολυμπιακό Χωριό.

Ότι μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνήθηκε ότι το ύψος της αμοιβής που θα λάμβαναν αυτές για την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου, θα συνίστατο στα νόμιμα ελάχιστα όρια αμοιβής των μηχανικών και θα συγκεκριμενοποιούνταν με την υπογραφή της σύμβασης που θα καταρτιζόταν τηρουμένου του εγγράφου τύπου, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του τότε Προέδρου του Οργανισμού, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ότι αυτές συμφώνησαν να εκτελέσουν το έργο το οποίο θα ολοκληρωνόταν σε τρία στάδια, ήτοι, κατά το πρώτο στάδιο θα εκπονούσαν την πολεοδομική μελέτη, κατά το δεύτερο στάδιο την προμελέτη των τύπων των κατοικιών για ολυμπιακή και μεταολυμπιακή χρήση και κατά το τρίτο στάδιο, την οριστική μελέτη των τύπων των κατοικιών και της οικιστικής οργάνωσης σε οικοδομικά τετράγωνα.

Ότι, αμέσως μετά την κατάρτιση της προφορικής συμφωνίας, προχώρησαν στην εκτέλεση του ανατεθέντος έργου, ύστερα δε, από πολυάριθμες συναντήσεις με τους εκπροσώπους του Οργανισμού από τις 2/8/2000 έως τις 17/8/2000, παρέδωσαν στις 18/8/2000 την ολοκληρωμένη πολεοδομική προμελέτη του Ολυμπιακού Χωριού. Ότι, στη συνέχεια, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο του 2000 ολοκλήρωσαν την προμελέτη του έργου, των τύπων των κατοικιών για ολυμπιακή και ματαολυμπιακή χρήση, με πλήρη κτιριολογικά και πολεοδομικά στοιχεία, καταρτίζοντας τα απαιτούμενα αρχιτεκτονικά σχέδια και την παρέδωσαν στις 17/11/2000, ενώ κατά την διάρκεια του ως άνω χρονικού διαστήματος πραγματοποίησαν 14 συναντήσεις με όργανα του Οργανισμού εντός του πλαισίου της παρακολουθήσεως της εξελίξεως του έργου.

Ότι κατά το τρίτο στάδιο της εκπονήσεως των μελετών, υπήρξαν επίσης πολυάριθμες συναντήσεις με όργανα και συνεργάτες του Οργανισμού, περαιτέρω δε, η παράδοση της οριστικής μελέτης των τύπων των κατοικιών έγινε στις 20/12/2000, ενώ η παράδοση της οριστικής μελέτης της οικιστικής οργάνωσης των οικοδομικών τετραγώνων έγινε στις 7/2/2001 στα γραφεία του Οργανισμού.

Ότι ο Οργανισμός ουδέποτε προέβη στη σύναψη εγγράφου συμβάσεως έργου με αυτές, παρά το ότι κατά το Μάρτιο του 2001 προχώρησε, μέσω θυγατρικής του εταιρείας στη δημοπράτηση του Ολυμπιακού Χωριού, κάνοντας χρήση των σχεδίων και μελετών που αυτές είχαν εκπονήσει, χωρίς, όμως να τους καταβάλει οποιαδήποτε αμοιβή για την εκτέλεση του έργου, ούτε τις εξόφλησε ακόμα και μετά την από 13/7/2001 σχετική εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκλησή τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, στην περίπτωση που κρινόταν ότι η αναφερόμενη σύμβαση ήταν άκυρη, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου, να καταβάλει για λογαριασμό τους στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, άλλως στις ίδιες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 9.025.220 ευρώ, ως αμοιβή για το εκτελεσθέν έργο, νομιμοτόκως από την εξώδικη διαμαρτυρία τους, άλλως από της επιδόσεως της από 22/9/2003 προηγούμενης αγωγής τους που απερρίφθη ως αόριστη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 25/1.3.2021 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής και ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά τα προαναφερόμενα δέχθηκε από τυπική και ουσιαστική άποψη την από 10.8.2021 και με αριθμό κατ. 64733/4897/10.8.2021 έφεση, στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την ανωτέρω από 19.7.2018 αγωγή, δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική της βάση και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στις ενάγουσες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το ποσό των 9.025.220 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της από 22.9.2003 (προγενέστερης) αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 7.4.2023, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 31.1.2023 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19.7.2023 και επίδοση αυτού στους αναιρεσίβλητους, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, ισχύοντος από 1.1.2022) όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1821/19.7.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χαράλαμπου Πασομένου, προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Ευγένιο Χριστοφιλόπουλο, που επέσπευσε τη συζήτηση (άρθρο 569 παρ. 2 εδ.

γ' του ΚΠολΔ), την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ και ασκόν τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά των διαλαμβανομένων σε αυτούς λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2.-Από το άρθρο 37 παρ. 1 του ΠΔ 334/2000 "Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας για τα δημόσια έργα προς τις διατάξεις της οδηγίας 93/17/Ε.Ο.Κ." (ΦΕΚ Α' 133) που ορίζει ότι: "Οι διατάξεις του Ν. 1418/1984 όπως ισχύει και των κανονιστικών πράξεων που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεσή του, σχετικών με το αντικείμενο του παρόντος διατάγματος, εξακολουθούν να ισχύουν εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος διατάγματος", σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 13 του Ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων" (ΦΕΚ Α 23) που ορίζει ότι: "Στις συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή στα εκτελεστικά του διατάγματα", προκύπτει ότι στις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίου έργου, έχουν συμπληρωματική εφαρμογή οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, συνεπώς και οι περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις αυτού.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 § 1 και 908 ΑΚ, κατά τα οποία "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη" (904) και "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό" (908), σαφώς προκύπτουν τα ακόλουθα:

Σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι` αυτό εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 100/2020, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 347/2017). Οι διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού εξάλλου, εφαρμόζονται και στην περίπτωση δημόσιου έργου λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 100/2020, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 1499/2009).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, διότι το Π.Δ. 334/2000, δεν προβλέπει συμπληρωματική εφαρμογή του ΑΚ και συνεπώς ούτε των διατάξεων των άρθρων 904 επ ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ορθώς εφάρμοσε τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, αφενός μεν γιατί με το άρθρο 37 του ΠΔ 334/2000 διατηρήθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του Ν. 1418/1984, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του διατάγματος αυτού και συνεπώς και του άρθρου 5 παρ. 13 του Ν. 1418/1984, για συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ., αφετέρου δε γιατί οι διατάξεις των άρθρων 904 επ του ΑΚ, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης έργου που αφορά το Δημόσιο, καθώς και τα ΝΠΔΔ.

δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι` αυτό εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. 3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, ως και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).

Για το ορισμένο του πιο πάνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 κα 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 915/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τους αριθμούς 1 εδ.

α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες α) της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της προφορικής ανάθεσης της σύνταξης των αρχιτεκτονικών μελετών του Ολυμπιακού Χωριού, από τον ΟΕΚ προς τις ενάγουσες - εκκαλούσες και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 3 παρ. 1, 84 παρ. 1 και 87 παρ. 2 του Π.Δ. 696/1974, ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής τους.

Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (και ως προς τα δύο του σκέλη), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος. Τούτο δε διότι, στο αναιρετήριο, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, εκτίθεται μόνο το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό της μέρος με ειδικότερη μάλιστα αναφορά στις παραδοχές της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι υποστηριζόμενες από αυτό νομικές ερμηνείες ορισμένων εκ των ως άνω διατάξεων, που φέρονται ως, ευθέως και εκ πλαγίου, παραβιασθείσες, ενώ παρατίθενται μόνον αποσπασματικά οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε τη φερομένη ως λανθασμένη κρίση του, με το να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα: α) δεν διαλαμβάνονται στον οικείο αναιρετικό λόγο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, πλήρεις, αλλά μόνο αποσπασματικά, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ανατέθηκε προφορικά από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) στις αναιρεσίβλητες εταιρείες μηχανικών το έργο της εκπόνησης των αρχιτεκτονικών μελετών του Ολυμπιακού Χωριού και ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων αδικαιολόγητου πλουτισμού (φύλλα 20 - 26 και 37 - 39 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), ούτως ώστε να κριθεί εάν με βάση το σύνολο των εν λόγω παραδοχών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας(και όχι αποσπασματικά) παραβιάσθηκε ευθέως ή εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά αντίφαση η πληττόμενη με τον αναιρετικό λόγο παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο Πρόεδρος του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας δεν θα μπορούσε να συνάψει προφορική σύμβαση άνω του 1.500.000 ευρώ, η οποία θα ήταν κατά νόμο άκυρη, ούτε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα διότι τούτο θα προσέκρουε στην άρνηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ούτε να προβεί σε απ' ευθείας ανάθεση του έργου στις αναιρεσίβλητες εταιρείες μηχανικών, λόγω επιτακτικώς επείγουσας ανάγκης, αφού η τελευταία δεν ήταν απρόβλεπτη, με την παραδοχή ότι αυτός προέβη εν τοις πράγμασι στην ανάθεση του έργου της εκπόνησης των αρχιτεκτονικών μελετών του Ολυμπιακού Χωριού στις αναιρεσίβλητες, διότι η εκ του νόμου απαγόρευση της κατάρτισης έγκυρης σύμβασης υπό τις ως άνω συνθήκες δεν αποκλείει την κατά παράβαση αυτού κατάρτιση προφορικής και ως εκ τούτου άκυρης σύμβασης, που συνιστά άλλωστε και την προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας προς απόδοση της ωφέλειας μετά την παράδοση του έργου, κατ' εφαρμογή των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων των άρθρων 904 επομ.

του ΑΚ β) ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της ωφέλειας, i) αναφορικά με το συντελεστή "λ" του μαθηματικού τύπου για την εύρεση της αμοιβής του μηχανικού για την εκπόνηση μελέτης, δεν διαλαμβάνεται στον αναιρετικό λόγο ενάριθμα η διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, ούτε αναφέρεται ποίο ήταν το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή αυτής, ii) ως προς την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 3 παρ.1 του Π.Δ/τος 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών διά σύνταξιν μελετών κλπ" αναφορικά με το ύψος του προϋπολογισμού του έργου που εγκρίνει ο εργοδότης, δεν διαλαμβάνονται στον αναιρετικό λόγο σε τι συνίστανται τα σφάλματα των σχετικών καταστάσεων ως προς την αναλυτική προμέτρηση των επί μέρους κονδυλίων με βάση τις εκάστοτε εγκεκριμένες τιμές υλικών από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων, τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων για τον υπολογισμό του προϋπολογισμού του έργου, επί του οποίου υπολογίζεται η αμοιβή της μελέτης κατά τα άρθρα 3 και 4 του ως άνω Δ/τος(φύλλα 178 -250 προσβαλλομένης) και όχι με βάση τις τιμές δημοπράτησης για την κατασκευή του, ούτε γίνεται μνεία των σχετικών διατάξεων και του περιεχομένου αυτών, iii) δεν γίνεται συνοπτική μνεία της περιγραφής του βασικού τύπου κτηρίου και της περιγραφής εκάστης των επί μέρους παραλλαγών αυτού, όπως οι ως άνω παραλλαγές διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (φύλλα 43 - 177 αυτής), προκειμένου να κριθεί εάν επρόκειτο για την εφαρμογή ή όχι της αυτής (ή έστω με επουσιώδεις διαφορές) μελέτης του βασικού τύπου κτηρίου και στις επί μέρους παραλλαγές κτηρίων (ΑΠ 618/1977), και συνακόλουθα να κριθεί εάν οι αναιρεσείουσες δικαιούνται ή όχι ολόκληρης της αμοιβής για την πρώτη από τις μελέτες των επί μέρους παραλλαγών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 84 του ως άνω Π.

Δ/τος που αφορά την αμοιβή μελετών πολλαπλής εφαρμογής, iv) δεν γίνεται μνεία του περιεχομένου της διάταξης του άρθρου 87 παρ. 2 του ιδίου Δ/τος, σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή αυτής και με βάση ποιές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες ουδόλως μνημονεύονται στον οικείο αναιρετικό λόγο.

4.-Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 2221/2014, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 385/2021).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομής προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 2129/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 1194/2020, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 845/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).

Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 194/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 19.7.2018 αγωγή τους οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν ότι ανέλαβαν, δυνάμει συμβάσεως που καταρτίσθηκε με τον ΟΕΚ τον Αύγουστο του 2000, την εκπόνηση προμελέτης και οριστικής μελέτης αναφορικά με την οικιστική περιοχή - ζώνη κατοικίας του Ολυμπιακού Χωριού στη θέση "Λεκάνες" του Δήμου Αχαρνών Αττικής.

Ότι μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνήθηκε ότι το ύψος της αμοιβής που θα λάμβαναν αυτές για την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου, θα συνίστατο στα νόμιμα ελάχιστα όρια αμοιβής των μηχανικών και θα συγκεκριμενοποιούνταν με την υπογραφή της σύμβασης που θα καταρτιζόταν τηρουμένου του εγγράφου τύπου, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του τότε Προέδρου του Οργανισμού, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ότι αμέσως μετά την κατάρτιση της προφορικής συμφωνίας, προχώρησαν στην εκτέλεση του ανατεθέντος έργου, ύστερα δε, από πολυάριθμες συναντήσεις με τους εκπροσώπους του Οργανισμού από τις 2/8/2000 έως τις 17/8/2000, παρέδωσαν στις 18/8/2000 την ολοκληρωμένη προμελέτη του Ολυμπιακού Χωριού. Ότι, στη συνέχεια, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο του 2000 ολοκλήρωσαν την προμελέτη του έργου, καταρτίζοντας τα απαιτούμενα αρχιτεκτονικά σχέδια και την παρέδωσαν στις 17/11/2000, ενώ η παράδοση της οριστικής μελέτης των τύπων των κατοικιών έγινε στις 20/12/2000.

Τέλος, η παράδοση της οριστικής μελέτης της οικιστικής οργάνωσης των οικοδομικών τετραγώνων έγινε στις 7/2/2001 στα γραφεία του Οργανισμού. Ότι ο Οργανισμός ουδέποτε προέβη στη σύναψη εγγράφου συμβάσεως έργου με αυτές, παρά το ότι κατά το Μάρτιο του 2001 προχώρησε, μέσω θυγατρικής του εταιρείας στη δημοπράτηση του Ολυμπιακού Χωριού, κάνοντας χρήση των σχεδίων και μελετών που αυτές είχαν εκπονήσει, χωρίς, όμως να τους καταβάλει οποιαδήποτε αμοιβή για την εκτέλεση του έργου, ούτε τις εξόφλησε ακόμα και μετά την από 13/7/2001 σχετική εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκλησή τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, στην περίπτωση που κρινόταν ότι η αναφερόμενη σύμβαση ήταν άκυρη, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου, να καταβάλει για λογαριασμό τους στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, άλλως στις ίδιες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 9.025.220 ευρώ, ως αμοιβή για το εκτελεσθέν έργο, νομιμοτόκως από την εξώδικη διαμαρτυρία τους, άλλως από της επιδόσεως της από 22/9/2003 προηγούμενης αγωγής τους που απερρίφθη ως αόριστη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 25/1.3.2021 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής και ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10.8.2021 εφέσεως των εναγουσών, κατά της με αριθμό 25/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το σύνολο της εφέσεως επικεντρώνεται στην επικουρική βάση της αγωγής που προϋποθέτει την ακυρότητα, λόγω μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου της ένδικης εργολαβικής σύμβασης.

Ειδικότερα, με το μοναδικό λόγο της έφεσης που αναπτύσσεται στις σελ. 24 επ., οι ενάγουσες - εκκαλούσες, παραπονούνται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων προφορική σύμβαση ανάθεσης εκπόνησης αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών μελετών για το Ολυμπιακό χωριό, επικεντρώνοντας στην επικουρική βάση, ιστορικό θεμέλιο της οποίας ήταν η προφορική κατάρτιση της σύμβασης και η εκ της ακυρότητας αυτής θεμελίωση προϋποθέσεων αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Άλλωστε, η έφεση των εναγουσών δεν μπορούσε παρά να αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε προφορική συμφωνία για την ανάθεση του έργου και απέρριψε έτσι την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, ως και ουσία αβάσιμη, ενώ ήδη είχε απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, λόγω έλλειψης εγγράφου τύπου, στο σύνολό της.

Σημειώνεται ότι οι εκκαλούσες με την ανωτέρω έφεσή τους, ζήτησαν να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της. Ορθώς, λοιπόν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής, την οποία στη συνέχεια έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες προβάλλει τις αναιρετικές πλημμέλειες α) της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και β) της επιδίκασης του αιτήματος της επικουρικής βάσης της αγωγής, χωρίς να έχει εκκληθεί η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς αυτό, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Επομένως ο περί τούτου από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 5.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Αυτός ο αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ ή περιλαμβάνεται μεν δεν επιτρέπεται, όμως, η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης της υπόθεσης ή όταν επιτρέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 77/2023, ΑΠ 88/2021, ΑΠ 639/2009).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ που ορίζουν ότι, "Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις... όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ" και ότι "Δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου", σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 395 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται, δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια", συνάγεται ότι η απαγόρευση της απόδειξης με μάρτυρες (και με ένορκες βεβαιώσεις) αφορά την κατάρτιση ή και το περιεχόμενο της σύμβασης, δηλαδή τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως διατυπώθηκαν στη σύμβαση, της οποίας γίνεται επίκληση, προς άμεση απόδειξη δικαιοπρακτικής βούλησης και όχι σε εξωδικαιοπρακτικές ενοχές, όπως είναι οι ενοχές από αδικαιολόγητο πλουτισμό, από αδικοπραξία ή από διοίκηση αλλοτρίων (ΑΠ 77/2023, ΑΠ 2298/2009).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο και, συγκεκριμένα μάρτυρες και ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη της προφορικής σύμβασης έργου, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το όριο των 30.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος (ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος), διότι αντικείμενο της αποδείξεως ήταν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός που προέκυψε στην περιουσία του εφεσίβλητου ΝΠΔΔ, από την παράδοση και εκτέλεση του ένδικου έργου στο πλαίσιο άκυρης, λόγω μη τηρήσεως του αναγκαίου τύπου, σύμβασης εργολαβίας δημοσίου έργου και όχι η σύναψη μιας τυπικά έγκυρης σύμβασης δημοσίου έργου.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος και για τους ακόλουθους λόγους: Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 677 και 681 εδ. α του ίδιου Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αμοιβές των μηχανικών, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα (ΑΠ 950/2022, ΑΠ 363/2020).

Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να κάμπτεται η εφαρμογή του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται σε αυτό. Εξάλλου, κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 στοιχ.

δ' και 20 ΕισΝΚΠολΔ, το επιτρεπτό της αποδείξεως δια μαρτύρων κρίνεται κατά το ισχύον κατά το χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσεως δίκαιο, το οποίο και μόνο μπορούν να έχουν υπόψη τους οι ενδιαφερόμενοι για τη ρύθμιση της αποδείξεως της σχέσεως αυτής (ΟλΑΠ 954/1972, ΑΠ 382/2022, ΑΠ 950/2022, ΑΠ 364/2012).

Επισημαίνεται ότι η αντικατάσταση των άρθρων 591 έως 681 Δ του ΚΠολΔ με τα άρθρα 591 έως 645 δυνάμει της διάταξης του άρθρου 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ισχύοντος από 1.1.2016) και η συνακόλουθη σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681 Δ και ως εκ τούτου και των άρθρων 670, 671, 674 παρ. 2, 677 και 681 του ΚΠολΔ ως και η αντικατάσταση του άρθρου 340 του ΚΠολΔ με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο του Ν. 4335/2015, που πλέον ορίζει στο δεύτερο εδάφιο αυτού ότι "(το Δικαστήριο) λαμβάνει επίσης και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ", δεν διαφοροποιεί την ως άνω γενική αρχή του διαχρονικού αστικού δικονομικού δικαίου (ΕισΝΚΠολΔ 5 παρ. 2 στοιχ.

δ' και 20) σύμφωνα με την οποία το επιτρεπτό της αποδείξεως δια μαρτύρων κρίνεται κατά το ισχύον κατά το χρόνο της δημιουργίας της αποδεικτέας δικαιολογικής σχέσεως δίκαιο, καθότι ο Ν. 4335/2015 δεν διαλαμβάνει στο άρθρο 1 άρθρο ένατο αυτού μεταβατική ρύθμιση διαχρονικού δικαίου αναφορικά με τις νέες ρυθμίσεις για την απόδειξη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω συμβάσεις που καταρτίστηκαν υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 671 και 681 του ΚΠολΔ, που συγχωρούσε τη χρήση μαρτύρων προς απόδειξή τους, έστω και αν το αντικείμενό τους υπερέβαινε το όριο του άρθρου 393 παρ.1 του ΚΠολΔ, διέπονται από το προηγούμενο ισχύον κατά την κατάρτισή τους, νομοθετικό καθεστώς ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αποδείξεώς τους με μάρτυρες.

Συνεπώς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και τα συναξιολόγησε για τη διαμόρφωση της κρίσης του περί κατάρτισης προφορικής σύμβασης δημοσίου έργου, κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2000 και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. α' του ΚΠολΔ. Και τούτο διότι κατά το χρόνο εκείνο, ήταν επιτρεπτή η απόδειξη της ένδικης προφορικής σύμβασης με μάρτυρες και ανεξαρτήτως του περιορισμού του ορίου του άρθρου 393 ΚΠολΔ, με βάση την ισχύουσα τότε διάταξη του άρθρου 671 ΚΠολΔ (στην οποία παραπέμπουν και τα άρθρα 674 παρ. 2 και 681 εδ. α' του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 671 ΚΠολΔ, που συγχωρούσε τη χρήση μαρτύρων προς απόδειξή τους, έστω και αν το αντικείμενό τους υπερέβαινε το όριο του άρθρου 393 παρ. 1 του ΚΠολΔ, διέπονται από το προηγούμενο, ισχύον κατά την κατάρτισή τους, νομοθετικό καθεστώς, ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της αποδείξεώς τους με μάρτυρες. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.11 α του

άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 6.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, μετά την κατάργηση με τον ίδιο νόμο του άρθρου 341 του ΚΠολΔ για την υποχρέωση του Δικαστηρίου προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως περί αποδείξεων, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 1862/2007, ΑΠ 1085/1999).

Κατά συνέπεια ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 237 παρ.1 και 591 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ (ΑΠ 1504/2009, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 552/2009). Εξ άλλου ναι μεν κατά το άρθρο 107 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο διατάζει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή απόδειξης με οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπει ο νόμος, και αν δεν τα επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, πλην όμως η διεξαγωγή συμπληρωματικής απόδειξης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός εάν το δικαστήριο έχει από το νόμο σχετική υποχρέωση (σχετ.

ΑΠ 30/2017, ΑΠ 780/2015, ΑΠ 866/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του ότι δεν διέταξε (συμπληρωματικές) αποδείξεις, ενόψει της πολυπλοκότητας του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής των αναιρεσίβλητων εταιρειών, του γεγονότος ότι με την από 13.7.2001 εξώδικη όχληση αυτών και το συνημμένο πίνακα αυτές είχαν αξιώσει την καταβολή μικρότερης αμοιβής και της αμφισβήτησης των σχετικών υπολογισμών εκ μέρους του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του καθότι δεν γίνεται αναφορά στον αναιρετικό λόγο εάν το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε από το αναιρεσείον στο Εφετείο με μνεία και του συμπληρωματικού αποδεικτικού μέσου, του οποίου ζητείτο η διεξαγωγή (άρθ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ), πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η διενέργεια ή μη συμπληρωματικών αποδείξεων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

7.-Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 922/2018).Τέλος, κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διάταξης, έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 - 465 του ΚΠολΔ, όχι δε και άλλα, όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων κλπ (ΑΠ 1137/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 625/2018, ΑΠ 957/2012, ΑΠ 1007/2009, ΑΠ 474/2004,ΑΠ 980/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της απορριπτικής της αγωγής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς τη (μη) κατάρτιση προφορικής σύμβασης ανάθεσης του ως άνω έργου στις αναιρεσίβλητες, β) των προτάσεων του αναιρεσείοντος ως προς την συνομολόγηση της αδυναμίας των τεχνικών υπηρεσιών του Ο.Ε.Κ.

ν' ανταποκριθούν στην υλοποίηση του έργου των αρχιτεκτονικών μελετών του Ολυμπιακού Χωριού, ενόψει του όγκου αυτού και των ασφυκτικών προθεσμιών για την ολοκλήρωσή του και γ) των μελετών που προσκόμισε πρωτοδίκως το αναιρεσείον με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτά δεν αναφέρουν μελετητή, ενώ όλα τα σχέδια που προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τόσο από το αναιρεσείον, όσο και από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες ανέγραφαν επ' αυτών ως μελετητή τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Ο.Ε.Κ.

Ο λόγος αυτός κατά τα υπό στοιχεία (α) και (β) σκέλη του πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η παραμόρφωση του περιεχομένου της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή διαδικαστικού εγγράφου, όπως οι προτάσεις του αναιρεσείοντος, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι αποδεικτικά.

Κατά το υπό στοιχείο (γ) σκέλος του ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητες εταιρείες παρέδωσαν στον Ο.Ε.Κ. στις 18.8.2000 σε έγχαρτη και ηλεκτρονική μορφή και σε κλίμακα 1:2000 την πολεοδομική προμελέτη του Ολυμπιακού Χωριού, στις 17.11.2000 την προμελέτη με πλήρη κτιριολογικά και πολεοδομικά στοιχεία (αρχιτεκτονική προμελέτη) σε τεύχος και υπό τη μορφή ηλεκτρονικών αρχείων και στις 7.2.2001 την οριστική μελέτη των τύπων των κατοικιών και την οργάνωση των οικοδομικών τετραγώνων σε ηλεκτρονική μορφή, απ' όπου τις αναπαρήγε ο Ο.Ε.Κ και με βάση αυτές (αναπαραγωγές) προέβη στη δημοπράτηση του έργου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις φερόμενες ως παραμορφωθείσες, ως προς το συντάκτη τους, εν λόγω αρχιτεκτονικές μελέτες, αλλά τις συνεκτίμησε, στηριζόμενη και αξιολογώντας το περιεχόμενο μεγάλου αριθμού λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), όπως αυτά αναλυτικά διαλαμβάνονται στα φύλλα 26 έως 33 (υπό στοιχεία 1 - 15) της προσβαλλόμενης απόφασης. 8.-Από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 ΑΚ.

συνάγεται, ότι, επί χρηματικής οφειλής, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον τόκο της υπερημερίας. Προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής και η υπερημερία του οφειλέτη η οποία επέρχεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων και με την όχληση από τον δανειστή.

Τέτοια όχληση γίνεται και με την επίδοση στον οφειλέτη καταψηφιστικής αγωγής. Το αποτέλεσμα της οχλήσεως, η οποία έγινε με την επίδοση αγωγής, δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς (Ολ.ΑΠ 13/1994, ΑΠ 303/2016). Τέτοιος λόγος απορρίψεως υπάρχει και αν η αγωγή απορριφθεί ως αόριστη (ΑΠ 303/2016, ΑΠ 1789/2009).

Ειδικώς, όμως, όσον αφορά το νόμιμο τόκο ως και τον τόκο υπερημερίας κάθε οφειλής νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το άρθρο 7 παρ.2 του Ν.Δ.496/1974 (Λογιστικό των Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ) ορίζει, ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής (ορίζεται) εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίζεται διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής".

Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι το ΝΠΔΔ οφείλει να καταβάλλει νόμιμο τόκο, ως και τόκο υπερημερίας όχι ύστερα από οποιαδήποτε όχλησή του η οποία θα επέλθει με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά μόνον από της επιδόσεως της επίδικης εκάστοτε αγωγής (ΑΠ 303/2016). [Σημειώνεται ότι από την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 εξαιρείται το ΙΚΑ (περίπτωση επί της οποίας έκρινε η ΑΠ 234/2022) και ο ΟΓΑ, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου Π.Δ. 437/1997, εκδοθέντος κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ. 2 Ν.Δ. 496/1974, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο μόνο Π.Δ. 305/1985].

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την επιδίκαση τόκων υπερημερίας, επί του ως άνω προσδιορισθέντος ποσού των 9.025.220 ευρώ, από την επίδοση της από 27.9.2003 (προγενέστερης) αγωγής, η οποία είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα με την επίδικη αγωγή και η οποία είχε απορριφθεί τελεσιδίκως ως αόριστη με την υπ' 84/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όχι από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου".

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, διότι με τη διάταξή του αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 7 παρ.2 Ν.Δ.496/1974. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός.

9.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι' αυτό.

Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι' αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη (δημόσια έγγραφα) και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.

και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 1722/2022, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 348/2021, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 573/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Τέλος, επισημαίνεται ότι από τη διάταξη του άρθρου 461 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει "αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας" συνάγεται ότι όταν η πλαστογραφία δημοσίου εν προκειμένω εγγράφου αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως όταν ο φερόμενος στο δημόσιο έγγραφο δημόσιος υπάλληλος, ως συντάκτης αυτού δεν συνέταξε στην πραγματικότητα αυτό, ο περί πλαστογραφίας ισχυρισμός, υπό την προϋπόθεση της τήρησης των νομίμων προϋποθέσεων για την προβολή του (άρθ. 98 εδ.

β, 463 του ΚΠολΔ) είναι προνομιακός (σε αντίθεση με την περίπτωση των άρθρων 460 και 464 του ΚΠολΔ, όπου η πλαστογραφία δεν αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο) και μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (ΑΠ 760/2013, ΑΠ 31/2006, ΑΠ 1850/2009), ακόμα και στο Εφετείο για πρώτη φορά ή και στον Άρειο Πάγο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση (ΑΠ 1414/2007, ΑΠ 204/2007, 188/1999).

Τέτοια δε στάση δίκης υφίσταται κάθε φορά που το δικαστήριο επιλαμβάνεται κατά οποιοδήποτε τρόπο της εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι να εκδώσει την οριστική του απόφαση, δηλαδή κάθε φορά που συζητεί την υπόθεση και μέσα στα χρονικά όρια, που κατά νόμο προσδιορίζουν τη συζήτηση και την κατ' αυτήν ή μετά από αυτήν επιτρεπτή προβολή ισχυρισμών (ΑΠ 204/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος (υπό στοιχεία 5.1 και 5.2), το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων από αυτόν με επίκληση δημοσίων εγγράφων, χωρίς αυτά να προσβληθούν ως πλαστά.

Ειδικότερα, αιτιάται ότι ενώ, από το σύνολο των 262 σχεδιαγραμμάτων αρχιτεκτονικών μελετών, τα οποία αυτό προσκόμισε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας και αφορούν όλους τους τύπους κατοικιών που κατασκευάστηκαν, προκύπτει ότι αυτά αποτελούν δημόσια έγγραφα αφού συντάχθηκαν από τους μηχανικούς του πρώην ΟΕΚ, οι οποίοι είχαν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου κατά το χρόνο σύνταξης και υπογραφής των μελετών, τις οποίες συνέταξαν στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους και ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιοι βεβαιώνουν ότι μελετητής είναι η Τεχνική Υπηρεσία του ΟΕΚ στην οποία υπηρετούν, καθώς επίσης υπογράφονται και από τον Πρόεδρο του ΔΣ του ΟΕΚ, ήτοι από πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία και τα οποία ουδέποτε προσβλήθηκαν ως πλαστά από τις ενάγουσες, εν τούτοις, έκρινε αντιθέτως με το περιεχόμενο των πιο πάνω δημοσίων εγγράφων, τα οποία αποτελούσαν πλήρη απόδειξη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτά, μη επιτρεπομένης ανταπόδειξης, ει μη μόνο με την προσβολή αυτών ως πλαστών, ότι αυτά συντάχθηκαν από τις ενάγουσες εταιρίες.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ανωτέρω 262 σχεδιαγραμμάτων με τις γενικές ενδείξεις: "ΕΡΓΟ: ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ ΧΩΡΙΟΥ, ΤΟΠΟΣ ΕΡΓΟΥ: ΛΕΚΑΝΕΣ - ΔΗΜΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ, ΚΥΡΙΟΣ ΕΡΓΟΥ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ (Ο.Ε.Κ.), ΣΥΝΤΑΞΗ ΜΕΛΕΤΗΣ: ΤΕΧΝΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΟΕΚ", αυτά είναι υπογεγραμμένα (κάτω δεξιά) α) από τον Πρόεδρο και το Γραμματέα του Δ.Σ.

του ΟΕΚ, β) από τη Διευθύντρια και τον Αναπληρωτή Διευθυντή των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΕΚ, γ) από τους αρχιτέκτονες μηχανικούς του ΟΕΚ, ι) ... και ιι) ..., ως μελετητές - συντάκτες των σχεδιαγραμμάτων - αρχιτεκτονικών μελετών, ενώ δ) ρητά μνημονεύεται σε αυτά η με αριθμό 80/28.12.2000 απόφαση του Δ.Σ./ΟΕΚ, με την οποία εγκρίθηκαν και φέρουν τη σφραγίδα του Οργανισμού με την ένδειξη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ".

Συνεπώς, τα έγγραφα αυτά (σχεδιαγράμματα), εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, παράγουν, ως δημόσια έγγραφα, πλήρη απόδειξη ότι οι σχετικές αρχιτεκτονικές μελέτες συντάχθηκαν από την αρμοδία τεχνική υπηρεσία του ΟΕΚ και όχι από τις ενάγουσες. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, στηριζόμενο σε μαρτυρικές αποδείξεις, ότι αυτά δεν συντάχθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, αλλά από τις ενάγουσες, προσέδωσε σε αυτά μικρότερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι αυτά ορίζει ο νόμος, ως δημόσια έγγραφα.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ και ο εξεταζόμενος πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος (υπό στοιχεία 5.1, 5.2), είναι βάσιμος. Κατά το μέρος δε που με τα λοιπά σκέλη του ίδιου αναιρετικού λόγου (υπό στοιχεία 5.3, 5.4), το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προβάλλει αιτιάσεις ως προς την ορθότητα της αξιολόγησης των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες, έγγραφα) από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παρών αναιρετικός λόγος, καθότι κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο της ουσίας έχει την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα και κυριαρχικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, προσδίδοντας απλά μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποια από τα ως άνω ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1675/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 479/2010).

Τέλος, κατά το μέρος που με το τελευταίο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου (υπό στοιχείο 5.5) το αναιρεσείον προβάλει αιτιάσεις από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού του ως προς το ύψος της οφειλόμενης για τις μελέτες αμοιβής, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι δεν συνιστά "πράγμα" και συνακόλουθα δεν ιδρύουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 671/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 154/2017), όπως είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί οφειλόμενης μικρότερης αμοιβής, από εκείνη που με την αγωγή του αξιώνει ο ενάγων.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος κατά τα λοιπά σκέλη του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 10.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του πέμπτου, κατά το πρώτο αυτού σκέλος λόγου αναίρεσης, καθώς και του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου, των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, ο οποίος κατέθεσε πρόσθετους λόγους αναίρεσης, παρέστη και κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 589/31.1.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ