Legislator Case Law & Legislation
865/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court accepted unproven facts without evidence in civil case.

Case Number 865/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court accepted unproven factual claims regarding the bank's duty of care without requiring evidence, violating Article 559(10) of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, ruling that the lower court's findings were based on clear, consistent premises and that the disputed facts were properly established as proven within the legal framework.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(10) ΚΠολΔ; The appeal alleging that a court of first instance accepted unproven factual assertions as true without evidence is inadmissible if the appellate court finds that the lower court's evidentiary findings were based on clear, consistent premises and proper legal reasoning.

Keywords

AI generated
Article 559 Code of Civil Procedure unproven factual assertions evidence requirement in civil litigation appellate review standards admissibility of appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 445 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 2251/1994

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 242/2014
Supreme Court 273/2011
Supreme Court 701/2008
Supreme Court 217/2016
Supreme Court 2031/2007
Supreme Court 499/2007
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 1209/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 865 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 865/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Σουριαδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5432/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 965/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/5/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γ( αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από τον αναιρεσιβλήτο προς θεμελίωση της από 28-5-1010 αγωγής αυτού [περί αποζημιώσεως του λόγω της φερομένης ως τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας του αναιρεσειόντος] και πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ 10 ΚΠολΔ, συνιστώντες (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1209/10) ισχυρισμούς (του) χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους του βαρυνομένου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανομένη σ’ αυτήν ρητή παραδοχή "από τις ένορκες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεώς του, από τη νομίμως ληφθείσα .../2013 ένορκη βεβαίωση....από τα προσκομιζόμενα με νόμιμη επίκληση έγγραφα", μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε) η, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ’ αρθ. 561 παρ. 1 (ΑΠ 941/92).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Δεν αποτελεί όμως ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ο μάρτυρας που καταθέτει για γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση αντίληψη και τα οποία έμαθε είτε από τους διαδίκους είτε από μάρτυρα που ήταν ανίκανος για μαρτυρία ή από μάρτυρα που εξαιρέθηκε είτε από πρόσωπο που δεν ήταν αξιόπιστο (ΑΠ 159/01 ΑΠ 907/2016). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 479/10, ΑΠ 907/2006).

Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλοντα από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ.11α και 12 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφενός έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο που ο νόμο αναγορεύει και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του από τον αναιρεσίβλητο προταθέντος μάρτυρος Γ.Σ. "η οποία δεν συγκροτεί το αποδεικτικό μέσο της απόδειξης με μάρτυρα ενόψει του ότι αυτός αποδίδει τη γνώση όσων καταθέτει όχι σε δική του αντίληψη αλλά στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) με αποτέλεσμα να στερείται της νομικής ιδιότητας του μάρτυρα" (559 αρ.11α) και αφετέρου παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον προσέδωσε στην ως άνω μαρτυρική κατάθεση αποδεικτική δύναμη την οποία δεν είχε". (559 αρ.12).

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, ως αβάσιμος. Τούτο, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστά ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο η μαρτυρική κατάθεση προσώπου καταθέτοντος περί πραγμάτων των οποίων τη γνώση αρνείται εκ πληροφοριών των διαδίκων, (όπως στην επικαλούμενη περίπτωση του Γ.Σ.), η οποία συνακολούθως, ορθώς λαμβάνεται υπόψη ανεξαρτήτως από την αξιοπιστία της η περί της οποίας (αξιοπιστίας) εκτίμηση εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησης του (ΑΠ 419/2004).

H περαιτέρω, δια του τετάρτου σκέλους του ιδίου ως άνω πρώτου λόγου της αναιρέσεως, προβαλλομένη από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση υπό την επίκληση της [ανεξαρτήτως των επικαλουμένων με τα λοιπά τρία σκέλη του ως άνω αναιρετικού λόγου πλημμελειών] παραβιάσεως από την προσβαλλομένη απόφαση και της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, κρίνεται απορριπτέα ως ενδεής της απαιτουμένης για την ίδρυση του λόγου αυτού (ως προς την παραβίαση του αρθ.6 της ΕΣΔΑ) περαιτέρω επικλήσεως κενού προστασίας του εσωτερικού δικαίου, αναφορικά με τις επικαλούμενες παραβιάσεις, η οποία αντιθέτως επαρκώς παρέχεται από τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ. ΑΠ 3/08, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1586/08) όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, μεταξύ των οποίων και αυτός της αοριστίας (ΑΠ 669/07), που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), μεταξύ των οποίων και αυτός της προκλήσεως δικονομικής βλάβης από την ακυρότητα της λαβούσας χώρα κλητεύσεως (Ολ.ΑΠ 2/2001). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ.

ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007) έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/96, ΑΠ 434/10, ΑΠ 148/2009) δια των, περί του αντιθέτου, παραδοχών (ΑΠ 1434/10, ΑΠ 1994/14).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, νομοτύπως προταθέντες και στην κατάλυση της θεμελιωτικής της τελευταίας (αγωγής) προϋποθέσεως [της αποδιδομένης δηλαδή σ’ αυτόν υπό την μορφή του δόλου υπαιτιότητας] κατατεινόντας αυτοτελείς ισχυρισμού αυτού "α) ότι τα προϊόντα της ..., στα οποία συμπεριλαμβάνεται το ομολογιακό δάνειο που εξέδωσε, δεν ήταν συνδεδεμένα με τον προσωπικό κωδικό μου στην ......β)ότι δεν υπήρχε πριμ παραγωγικότητας για την πώληση των ομολόγων και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσα να αποκομίσω το παραμικρό όφελος από μια επένδυση του εφεσιβλήτου....και γ)ότι εγώ και τα άλλα μέλη της οικογενειάς μου έχουμε απωλέσει σημαντικά χρήματα ποσά που είχαμε τοποθετήσει σε συμβόλαια επενδυτικών προγραμμάτων".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και εντεύθεν πράγματα, κατά την έννοια της επικαλουμένης ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος συναπτόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι : 1) η ανθρώπινη συμπεριφορά, 2) ο παράνομος χαρακτήρας αυτής, 3) η υπαιτιότητα, 4) η επέλευση ζημίας και 5) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Για την έννοια του παρανόμου δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη συμπεριφορά να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα, αλλά αρκεί ότι αυτή αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και τους σκοπούς του.

Ειδικότερα, το στοιχείο του παρανόμου θεμελιώνεται και σε περίπτωση αντίθεσης της πράξης στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ’ αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.

Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο, εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ’ ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθΛ υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σε αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1198/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ).

Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 290/2011, ΑΠ 1003/2011).

Εξάλλου, οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 Ν.2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" -και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή-, ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα την σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4 α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης εκ μέρους του "προμηθευτή" συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9Θ του ανωτέρω νόμου). Το άρθρο, δε, 8 του ίδιου νόμου ορίζει ότι ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε, αν διέπραξε πταίσμα.

Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας.

Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης. Περαιτέρω από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του:

καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 609/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 179, 495/2013, ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 632/15).

Με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 281, 288, 914, 922 ΑΚ, 8 ν.2251/1994 η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμη την ασκηθείσα απ’ αυτόν έφεση κατά της 5432/2013 πρωτοδίκου αποφάσεως (του ΜΠρΑ) με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) έγινε δεκτή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, η από τον αναιρεσιβλητο κατ’ αυτού εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή με την οποία ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) ζήτησε Την επιδίκαση αποζημιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που φέρεται ότι υπέστη από την σε βάρος του φερόμενη ως διαπραχθείσα από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) αδικοπραξία δεχθείσα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή των προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού επικαλουμένων από τον αναιρεσίβλητο προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά περιστατικά επέβαλαν την αντίθετη κρίση και την απόρριψη αυτής (αγωγής) ως αβασίμου ουσιαστικά.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα’ ακόλουθα, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα: "οι εταιρείες "... ..." (εφεξής ...), "... ..." (εφεξής ...), ως και οι ασφαλιστικές εταιρείες "..." και "...

ΑΕΑΖ" ανήκαν στον όμιλο επιχειρήσεων "...",συμφερόντων Π. Ψ.. Κατά τον Απρίλιο 2009 η εταιρεία "..." προέβη στην έκδοση μονοετούς, κοινού, μη εξασφαλισμένου, ομολογιακού δανείου, κεφαλαίου 5.000.000 ευρώ, με μικτό επιτόκιο 8% ετησίως, διαιρεμένου σε κοινές, έγχαρτες και μη εξασφαλισμένες ονομαστικές ομολογίες, ονομαστικής αξίας εκάστης 50.000 ευρώ, η δε κάλυψη του θα γινόταν τοις μετρητοίς, με ιδιωτική τοποθέτηση.

Η διάθεση και διαχείριση του δανείου αυτού ανατέθηκε από την ως άνω εκδότρια εταιρεία στην "...", η οποία και ορίσθηκε εντολοδόχος πληρωμής του. Το ομολογιακό αυτό δάνειο απευθύνθηκε προς κάλυψη στους υπάρχοντες πελάτες των εταιρειών του ομίλου "..." και κυρίως στους πελάτες των ως άνω ασφαλιστικών εταιρειών, ως και της "...".

Προς τούτο αξιοποιήθηκε το στελεχικό δυναμικό και το υπαλληλικό προσωπικό και της τελευταίας αυτής τράπεζας ("..."), το οποίο ανέλαβε, με την ανά την επικράτεια καταστήματα της, την προβολή και προώθηση του (ομολογιακού δανείου) στο εν λόγω ειδικό επενδυτικό κοινό (καταθέτες-αποταμιευτές της ), ήτοι σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων ,χωρίς τη δυνατότητα εκ των προτέρων επιλογής συγκεκριμένων εξ αυτών, μολονότι ο κύκλος τους ήταν αντικειμενικά προσδιοριστός, λόγω της προϋφιστάμενης συμβατικής σχέσης του (με την εν λόγω Τράπεζα).

Ένα από τα καταστήματα, στο οποίο είχε ανατεθεί η διάθεση των ομολογιών, ήταν το υποκατάστημα της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, υποδιευθυντής του οποίου ήταν ο εκκαλών εναγόμενος. Ο τελευταίος αυτός, που ήταν πιστοποιημένος (από την Τράπεζα της Ελλάδος) επενδυτικός σύμβουλος, είχε (υπο) προστηθεί από την "..." για την διάθεση των ομολογιών στους πελάτες (καταθέτες - αποταμιευτές) του υποκαταστήματος αυτού.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο ενάγων, συνταξιούχος καθηγητής Καναδικού πανεπιστημίου και άπειρος στις επενδύσεις, ήταν από τις αρχές του έτους 2009 πελάτης του ως άνω υποκαταστήματος, διατηρούσε δε προθεσμιακή κατάθεση, με ετήσιο μεικτό επιτόκιο 4%, που έληγε τον Μάιο 2009. Κατά τον χρόνο αυτό και ενόψει της λήξεως της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης, ο εναγόμενος, με πρωτοβουλία του, πρότεινε στον ενάγοντα να τοποθετήσει τα χρήματά του σε ένα νέο επενδυτικό προϊόν του ομίλου, υπό την εγγύηση μάλιστα της "... (δηλαδή στις ως άνω ομολογίες), σε συνάντησή τους δε στο γραφείο του εντός του ως άνω υποκαταστήματος τον διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για απολύτως ασφαλή και συμφέρουσα τοποθέτηση, με καθαρό ετήσιο επιτόκιο 7,2%.

Εξάλλου, οι επιφυλάξεις, ανησυχίες και οι δισταγμοί του ενάγοντος εκάμφθησαν από τις (παραπειστικές) δηλώσεις και (αναληθείς) παραστάσεις του εναγόμενου ότι επρόκειτο για (δήθεν) μηδαμινού ρίσκου επένδυση, προερχόμενη από τον (τάχα) υγιή, φερέγγυο, αξιόχρεω και αδιαμφισβήτητης πίστης όμιλο "...". Oι ειδικές γνώσεις του εναγομένου, οι διαβεβαιώσεις του, το περιβάλλον εντός του οποίου έλαβαν χώρα οι συζητήσεις (ήτοι το υποκατάστημα της ...) και η διαρκής σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Τράπεζας και του ενάγοντος αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες για την απόφαση του (ενάγοντος) να επενδύσει τελικώς ποσό 50.000 ευρώ στο προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν, αγοράζοντας μια ομολογία του ομολογιακού αυτού δανείου.

Προς τούτο, υπέγραψε την από 21.5.2009, απευθυνόμενη προς την εκδότρια του ομολογιακού δανείου (...), αίτηση προεγγραφής, που περιείχε τους τυπικούς όρους του (ομολογιακού δανείου), χωρίς μνεία όμως ότι επρόκειτο για μη εξασφαλισμένο τίτλο, την ίδια δε ημέρα προέβη σε ανάληψη του ποσού 50.000 ευρώ, το οποίο και αμέσως κατέθεσε σε τηρούμενο στην τράπεζα αυτή λογαριασμό της εκδότριας (του ομολογιακού δανείου) ....

Προς απόδειξη της αγοράς της ομολογίας, του χορηγήθηκε (ενάγοντα) η υπογραφόμενη από τον Π. Ψ. από 13.5.2009 βεβαίωση της ..., φέρουσα μάλιστα στην επικεφαλίδα της το λογότυπο της ... (η προβαλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση πλαστότητάς της είναι απαράδεκτη, αφού ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν είναι εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα κατ’ άρθρο 98 ΚΠολΔ).

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο όλος όμιλος "..." ήδη από το έτος 2008 παρουσίαζε φθίνουσα πορεία, εμφάνιζε δε για την εταιρική χρήση του έτους αυτού (2008) ζημιές εκατομμυρίων ευρώ, ειδικώς δε η "..." είχε μηδενικό κύκλο εργασιών, με ζημιές για τη χρήση 2007 681.189,33 ευρώ.

Εξ αυτών καταδηλούται ότι η επίμαχη επένδυση του ενάγοντος ήταν υψηλού κινδύνου. Απόληξη, εξάλλου, της πτωτικής και ζημιογόνου πορείας του ομίλου ήταν η κατά τον Σεπτέμβριο 2009 ολοκληρωτική κατάρρευση και η χρεοκοπία όλων των εταιριών του, μεταξύ των οποίων και η .... Έτσι, η τελευταία περιήλθε σε οριστική αδυναμία αποπληρωμής των ομολογιούχων δανειστών της ,συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος, το επενδυθέν κεφάλαιο της επίμαχης ομολογίας του οποίου απωλέσθηκε ολοσχερώς.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο εξειδικευμένος στις επενδύσεις εναγόμενος γνώριζε τα δυσμενή αυτά οικονομικά στοιχεία του ομίλου και ήταν σε θέση να προβλέψει την επερχόμενη κατάρρευση του, παρότι όμως είχε απορρέουσα από τις αρχές της καλής "πίστεως" και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (281 και 288 ΑΚ), υποχρέωση πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας του ενάγοντος, με την διαφώτιση, πληροφόρηση και συμβουλευτική καθοδήγηση του (ενάγοντος), ως πελάτη της τράπεζας προ της αγοράς της ομολογίας, για την αληθινή κατάσταση της εκδότριας, αλλά και όλου του ομίλου, με σαφή επισήμανση και προειδοποίηση ότι η υπόψη επένδυση ήταν υψηλού ρίσκου, το παρέλειψε υπαιτίως, Συνεπώς, θεμελιώνεται αδικοπρακτική, κατά τις γενικές διατάξεις, ευθύνη του (εναγομένου) και υποχρέωση αποζημιώσεως του ενάγοντος, αφού η επελθούσα περιουσιακή ζημία του (ενάγοντος) των 50.000 ευρώ συνδέεται αιτιωδώς και ήταν απότοκος της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου.

Παραλλήλως, με το δεδομένο ότι ο μη έμπειρος περί τα επενδυτικά προϊόντα ενάγων, που συμβλήθηκε στη συγκεκριμένη συναλλαγή, όχι ως επαγγελματίας πελάτης-επενδυτής, αλλά ευκαιριακώς και ερασιτεχνικώς , αποτελώντας το οικονομικά ασθενέστερο μέρος, υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, κατά τις διατάξεις του ν.2251/1994.

Επομένως, ο εναγόμενος υπέχει αποζημιωτική (εξωσυμβατική) ευθύνη και κατά τις ειδικές διατάξεις των άρθρου 8, ν.2251/1994. Σημειώνεται, ότι η παραδοχή του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων ήταν άπειρος επενδυτής, χαρακτηριζόμενος ως καταναλωτής, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι την 11.8.2009 αγόρασε και δεύτερη (μη επίδικη) ομολογία του ίδιου ομολογιακού δανείου, (καταβληθέντος) ποσού 50.000 ευρώ, υπογράφοντας την από 11.8.2009 αίτηση προεγγραφής.

Λεκτέο, τέλος, ότι με την υπ’ αριθ..../21.4.2010 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, επιβλήθηκε στο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ... Κ. Λ. πρόστιμο 80.000 ευρώ για μη παροχή στοιχείων, ως προς τον χαρακτήρα και το καθεστώς του ως άνω εκδοθέντος ομολογιακού δανείου." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις αναφορικά με το κρίσιμο για τη έκβαση της δίκης ζήτημα, της καταφάσεως ή όχι, δηλαδή, της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, δεχθείσα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τη συνδρομή των προς θεμελίωση της εν λόγω ευθύνης επικληθεισών προϋποθέσεων και ειδικότερα της παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "αποδείχθηκε επίσης ότι ο (προστηθείς από την ...) εξειδικευμένος στις επενδύσεις εναγόμενος (αναιρεσείων) παρότι είχε, απορρέουσα από τις αρχές της καλής πίστεως και των χρη...

συναλλακτικών ηθών υποχρέωση ......,ασφάλειας και προστασίας του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) με τη διαφώτιση, πληροφόρηση και συμβουλευτική καθοδήγηση του ως πελάτη της Τράπεζας προ της αγοράς της ομολογίας, για την αληθινή κατάσταση της εκδότριας αλλά και όλου του ομίλου με σαφή επισήμανση και προειδοποίηση ότι η υπόψη επένδυση ήταν υψηλού ρίσκου, το παρέλειψε υπαιτίως.

Συνεπώς θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου (αναιρεσείοντος) κατά τις γενικές διατάξεις και παραλλήλως, αυτός υπέχει και αποζιωματική ευθύνη κατά τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 8 ν.2251/94 αφού ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή...". Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γινομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες από το αρθρ. 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες, σημειωμένου ότι οι επικαλούμενες περαιτέρω ελλείψεις αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και γενικότερα την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν μπορούν, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να θεμελιώσουν τις προσβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις.

Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στο τρίτο λόγο της αιτήσεως αιτιάσεις, προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου (άρθρο 445 ΚΠολΔ), σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της υπογραφόμενης από τον αναιρεσίβλητο από 21/5/09 αίτησής του περί προεγγραφής του στο ομολογιακό δάνειο της ..., στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέες. Τούτο, διότι σύμφωνα με το επισκοπούμενο και παραπάνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν αρνήθηκε, ότι η εμπεριεχόμενη σ’ αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη του, αλλά συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και αυτό το έγγραφο, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την [από 13-5-16 και με αριθμ..../2016] αίτηση αναιρέσεως της 965/2016 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ