Legislator Case Law & Legislation
671/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559(20) grounds, ruling no document distortion occurred.

Case Number 671/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding pension payments. The appellant argued that the lower court distorted documents by inferring joint receipt of funds based on a shared address, whereas the documents only listed the residence. The court held that the lower court correctly evaluated the evidence and drew a different conclusion based on the actual content of the documents, which constitutes an assessment of evidence not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal for distortion of a document is inadmissible when the court of first instance did not commit a diagnostic error regarding the document's content but rather reached a different evidentiary conclusion based on a proper evaluation of the facts contained therein.

Keywords

AI generated
distortion of document evidence assessment appellate review pension payments shared address diagnostic error Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 671 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 671/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Α. Μ., το γένος Σ. Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Καρέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αλεξόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1489/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1214/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-09-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α`και β` ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. (ΑΠ 333/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 24.11.2016 αγωγή του, που επιτρεπτά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, εξέθετε ότι με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και τον αποβιώσαντα σύζυγό της και θείο του, Α. Μ., ήταν συνδικαιούχοι στους αναφερόμενους στην αγωγή κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους είχαν κατατεθεί χρήματα προερχόμενα και από τη διαχείριση της περιουσίας των γονέων του ενάγοντος μετά τον θάνατο αυτών εκ μέρους του προαναφερόμενου θείου του που είχε ορισθεί επίτροπος του ενάγοντος, λόγω της ανηλικότητάς του, ότι ο θείος του τον κατέστησε συνδικαιούχο των κοινών τραπεζικών λογαριασμών ώστε, σε περίπτωση θανάτου αυτού, ποσοστό 1/2 των ποσών των καταθέσεων να περιέλθει στον ίδιον (ενάγοντα) και το υπόλοιπο 1/2 στην εναγόμενη, ως επιζώντες συνδικαιούχους, ότι δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης, δυνάμει της οποίας να διαφοροποιείται το δικαιούμενο εκ μέρους του ποσοστό του 1/2 των ποσών των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών και ότι μετά τον θάνατο του θείου του, στις 17.6.12009, η εναγόμενη προέβη σταδιακά στην ανάληψη του συνόλου των ποσών των κοινών λογαριασμών τους μετά των τόκων αυτών, ανερχομένων την 17.6.2009, σε 833.405,01 ευρώ, χωρίς να αποδώσει, όπως όφειλε, στον ίδιον το ήμισυ του ως άνω ποσού ύψους 416.702,50 ευρώ, το οποίο και αιτείται.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ, 493 ΑΚ και 1 και 2 παρ.1 του ν.5638/1932, καθόσον γίνεται σ' αυτήν (αγωγή) μνεία της ύπαρξης των κοινών λογαριασμών με τρόπο που να μην ανακύπτουν αμφιβολίες για την ταυτότητά τους, του αριθμού των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών, της ανάληψης από την εναγόμενη ολοκλήρου σχεδόν του χρηματικού ποσού αυτών, της επίκλησης του ανωτέρω άρθρου (2 παρ.1 ν.5638/1932), η οποία υποδηλώνει τη συμφωνία του όρου του άρθρου αυτού, ότι δηλαδή σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, αλλά και του γεγονότος ότι μοναδικοί δικαιούχοι των κοινών λογαριασμών, μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος συνδικαιούχου, θείου του ενάγοντος και συζύγου της εναγόμενης, Α.

Μ., ήταν ο ενάγων και η εναγόμενη και έτσι τα ποσά των κοινών λογαριασμών ανήκαν μόνο κατά το 1/2 στην εναγόμενη.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο τρίτος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικά ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, αφού δεν γίνεται σ' αυτήν (αγωγή) σαφής αναφορά του όρου του άρθρου 2 παρ.1 του ν.5638/1932, του κειμένου των συμβάσεων στις οποίες υφίσταται ο ανωτέρω όρος, ποιο ήταν επακριβώς το ύψος της σύνταξης και ποιοι ήταν οι πρόσοδοι από τη λοιπή περιουσία του ενάγοντος που συντέλεσε στη δημιουργία του ύψους των καταθέσεων, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν.1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί.

Η λειτουργία ωστόσο της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη.

Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο.

Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων.

Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του.

Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ.1 εδ.

α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000).

Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική.

Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν.

Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992).

Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998).

Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη. (ΑΠ 1001/2012). Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν.5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".

Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν.5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ` αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1782/2007).(ΑΠ 863/2020).

Και στην περίπτωση αυτή, όμως, δηλαδή αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο ως άνω πρόσθετος όρος, ο μη αναλαβών συνδικαιούχος αποκτά απαίτηση έναντι του αναλαβόντος για την καταβολή του ποσού της κατάθεσης που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση, αφού, όταν η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση (ΑΠ 1550/2007).

Ωστόσο, για να εξισορροπηθούν οι ανωτέρω εξαιρετικά ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των καταθετών κοινού λογαριασμού και αντιστοίχως οι αυστηρές ρυθμίσεις του σε βάρος των αναγκαίων κληρονόμων, για τους οποίους οι σχετικές διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου (αρθρ. 1825 επ. του Α.Κ.), εισήχθη με τον Αστικό Κώδικα η διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του ν.5638/1932 συντελέσθηκε δωρεά, αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της "νόμιμης μοίρας" ως δωρεά, προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για να εξευρεθεί κατά ποιο τρόπο θα προστατευθούν έναντι της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό οι νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτου, είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η νομική φύση της πραγματοποιουμένης, με την κοινή χρηματική κατάθεση, επιδόσεως υπέρ του συγκαταθέτου της.

Έτσι, όταν κατατίθεται χρηματικό ποσό από χαριστική αιτία σε κοινό λογαριασμό προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού υπολοίπου της καταθέσεως ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιελεύσεως της ωφελείας είναι ο θάνατος του παρέχοντος και η επιβίωση του λήπτη, θα μπορεί να γίνει λόγος για κληροδοσία (αρθρ. 1714 Α.Κ.), μόνον εφόσον θα έχει συνταχθεί νομοτύπως διαθήκη του παρέχοντος.

Διαφορετικά, όπως συμβαίνει συνήθως, θα πρόκειται περί δωρεάς. Η εν λόγω δωρεά θα είναι αιτία θανάτου, αν η συμφωνία των ενδιαφερομένων συγκαταθετών, δηλαδή η εσωτερική τους σχέση, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 2032 ΑΚ, άλλως θα είναι δωρεά εν ζωή. Για να ισχύσει όμως η υπέρ του συγκαταθέτου χαριστική επίδοση ως δωρεά (εν ζωή ή αιτία θανάτου) χρειάζεται και η συνδρομή των λοιπών ουσιαστικών προϋποθέσεων του κύρους των εν λόγω δικαιοπραξιών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 496 επ.

και 2032 ΑΚ και συγκεκριμένα συμφωνία των συγκαταθετών και συμβολαιογραφικό έγγραφο, την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει και στις δύο περιπτώσεις η κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, από όπου τα αποσύρει μετά ο δωρεοδόχος-συγκαταθέτης. Η διάταξη του αρθρ. 117 ΕισΝΑΚ, αποσκοπώντας στην προστασία των νομίμων μεριδούχων, χρησιμοποιεί τον όρο δωρεά με την έννοια όχι μόνο της δωρεάς εν ζωή (αρθρ. 495 επ.

Α.Κ.) αλλά και της δωρεάς αιτία θανάτου (αρθρ. 2032 Α.Κ.). Και τούτο διότι ο νομοθέτης με την ανωτέρω διάταξη θέλησε να προασπίσει τα συμφέροντα των νομίμων μεριδούχων του αποβιώσαντος συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού έναντι των λαβόντων δυνάμει δωρεάς, είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου, χωρίς καμιά διάκριση μεταξύ τους.

Η διαφορά της δωρεάς εν ζωή από αυτήν αιτία θανάτου έγκειται στο ότι στη μεν πρώτη ο δωρεοδόχος αποκτά αμέσως δικαίωμα στο πράγμα που δωρίζεται, ενώ στη δεύτερη δωρεοδόχος, θα απολαύσει ό,τι του δωρήθηκε, μετά το θάνατο του δωρητού Κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της δωρεάς, εκ του οποίου θα κριθεί η έννομη προστασία της νόμιμης μοίρας, αποτελεί η συμπεριφορά του συνδικαιούχου δωρεοδόχου κατά την λειτουργία του κοινού λογαριασμού, εν ζωή του δωρητή.

Δηλαδή, αν, ζώντος του τελευταίου, ο δωρεοδόχος-συνδικαιούχος προέβαινε σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, θα πρέπει να θεωρηθεί ως δωρεά εν ζωή και κατά συνέπεια, ο νόμιμος μεριδούχος, μετά τον θάνατο του δωρητού-συνδικαιούχου θα προστατευθεί με βάση τα άρθρα 1831 και 1835 του Α.Κ.. Αν όμως, όσο ζούσε ο δωρητής- συνδικαιούχος, ο δωρεοδόχος δεν προέβη σε ανάληψη, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκρύπτεται ο όρος της προαποβιώσεως του πρώτου και επομένως πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου.

Στην περίπτωση αυτή και πάλι η δωρεά θα συμπεριληφθεί στην κληρονομία του αποθανόντος συνδικαιούχου για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας του μεριδούχου ως κληροδοσία (άρθρο 2035 Α.Κ.) και χωρίς να εξετάζεται αν έγινε κατά την τελευταία προ του θανάτου του κληρονομουμένου συνδικαιούχου δεκαετία ή την επέβαλαν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον η λόγοι ευπρεπείας (ΑΠ 1081/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Η ύπαρξη δε νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της (ΑΠ 1053/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) τυγχάνει το μοναδικό τέκνο της Ε. συζ. Ι. Μ., ... Λόγω παύσης της γονικής μέριμνας εκ μέρους και των δύο γονέων του ενάγοντος, συνεπεία του θανάτου αυτών, διορίσθηκε επίτροπος του ανηλίκου ο θείος του και σύζυγος της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) Α.

Μ., δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. 4650/1969 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αμέσως μετά τη γέννησή του, την επιμέλεια του ενάγοντος ανέλαβε το ίδρυμα "..." όπου και παρέμεινε μέχρι τη συμπλήρωση των εννέα μηνών, λόγω του θανάτου της μητέρας του, αλλά και της αδυναμίας του πατέρα του να επιμεληθεί του προσώπου αυτού εξαιτίας της αναπηρίας του.

Στη συνέχεια την επιμέλεια του ενάγοντος ανέλαβε ατύπως η φίλη της αποβιωσάσης μητέρας του Μ. Π., στην οικογένεια της οποίας αυτός ανατράφηκε μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα της, ενόψει και της άρνησης του προαναφερόμενου θείου του και της εναγόμενης συζύγου αυτού να αναλάβουν την επιμέλεια του προσώπου του, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν είχαν αποκτήσει τέκνα από το μεταξύ τους γάμο, επικαλούμενοι λόγους υγείας που συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος των γονέων του απέκτησε την κυριότητα ενός διαμερίσματος του ισογείου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ..., καθώς και μίας διώροφης οικίας κτισμένης επί οικοπέδου επιφάνειας 327 τ.μ. που βρίσκεται στο …, τα οποία ήταν εκμισθωμένα και απέφεραν μηνιαία εισοδήματα.

Επιπλέον δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. … απόφασης του Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων, παραχωρήθηκε στον ενάγοντα, λόγω θανάτου του πατέρα του αναπήρου πολέμου, το δικαίωμα εκμετάλλευσης περιπτέρου και λιανικής πώλησης σιγαρέττων εντός αυτού στο ..., ..... το οποίο εκμίσθωνε σε τρίτους αντί μηνιαίων μισθωμάτων...

Ο ενάγων ως ανήλικο τέκνο αποβιωσάντων συνταξιούχων, λάμβανε τη μηνιαία σύνταξη της ανάπηρης σε ποσοστό 100% λόγω απώλειας της όρασης, μητέρας του, .....αλλά και τη μηνιαία σύνταξη του πατέρα του, αναπήρου πολέμου. Τη διαχείριση της ανωτέρω περιουσίας του ενάγοντος είχε αναλάβει ο προαναφερόμενος θείος του, σύζυγος της εναγόμενης, που είχε διορισθεί επίτροπος του ανηλίκου, τόσο κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του, όσο και μετά την ενηλικίωση αυτού και τη λήξη της επιτροπείας του ανηλίκου (άρθρο 1649 του ΑΚ), δεδομένου ότι οι μεταξύ τους σχέσεις υπήρξαν πάντοτε άριστες, ο δε ενάγων αντιμετώπιζε τον θείο του ως δεύτερο πατέρα του, λόγω της απώλειας των γονέων του και είχε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. .....Άλλωστε και η ίδια η εναγόμενη συνομολογεί την εκ μέρους του συζύγου της ανάληψη της διαχείρισης της περιουσίας του ενάγοντος, αλλά και την ύπαρξη ενεργητικού από τη διοίκηση της περιουσίας αυτού κατά τη λήξη της επιτροπείας, ισχυρίζεται όμως περαιτέρω ότι ο σύζυγός της παρέδωσε στον ενάγοντα, κατά την ενηλικίωσή του το έτος 1982, γραπτό κατάλογο ("βιβλίο διαχείρισης") σχετικά με τα επιμέρους στοιχεία της περιουσίας του και τη διοίκηση αυτών και ότι απέδωσε στον ενάγοντα το προκύπτον υπόλοιπο από τη διαχείριση της περιουσίας του, το οποίο αυτός ανάλωσε με τη συμμετοχή του σε επιχείρηση- κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, την οποία ίδρυσε στην ...

τα έτη 1983- 1984.....αλλά και με τη χρηματοδότηση των σπουδών του στο ... του Πανεπιστημίου … όπου αυτός φοιτούσε. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγόμενης δεν αποδεικνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο........ Αντιθέτως, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγόμενης αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα....

Εξάλλου, προέκυψε ότι την 15.07.2003 ο θείος του ενάγοντος, ως καταθέτης, η εναγόμενη σύζυγός του και ο ενάγων, ως συνδικαιούχοι, προέβησαν στη σύναψη με το ... της υπ' αριθ. ... σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης, τρίμηνης διάρκειας με έναρξη την 15.07.2003 και λήξη την 15.10.2003, ποσού 100.000,00 ευρώ με χρήματα που μεταφέρθηκαν από την ...

με την ισόποση υπ' αριθ. ... επιταγή..... Σύμφωνα δε με τον όρο 8 της σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης "Οι καταθέσεις διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 περί κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, όπως συμπληρώθηκε από το Ν.Δ. 951/1971, δηλαδή οιοσδήποτε από τους δικαιούχους δύναται να αναλάβει ολόκληρο ή μέρος του ποσού της κατάθεσης χωρίς τη συγκατάθεση των άλλων, με μόνη τη προσκόμιση του πρωτότυπου τίτλου.

Σε περίπτωση θανάτου οιουδήποτε των δικαιούχων, ο λογαριασμός θα περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες μέχρι και του τελευταίου". Επιπλέον αποδείχθηκε ότι την 28.06.2004 προστέθηκε το όνομα του ενάγοντας ως τρίτου συνδικαιούχου στους κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσε στην ... ο θείος του και η εναγόμενη σύζυγός του, και συγκεκριμένα στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό που ανοίχθηκε την 03.12.1992 και στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που ανοίχθηκε την 06.04.1998. Στις προσκομιζόμενες από 28.06.2004 αιτήσεις- δηλώσεις για την πρόσθεση συνδικαιούχων σε κοινό (διαζευκτικό) λογαριασμό καταθέσεων προβλέφθηκε ρητά ο όρος ότι "Η κατάθεση θα διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 περί κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, όπως συμπληρώθηκε από το Ν.Δ. 951/1971, δηλαδή ο κάθε ένας από τους δικαιούχους της κατάθεσης θα έχει το δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική χρήση του λογαριασμού χωρίς τη σύμπραξη, συγκατάθεση ή έγκριση των άλλων συνδικαιούχων, ακόμη και στην περίπτωση πρόωρης ανάληψης προθεσμιακής ή με προειδοποίηση κατάθεσης, εφόσον βέβαια η πρόωρη αυτή ανάληψη γίνει αποδεκτή από την Τράπεζά σας.

Σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες". Αποδείχθηκε επίσης ότι την 17.12.2008 ο θείος του ενάγοντας, η εναγόμενη σύζυγός του και ο ενάγων προέβησαν στη σύναψη με την ... της υπ' αριθ. ... σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης, μεταφέροντας το ποσό των 400.000,00 ευρώ από τον τηρούμενο στην ίδια Τράπεζα ως άνω υπ' αριθ. ...

κοινό λογαριασμό τους. Στον όρο Ε της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. ... σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης προβλεπόταν ότι "Η κατάθεση θα διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 περί κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, όπως συμπληρώθηκε από το Ν.Δ. 951/1971, δηλαδή ο κάθε ένας από τους δικαιούχους της κατάθεσης θα έχει το δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική χρήση του λογαριασμού χωρίς τη σύμπραξη, συγκατάθεση ή έγκριση των άλλων συνδικαιούχων, ακόμη και στην περίπτωση πρόωρης ανάληψης προθεσμιακής ή με προειδοποίηση κατάθεσης, εφόσον βέβαια η πρόωρη αυτή ανάληψη γίνει αποδεκτή από την Τράπεζα.

Σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες". Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη·, σε όλες τις ανωτέρω συμβάσεις κατάθεσης με τα πιστωτικά ιδρύματα είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932 ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως (Ίδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ' αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος.

Τους ανωτέρω λογαριασμούς τροφοδοτούσαν ο θείος του ενάγοντος και η εναγόμενη σύζυγός του με τα εισοδήματά τους από τις αποδοχές που λάμβαναν ως υπάλληλοι του Υπουργείου Εσωτερικών και στη συνέχεια ως συνταξιούχοι από το έτος 1986, ενώ μέρος των χρημάτων των κοινών λογαριασμών προερχόταν από την διαχείριση εκ μέρους του θείου του ενάγοντος της περιουσίας του τελευταίου.....Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 17.06.2009 απεβίωσε στην … ο Α.

Μ., ο οποίος κατέλιπε ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, τη σύζυγό του εναγόμενη και τον ενάγοντα τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού του Ι. Μ....... Κατά την ημερομηνία θανάτου (17.06.2009) του θείου του ενάγοντος και συζύγου της εναγόμενης, οι ανωτέρω κοινοί λογαριασμοί ταμιευτηρίου που τηρούνταν στην ...

εμφάνιζαν υπόλοιπο 36.872,49 ευρώ ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός και 32.155,76 ευρώ ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός, ενώ ο τηρούμενος στην ίδια Τράπεζα ως άνω υπ' αριθ. ... κοινός προθεσμιακός λογαριασμός εμφάνιζε υπόλοιπο ύψους 400.000,00 ευρώ.... Επιπλέον κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία (17.06.2009) ο τηρούμενος στο ... υπ' αριθ. ... κοινός προθεσμιακός λογαριασμός εμφάνιζε υπόλοιπο 298.500,22 ευρώ......

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά το θάνατο του συνδικαιούχου των λογαριασμών Α. Μ., η εναγόμενη προέβη σταδιακά σε ανάληψη των ποσών των τηρούμενων στην ... κοινών λογαριασμών και τη μεταφορά αυτών σε έτερους τραπεζικούς λογαριασμούς, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο αυτών να ανέρχεται την 15.09.2016 σε 5,07 ευρώ για τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό και σε 16,58 ευρώ για τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, ενώ την 26.09.2016 προέβη σε πρόωρη εξόφληση της τηρούμενης στο ... κοινής προθεσμιακής κατάθεσης λήξης την 30.11.2016, αναλαμβάνοντας ολόκληρο το ποσό αυτής...... Από τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο ενάγων ως επιζών συνδικαιούχος με την εναγόμενη των επίδικων λογαριασμών, δικαιούται να ζητήσει κατ' αναγωγή από αυτήν που ανέλαβε το σύνολο των καταθέσεων, το ήμισυ των ανωτέρω χρηματικών ποσών που ήταν κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς κατά την ημερομηνία θανάτου (17.06.2009) του συνδικαιούχου Α.

Μ., ανερχόμενο σε 383.764,23 ευρώ (36.872,49 ευρώ + 32.155,76 ευρώ+ 400.000,00 ευρώ+ 298.500,22 ευρώ = 767.528,47 ευρώ X 1/2= 383.764,23 ευρώ). Εξάλλου, ..... δεν προέκυψε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών να μην έχει ο ενάγων οποιοδήποτε δικαίωμα επ' αυτών ολικώς ή μερικώς, ούτε η ύπαρξη άλλης εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων των λογαριασμών, δυνάμει της οποίας να κατανέμονται άλλως οι ως άνω λογαριασμοί, και ως εκ τούτου πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, με αποτέλεσμα οι συνδικαιούχοι να έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ο προβληθείς από την εναγόμενη, καταλυτικός ισχυρισμός του τεκμηρίου της διάταξης του άρθρου 493 του ΑΚ περί αποκλεισμού του δικαιώματος αναγωγής του ενάγοντος λόγω του ότι ο ορισμός αυτού ως συνδικαιούχου των επίδικων κοινών λογαριασμών έγινε κατά τη μεταξύ των διαδίκων και του αποβιώσαντος συζύγου της εναγόμενης συμφωνία, αποκλειστικά για τη διευκόλυνση των τελευταίων, ώστε σε περίπτωση που ανέκυπτε ανάγκη και αυτοί δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, να υπάρχει ευχέρεια ανάληψης χρημάτων για τις ανάγκες τους, και ότι καθοριστικός παράγοντας για την προσθήκη του ενάγοντος ως συνδικαιούχου στους κοινούς λογαριασμούς, υπήρξε ένα τροχαίο ατύχημα που αυτοί υπέστησαν το έτος 2004.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο θείος του ενάγοντος, η εναγόμενη σύζυγός του και ο ενάγων προέβησαν ως συνδικαιούχοι στη σύναψη με το ... της υπ' αριθ. ... σύμβασης προθεσμιακής κατάθεσης, ήδη από την 15.07.2003, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του επικαλούμενου από την εναγόμενη τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα το έτος 2004.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα (θέρος του έτους 2003), ο ενάγων και ο θείος του προέβησαν στη διευθέτηση και άλλων οικονομικών ζητημάτων σχετικά με την ακίνητη περιουσία του τελευταίου και συγκεκριμένα αυτός παραιτήθηκε του κληρονομικού του μεριδίου επί των ακινήτων, τα οποία βρίσκονταν στο ...

και αποτελούσαν την κληρονομιαία περιουσία της αποβιωσάσης το έτος 1950 Ε. χηρ. Ν. Μ., μητέρας αυτού και του πατέρα του ενάγοντας Ι. Μ., προκειμένου τα ακίνητα να περιέλθουν στον ενάγοντα δυνάμει της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αυλωναρίου Εύβοιας Αναστασίου Ιωάννη Σαμαρά.

Άλλωστε, οι σχέσεις του ενάγοντα με τον θείο του και την εναγόμενη ήταν ιδιαίτερα στενές, ο δε ενάγων ήταν ο μοναδικός συγγενής τους, ο οποίος τους συνέδραμε καθημερινώς σε οποιοδήποτε θέμα αντιμετώπιζαν και ήταν πάντοτε δίπλα τους, φροντίζοντας για την ικανοποίηση των αναγκών τους, όπως συνομολογείται και από την εναγόμενη.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων των επίδικων κοινών λογαριασμών δεν ήταν σύμβαση εντολής, βάσει της οποίας ο ενάγων ορίσθηκε εντολοδόχος του θείου του και της εναγόμενης απλώς προς διευκόλυνσή τους, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων ουδέποτε προέβη σε τραπεζικές συναλλαγές, καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων, αναφορικά με τους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς προκειμένου να διευκολύνει τους λοιπούς συνδικαιούχους κατά τα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τόσο ο θείος του ενάγοντας, όσο και η εναγόμενη ήταν σε θέση να εκτελούν οι ίδιοι τις συναλλαγές τους με τις Τράπεζες και δεν χρειάζονταν τον ορισμό εντολοδόχου για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Επιπλέον αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, ο ορισμός ενός εντολοδόχου ως συνδικαιούχου σε πλείονες τραπεζικούς λογαριασμούς με ιδιαίτερα υψηλά υπόλοιπα, ακόμη και σε προθεσμιακές καταθέσεις που εκ της φύσης τους έχουν ορισμένη χρονική διάρκεια και προβλέπεται ποινή σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης αυτών, όπως στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων ορίσθηκε συνδικαιούχος στους τέσσερις ως άνω λογαριασμούς, συμπεριλαμβανομένων και των προθεσμιακών καταθέσεων, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες από την εναγόμενη ανάγκες αυτής και του συζύγου της ως συνδικαιούχων των εν λόγω λογαριασμών και εντολέων του ενάγοντος θα μπορούσαν ευχερώς να εξυπηρετηθούν από τον ορισμό αυτού ως συνδικαιούχου σε ένα μόνο λογαριασμό προς εξυπηρέτηση των έκτακτων αναγκών τους για ανάληψη χρημάτων σε περίπτωση ασθένειας ή άλλης ανάγκης.

Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σύμβασης εντολής μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών ή άλλης εσωτερικής σχέσης, ο ενάγων ως επιζών συνδικαιούχος με την εναγόμενη των επίδικων λογαριασμών ασκώντας δικαίωμα αναγωγής, δικαιούται το ήμισυ των ανωτέρω χρηματικών ποσών που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς κατά το χρόνο θανάτου του έτερου συνδικαιούχου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθ. 1489/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη δεχόμενο ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση περί έλλειψης δικαιώματος αναγωγής του ενάγοντος λόγω της υπάρχουσας εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων των επίδικων κοινών λογαριασμών, ήτοι της συνδέουσας αυτούς σύμβασης εντολής, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτών γενομένων και ως ουσιαστικά βάσιμων του πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή (αγωγή) και αφενός υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 200.000 και αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 183.764,23 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 εδ.α και β του ν.5638/1932, "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 489, 491, 493, 822 και 830 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, καθόσον, ειδικότερα, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι α) ότι επρόκειτο περί κοινών τραπεζικών λογαριασμών του Α.

Μ. (συζύγου της αναιρεσείουσας και θείου του αναιρεσιβλήτου), της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου, στους οποίους είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5368/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες, και β) ότι δεν προέκυψε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών να μην έχει ο αναιρεσίβλητος οποιοδήποτε δικαίωμα επ' αυτών ολικώς ή μερικώς ούτε και αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλης εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων των λογαριασμών, δυνάμει της οποίας να κατανέμονται άλλως οι ως άνω λογαριασμοί, και δη ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων των επίδικων κοινών λογαριασμών ήταν, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα, σύμβαση εντολής, τα χρήματα των ένδικων αυτών κοινών λογαριασμών, μετά το θάνατο του συνδικαιούχου Α.

Μ. στις 17-6-2009 (μετά δηλαδή την πλήρωση της τεθείσας αίρεσης) περιήλθαν αυτοδίκαια, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας, κατά το ήμισυ στους επιζώντες συνδικαιούχους, ήτοι στην αναιρεσείουσα και στον αναιρεσίβλητο, χωρίς να μπορεί η πρώτη, ως κληρονόμος του συζύγου της, να αντλήσει δικαιώματα από την εσωτερική σχέση της με τον κληρονομούμενο, στη συνέχεια δε, εφόσον η αναιρεσείουσα συνδικαιούχος ανέλαβε, κατά τις ίδιες παραδοχές, το σύνολο των καταθέσεων, ο αναιρεσίβλητος, ως μη αναλαβών συνδικαιούχος των λογαριασμών, απέκτησε απαίτηση προς καταβολή από την αναλαβούσα αναιρεσείουσα του ημίσεως των ανωτέρω χρηματικών ποσών, που ήταν κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς κατά την ημερομηνία θανάτου του συνδικαιούχου Α.

Μ., αφού το ποσό των καταθέσεων εξακολούθησε να ανήκει στους δύο επιζώντες συνδικαιούχους κατά τη θεμελιώνουσα εκ του νόμου εσωτερική, μεταξύ των συνδικαιούχων, σχέση διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, παραθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αναγκαία για την κρίση ότι συντρέχουν οι όροι των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα α) τους επίδικους κοινούς λογαριασμούς με τους προαναφερόμενους τρεις συνδικαιούχους (ήτοι τον Α.

Μ., θείο του ενάγοντος και σύζυγο της εναγόμενης, τον ενάγοντα και την εναγόμενη), β) την πρόβλεψη στις συμβάσεις των ανωτέρω κοινών λογαριασμών τόσο του δικαιώματος καθενός εκ των συνδικαιούχων για ολική ή μερική χρήση των λογαριασμών, χωρίς τη σύμπραξη, συγκατάθεση ή έγκριση των άλλων, όσο και του όρου του άρθρου 2 του ν.5638/1932, κατά τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες, "έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος", γ) το εμφανιζόμενο υπόλοιπο των ανωτέρω λογαριασμών, κατά το χρόνο του θανάτου του Α.

Μ. (17.6.2009), δ) την εκ μέρους της αναιρεσείουσας, μετά το θάνατο του δικαιούχου Α. Μ., σταδιακή ανάληψη των ποσών των τηρούμενων στην ... κοινών λογαριασμών και τη μεταφορά σε άλλους λογαριασμούς, ε) την έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών για αποκλεισμό του ενάγοντα από το δικαίωμα χρήσης (ολικής ή μερικής) της κατάθεσης και των λογαριασμών και την μη απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών είναι η σύμβαση εντολής, βάσει της οποίας ο αναιρεσίβλητος ορίσθηκε εντολοδόχος του θείου του και της αναιρεσείουσας, απλώς προς διευκόλυνσή τους, ώστε σε περίπτωση που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν να υπάρχει ευχέρεια ανάληψης χρημάτων για τις ανάγκες τους και στ) την μη ύπαρξη άλλης εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών.

Η ανωτέρω παραδοχή, ότι δεν υφίσταται καμία εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων των λογαριασμών, δεν είναι αντιφατική με την έτερη παραδοχή ότι τα χρήματα των καταθέσεων προέρχονται και από χρήματα του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, οι πρώτος και όγδοος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που θεμελιώνεται σε αιτιάσεις για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε για το πόρισμά του την ανωτέρω διάταξη ούτε και έσφαλε από τη μη εφαρμογή της, αφού είχε απορρίψει το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως προβληθέντα απαραδέκτως.

Επίσης, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων δεν μπορεί να διαγνωστεί, καταλήγοντας έτσι στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 493 ΑΚ και όχι στις διατάξεις της εντολής ή της δωρεάς αιτία θανάτου, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές για ποιο λόγο δεν στοιχειοθετείται σύμβαση εντολής ή έστω δωρεάς αιτία θανάτου, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου αποδεικτικού πορίσματος ότι δεν αποδείχθηκε σύμβαση εντολής ή άλλη εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών.

Ομοίως, απαράδεκτοι είναι οι ανωτέρω λόγοι και ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, αφού με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 1588/2017).Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 250/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς της α) ότι τόσο η ίδια όσο και ο αποβιώσας σύζυγός της υποβλήθηκαν σε δύο χειρουργεία, που συντέλεσαν στο να προστεθεί το όνομα του ενάγοντος στους κοινούς λογαριασμούς, β) ότι, επικουρικά, η εσωτερική σχέση που διέπει τους κοινούς λογαριασμούς είναι δωρεά αιτία θανάτου την οποία ανακάλεσε, γ) ότι το δικαίωμα του ενάγοντα να αποκτήσει την κατάθεση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της προαποβίωσης όλων των λοιπών συνδικαιούχων και την εξουσιαστική αίρεση να υπάρχει υπόλοιπο στους λογαριασμούς κατά το χρόνο θανάτου αυτών και δ) το επικουρικό αίτημα περί ακυρότητας της συντελεσθείσας δωρεάς αιτία θανάτου κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, ως προς την πρώτη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι ο σχετικός "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών, που αυτή προέβαλε αμυνόμενη κατά της ένδικης αγωγής.

Ως προς τη δεύτερη αιτίαση, ήτοι ότι η εσωτερική σχέση που διέπει τους κοινούς λογαριασμούς είναι δωρεά αιτία θανάτου την οποία ανακάλεσε, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων των επίδικων κοινών λογαριασμών δεν ήταν σύμβαση εντολής και ""δεν προέκυψε...

η ύπαρξη άλλης εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων των λογαριασμών...". Ως προς την τρίτη αιτίαση, είναι επίσης αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου να αποκτήσει την κατάθεση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της προαποβίωσης όλων των λοιπών συνδικαιούχων, και συνεπώς και της ιδίας, και τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην ανάληψη πριν την πλήρωση της αίρεσης και ότι, ως εκ τούτου, το ποσό της κατάθεσης ανήκε στους δύο επιζώντες συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση, οπότε ο μη αναλαβών συνδικαιούχος έχει τη σχετική απαίτηση και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο προαναφερόμενος πρόσθετος όρος.

Ομοίως, αβάσιμος είναι ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος και ως προς την τέταρτη αιτίαση, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί ακυρότητας της συντελεσθείσας δωρεάς αιτία θανάτου κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα της, πλην όμως τον απέρριψες ως απαράδεκτο..

Σε κάθε περίπτωση, ο αμέσως ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρείουσας είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δεν διέγνωσε, ότι με την κατάθεση στους κοινούς λογαριασμούς πραγματοποιήθηκε δωρεά, ώστε να κριθεί αυτή κατά τις διατάξεις περί νόμιμης μοίρας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, καθώς και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί, έτσι, στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚπολΔ (ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 483/2011, ΑΠ 2120/2007).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής σχετικά με τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην αποταμίευση των κοινών λογαριασμών και για συμψηφισμό της ανταπαίτησής της λόγω προσβολής της νόμιμης μοίρας της.

Οι λόγοι αυτοί δεν ιδρύουν την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ενιαίως κρινόμενοι, είναι απαράδεκτοι.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). (ΑΠ 498/2018, ΑΠ 950/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της, ότι το όνομα του αναιρεσίβλητου τέθηκε στους κοινούς λογαριασμούς στο πλαίσιο εντολής, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, δηλαδή α) την 68603/1.7.2003 επιστολή για την εξόφληση δανείου του ..., που αφορούσε την αγορά του σπιτιού της αναιρεσείουσας, β) το από 15.5.2003 εισιτήριο και από 2.6.2003 εξιτήριο και την καρτέλα εισαγωγής στο νοσοκομείο "..." του συζύγου της αναιρεσείουσας και γ) την 365/7.2.2003 βεβαίωση του ανωτέρω νοσοκομείου για την επέμβαση στην οποία η ίδια υποβλήθηκε στις 17.7.2003.

Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), στην οποία ρητά αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους νόμιμα με επίκληση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προσκομίζονται δε νόμιμα με επίκληση και πάλι στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό και με νέα έγγραφα που παραδεκτά προσκομίζονται από τους διαδίκους το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατ' άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ και λαμβάνονται υπόψη αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ.2 του ως άνω άρθρου ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσης τους....", σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και τα έγγραφα αυτά, χωρίς κατά νόμο να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός εγγράφου.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό.

Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.

και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).

Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/2016, ΑΠ 677/2015). Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην εκκαλούμενη απόφαση η από τον αρ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικά ότι, αν και οι διατάξεις του ν.5638/1932 καθιερώνουν κανόνες εξαιρετικού δικαίου και ο επικαλούμενος την εξαίρεση φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης των προϋποθέσεών της και ο ενάγων όφειλε να επικαλεστεί με την αγωγή συγκεκριμένα τους κοινούς λογαριασμούς, το χρόνο σύναψής τους, το χρόνο που κατέστη δικαιούχος και την ύπαρξη του όρου του άρθρου 2 του ν.5368/1932 και να αποδείξει όλα τα ανωτέρω, πράγμα που δεν έπραξε, εντούτοις, η προσβαλλόμενη απόφαση, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τους κανόνες για το βάρος της απόδειξης, δέχτηκε ότι υφίσταται στους αναφερόμενους κοινούς λογαριασμούς ο όρος του άρθρου 2 του ν.5638/1932.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, ώστε να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης, καθώς και μνεία ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση αποδεικτικής δύναμης.

Εξάλλου, ούτε και ο από τον αρ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος περί εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων περί του βάρους απόδειξης, δύναται να ιδρυθεί, καθόσον δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο κρίνοντας ότι με την αγωγή γίνεται επίκληση τόσο των κοινών λογαριασμών και των δικαιούχων αυτών, όσο και της ύπαρξης του όρου του άρθρου 2 ν.5638/1932, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε άλλη εσωτερική σχέση από την οποία να αποκλείεται ολικώς ή μερικώς το δικαίωμα του ενάγοντος και εφαρμόζοντας, στη συνέχεια, την διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, δεν παραβίασε του κανόνες περί του βάρους απόδειξης.

Κατά το άρθρο 559 αρ.17 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Εντεύθεν συνάγεται, ότι η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 2061/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού και να προσδιορίζονται με ακρίβεια η αντίφασή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια περί αντιφατικών διατάξεων της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικά ότι, ενώ δέχεται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το κονδύλιο των τόκων ύψους 32.938,27 ευρώ και να το απορρίψει ως μη νόμιμο, χωρίς σχετικό αίτημα, δεν προβαίνει στην ίδια αυτεπάγγελτη έρευνα του ισχυρισμού της για ακυρότητα της συντελεσθείσας δωρεάς αιτία θανάτου κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα.

Ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού προκειμένου να κριθεί αν η εκτέλεση της απόφασης λόγω των αντιφάσεων καθίσταται αδύνατη. Εξάλλου, τα πιο πάνω αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης δεν στοιχειοθετούν αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεων, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της..

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016). (ΑΠ 262/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το ένατο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί ότι από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά καταβολής συντάξεων μηνός Αυγούστου 1988 και μηνός Αυγούστου 1989 καθώς και από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής μερισμάτων του ...

περιόδων Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου 1988, Μαρτίου- Απριλίου 1988 και Νοεμβρίου- Δεκεμβρίου 1988, που αναφέρουν ως διεύθυνση του αναιρεσίβλητου την οδό ... 15- 17, όπου διέμενε η αναιρεσείουσα μετά του συζύγου της, αποδεικνύει και το γεγονός ότι εισπράττονταν τα χρήματα αυτά από την ίδια και τον σύζυγό της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αφού δια των εγγράφων αυτών αναφορά της διεύθυνση της διαμονής της αναιρεσείουσας και του συζύγου της γίνεται και όχι ότι αυτοί εισέπραξαν και τα χρήματα.

Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στα έγγραφα αυτά, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί η αναιρεσείουσα.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.9.2020 αίτηση της Ε. χας Α. Μ. για αναίρεση της 1214/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ