Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appellate court did not address substantive law arguments regarding employment contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on her employment contract dispute. The appellant argued the First Instance Court erred in law by failing to apply specific constitutional and labor code provisions regarding single employment contracts. The Court ruled these arguments inadmissible because the appellate court had already rejected the appeal as inadmissible and did not rule on the substantive legal issues raised.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 566 § 2 KPolD; An appeal is inadmissible if the appealed judgment rejected the lower appeal as inadmissible, as the appellant cannot challenge the substantive law reasoning that was never examined by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 404 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 404/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Σ. του Ε., κατοίκου … Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, o oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Σώματος Κοινωνικής Επιθεώρησης (ΣΕΠΕ) Γλυφάδος, που εδρεύει στη Γλυφάδα και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και
3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΜΑΜΙΚΟΥ» (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Τα πρώτο και δεύτερο εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Το τρίτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λουκά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.06.2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3179/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2146/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.12.2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Για την ίδρυση λόγου αναίρεσης, από τους περιοριστικά διαλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να είναι λυσιτελής, δηλαδή η επικαλούμενη στην αίτηση αναιρέσεως πλημμέλεια να δύναται να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων να αντλεί ωφέλεια από την αποδοχή του , άλλως ο αλυσιτελής λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 879/2017). Λυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης όταν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αφορά βλάβη προκύπτουσα από τις παραδοχές και κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες στηρίζει το διατακτικό της. Επομένως, είναι αλυσιτελείς οι λόγοι αναίρεσης στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και με την αίτηση αναίρεσης ο εκκαλών–αναιρεσείων πλήττει την εφετειακή απόφαση με λόγους μη αναγόμενους επί του απαραδέκτου που αφορά το δεδικασμένο σε βάρος του, αλλά στο νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής, καθόσον το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις διατάξεις αυτές, τις οποίες επομένως δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε και τέθηκε θέμα υπαγωγής πραγματικών γεγονότων στους εν λόγω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
[II] Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 28.06.2010 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών – την οποία έστρεψε κατά των εναγομένων (1) Σώματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Γλυφάδος (ΣΕΠΕ), ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, και (2) Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), και ήδη τρίτου των αναιρεσιβλήτων – ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε στο πλαίσιο προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage) του δευτέρου εναγομένου ΝΠΔΔ ΟΑΕΔ (υπεύθυνου φορέα του προγράμματος) από το πρώτο εναγόμενο ΣΕΠΕ, ως φορέα υλοποίησης του προγράμματος αυτού, με διαδοχικές συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχολήθηκε βάσει αυτών στο τελευταίο (ΣΕΠΕ) από 09.03.2007 έως 04.06.2010, ως διοικητική υπάλληλος κατηγορίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), όπως ακριβώς και το μόνιμο προσωπικό αυτού. Ότι, οι ως άνω συμβάσεις της στην πραγματικότητα δεν αφορούσαν την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας της επί ορισμένου χρόνου, όπως προσχηματικά χαρακτηρίστηκαν, αλλά συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Και με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με το πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου εκ της αρχικής προσλήψεώς της, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, γ) να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, εις ολόκληρον το καθένα, να της καταβάλουν εντόκως τα αιτούμενα ποσά ως μισθούς υπερημερίας, λόγω της άκυρης καταγγελίας και δ) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της στο μέλλον δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, με την απειλή χρηματικής ποινής. Επικουρικώς, για την περίπτωση που κριθεί ότι παρείχε την εργασία της στο πρώτο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι απλή σχέση εργασίας, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, εις ολόκληρον το καθένα να της καταβάλουν εντόκως το αιτούμενο ποσό ως αποζημίωση απόλυσης και όλως επικουρικώς να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με το πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την 3179/2013 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς όλα τα αιτήματά της (κύρια και επικουρικά) ως μη νόμιμη, αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, 21 Ν. 2190/1994 (όπως προστέθηκε με το άρθρ. 20 § 4 Ν. 2738/1999) και 2 § 2β' ΠΔ 164/2004. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 10.01.2015 έφεσή της, την οποία έστρεψε κατά των ως άνω δύο εναγομένων αλλά και του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη 2146/2018 απόφασή του, με τις παραδοχές ότι:
(α) η έφεση στρεφόμενη κατά του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ήδη δεύτερου των εφεσιβλήτων (αναιρεσιβλήτων) είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά μη διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη (άρθρ. 517 ΚΠολΔ),
(β) η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου -εφεσιβλήτου (αναιρεσίβλητου) ΣΕΠΕ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι τούτο αποτελεί υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, στερούμενο νομικής προσωπικότητας και επομένως δεν έχει ικανότητα διαδίκου (άρθρ. 62 § 1 ΚΠολΔ) και
(γ) η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου -εφεσιβλήτου (αναιρεσίβλητου) ΟΑΕΔ είναι απαράδεκτη ως παθητικώς ανομιμοποίητη (άρθρ. 68 ΚΠολΔ), διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν έφερε την ιδιότητα του εργοδότη, απέρριψε την έφεση κατά του δευτέρου των εκκαλούντων και κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ έκανε δεκτή την έφεση κατ’ ουσίαν ως προς τους πρώτο και τρίτο των εφεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή.
Με τους λόγους αναίρεσης κατά της άνω Εφετειακής απόφασης, η αναιρεσείουσα αιτιάται αυτή, διότι (κατά τα εκτιθέμενα στους τρεις λόγους αναίρεσης), όπως και η πρωτόδικη, εσφαλμένα έκρινε ότι δεν απασχολείτο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 103 §§ 2, 7 & 8 του Συντάγματος, 21 Ν. 2190/1994 και 2 § 2β' ΠΔ 164/2004, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου εκ της μη εφαρμογής τους, τις διατάξεις των άρθρων 648, 669 έως 672, 174, 181, 281 ΑΚ, 6 ν. 765/1943, 1 & 8 ν. 2112/1920 και του Ενωσιακού δικαίου και δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες σχετικούς λόγους εφέσεώς της, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες των αριθμών (κατ’ εκτίμηση) 1, 19 & 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, το Εφετείο, απορρίπτοντας, κατά τα άνω, την έφεση ως προς το δεύτερο εκκαλούν (2ο αναιρεσίβλητο) ως απαράδεκτη και την αγωγή κατά των εναγομένων (1ο & 3ο των αναιρεσιβλήτων) επίσης ως απαράδεκτη, δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις επικαλούμενες αυτές διατάξεις, που αφορούν το νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής, στο οποίο ουδόλως εισήλθε, τις οποίες, επομένως, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ούτε και τέθηκε θέμα υπαγωγής πραγματικών γεγονότων από την προσβαλλομένη, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ουδόλως δε, στην αίτηση, περιλαμβάνονται λόγοι αναίρεσης αναφορικά με την κρίση του Εφετείου για την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης. Και ναι μεν στην κρίση αυτή, την οποία βάλλει η αναιρεσείουσα, στήριξε την απόφασή του το Πρωτοδικείο, πλην όμως η απόφαση αυτού εξαφανίστηκε από το Εφετείο, ώστε να μην παράγει δεδικασμένο, και σε κάθε περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν μπορεί να έχουν επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να απορριφθούν.
[III] Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, η οποία θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία τους διεξάγεται από το ΝΣΚ (άρθρ. 22 §§ 1 & 3 ν. 3693/1957). Ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο, έξοδα υπέρ του δεν θα επιδικασθούν ελλείψει αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.12.2019 και με αριθμό καταθέσεως 16/3/2-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2146/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ