Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to death of defendant before oral hearing concludes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Second Instance Court's decision, ruling the proceedings terminated due to the defendant's death before the oral hearing concluded. The appellant argued the lower court erred in accepting the abuse of rights claim, but the court found the appeal inadmissible because the trial was legally suspended upon the death of a party. Consequently, the appeal was rejected, and the bank was ordered to pay the heirs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the same Code: The trial is suspended when a party dies after the appeal request is filed but before the oral hearing concludes, requiring notification of the death to the opposing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 574 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της αρχικής αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Στάικο, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Θ., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Σφακιανάκης και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του 1)Σ. - Α. χήρα Ε. Π., το γένος Π. Δ., κατοίκου ..., 2)Σ. - Τ. Π. του Ε., ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Α. Μ. του Κ., κατοίκων ..., και 3)Μ. συζ. Μ. Γ., το γένος Ε. Π., κατοίκου .... Οι δύο πρώτες εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σφακιανάκη και η 3η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ... με την από 9/7/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 3/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ως και εκείνων των άρθρων 35, 1710, 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός (ενταύθα θάνατος), δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση για την επανάληψη της διακοπείσας δίκης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά με τους κληρονόμους του θανόντος διαδίκου (ΑΠ 103/2017, ΑΠ 807/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα το με αρ. …/27.12.2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του αναιρεσίβλητου Ε. Π. που έχει συντάξει ο ληξίαρχος … και το με αριθ. …/2017 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του γραμματέα του Ειρηνοδικείου …, προκύπτει ότι στις 25.12.2016, ήτοι μετά την άσκηση στις 10.7.2014 της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε ο ως άνω αναιρεσίβλητος, ο οποίος με την από 10.12.2016 ιδιόγραφη διαθήκη του, κατέλιπε μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του την σύζυγό του Σ. - Α.
Π. το γένος Π. Δ., τις θυγατέρες του Σ. - Τ. Π. του Ε. και Μ. σύζυγο Μ. Γ. το γένος Ε. Π. και την εγγονή του Α. Μ. του Κ. και Σ. - Τ. Π., ανήλικη θυγατέρα της πρώτης θυγατέρας του, νομίμως εκπροσωπουμένης, στις οποίες κατέλιπε τα αναγραφόμενα σε αυτήν δήλα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούσαν την περιουσία του. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υπόθεσης, δια του νομίμως παρισταμένου εκπροσωπούντος αυτές πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Σφακιανάκη, τον θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού.
Ενόψει αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα Τράπεζα η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων του άνω θανόντος αναιρεσίβλητου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτού.
Με την από 9.7.2014 και με αριθ. κατάθ. …/10.7.2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 14/7.2.2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθ. 21/28.1.2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η από 8.3.2012 και με αριθ. κατάθ. …/2012 έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και οι με ίδιο δικόγραφο ασκηθέντες από 8.10.2013 πρόσθετοι λόγοι έφεσης αυτού, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει, κατά παραδοχή ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 28.5.2008 και με αριθ.
κατάθ. …/3.6.2008 αγωγή αυτού και στη συνέχεια έγινε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σύνολό της δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η παραστάσα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης Τράπεζα με την επωνυμία "...
ΑΕ", να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 19.529,57 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 10 Ιουνίου 2014, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Π.
Π., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 10 Ιουλίου 2014 με αριθ. κατάθ. …/10.7.2014. Η αίτηση αναίρεσης, επομένως, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρο 91 παρ.1 του κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύοντος Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όπως ίσχυσε μετά την προσθήκη του εδ.
β` αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 4272/1962 και την αντικατάσταση του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, ορίζεται ότι η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσης νομικές εργασίες.
Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο της σύναψής της. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα, ορίζεται ότι σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και των εν γένει δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθ. 98 επ.
του Κώδικα των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από τον χρόνο σύναψης της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους κατ' άρθ. 454 ΑΚ, παραίτηση κατ` άρθ. 156 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, σύμφωνα με τα άρθρα 174, 180 ΑΚ.
Συνεπώς ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν` αντιτάξει κατά της απαίτησης του το ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, είναι άκυρη.
Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, υπό τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε περαιτέρω απαίτηση του για λήψη δικηγορικής αμοιβής, το περιεχόμενο της τυχόν έγγραφης παραίτησης του και οι εν γένει λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες αξιώνεται η λήψη της δικηγορικής αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων ελάχιστα όρια, μπορούν ν' ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντίθεσης της συμπεριφοράς αυτού στην καλή πίστη στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραίτησης, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής δυνατόν κατά τις περιστάσεις να καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκηση της (ΑΠ 1512/2010).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2001). Η ανωτέρω διάταξη του ΑΚ 281 έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται δε και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1, 98 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 34/2005, ΑΠ 976/2011, ΑΠ 853/2010, ΑΠ 1038/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και τα εξής: "Ο ενάγων [και ήδη αναιρεσίβλητος], ο οποίος είναι δικηγόρος Ρόδου, κατόπιν προφορικών εντολών της εναγομένης [και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας] από το έτος 1991 μέχρι το έτος 2003 αναλάμβανε υποθέσεις δικαστικές και εξώδικες για διεκπεραίωσή τους, χωρίς να γίνει έγγραφη συμφωνία για τον τρόπο αμοιβής του.
Μετά την εκτέλεση και διεκπεραίωση των υποθέσεων, ο ενάγων υπέβαλλε πίνακες αμοιβών και εξόδων προς την εναγομένη, η οποία και ενέκρινε τις αμοιβές του, μετά περικοπή ορισμένων ποσών, το οποίο αποδεχόταν ο ενάγων. Παρά την ύπαρξη της υπ' αριθμ. .../1994 εγκυκλίου της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης που, κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων από το Ν. 3026/1954 (Κώδικα περί Δικηγόρων), όριζε ότι "οι δικηγόροι που συνεργάζονται μαζί της θα λαμβάνουν ως αμοιβή τα ποσά των γραμματίων προείσπραξης προσαυξημένα κατά 20% έως 40% ανάλογα με την απασχόληση και το είδος της υπόθεσης", από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ειδική συμφωνία και παραίτηση του ενάγοντος από τα κατώτατα όρια αμοιβής, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων.
Έτσι στα πλαίσια της ως άνω ανατεθείσας στον ενάγοντα εντολής, ο τελευταίος προέβη στις παραπάνω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες: Α. Για απόκρουση της υπ' αριθμ. …/2000 ανακοπής των Ε. Κ., Ε. Κ., Β. Κ. και Τ. Κ. κατά της υπ' αριθ. 492/2000 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ποσού 72.252.132 δραχμών (ήδη 212.038,53 ευρώ), που εξέδωσε η εναγομένη σε βάρος τους για απαιτήσεις της από αλληλόχρεο λογαριασμό, ο ενάγων προέβη α) στη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των από 28.2.2001 προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, β) στην παράσταση στις 1.3.2001 κατά τη συζήτηση της ανακοπής, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 227/2001 απόφαση του άνω δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ανακοπής, γ) στη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των από 14.1.2003 προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και δ) στην παράσταση στις 6.2.2003 κατά τη συζήτηση της ανακοπής, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 73/2003 απόφαση του άνω δικαστηρίου που κήρυξε εκ νέου απαράδεκτη τη συζήτηση της ανακοπής.
Β. Για απόκρουση της υπ' αριθ. …/2000 αγωγής των Ε. Γ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" κατά της εναγομένης, προέβη α) στις 7.12.2000 στην παράσταση στη συζήτηση της αγωγής κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 2.10.2003, β) στη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση στις 3.12.2003 της υπ' αριθ. …/2003 κλήσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου για προσδιορισμό νέας δικασίμου για συζήτηση της αγωγής, γ) στη σύνταξη των από 7.7.2004 δύο αυτοτελών παραγγελιών επίδοσης αντιγράφων της κλήσης με πρόσκληση προς τους ενάγοντες για προσέλευση στο γραφείο του την 1.9.2004 για να επιχειρηθεί η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, δ) στη σύνταξη της από 1.9.2004 δήλωσης διαπίστωσης αποτυχίας της απόπειρας συμβιβασμού, ε) στη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των από 16.9.2004 προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, στ) στην παράσταση στις 7.10.2004 κατά τη συζήτηση της αγωγής και ζ) στη σύνταξη και υπογραφή των από 16.9.2005 αυτοτελών παραγγελιών επίδοσης αντιγράφων προς τους ενάγοντες της υπ' αριθμ. 74/2005 απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση υπολόγισε την αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου για τις προεκτεθείσες ενέργειες, με βάση τα ελάχιστα όρια που προβλέπουν οι περί τούτου σχετικές διατάξεις των άρθρων 100, 103, 106 παρ. 4, 107, 109, 118, 134, 162 και 176 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως και τα έξοδα στα οποία αυτός υποβλήθηκε (έξοδα φωτοτυπιών διαφόρων εγγράφων, έξοδα επίδοσης της πιο πάνω απόφασης, αγορά μεγαρόσημων), στα συνολικά χρηματικά ποσά των 8.553, 34 και 12.565,87 ευρώ αντιστοίχως και, μετά την αφαίρεση των ποσών που του είχαν καταβληθεί από την εναγομένη Τράπεζα συνολικού ύψους 909,64 ευρώ για την διεκπεραίωση των υπό στοιχείο (Α) ενεργειών και 680 ευρώ για την διεκπεραίωση των υπό στοιχείο (Β) ενεργειών, το ως άνω δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως δικηγορική του αμοιβή, τα χρηματικά ποσά των 7.643,70 και 11.885,87 ευρώ αντιστοίχως και συνολικά 19.529,57 ευρώ.
Εξ άλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την ένσταση περί κατάχρησης δικαιώματος που πρότεινε τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση η εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, δεχόμενο ως προς αυτήν (ένσταση) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν γνωστοποίησε στην εναγομένη την πρόθεσή του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή για τις ανωτέρω υποθέσεις που αυτή του ανέθεσε, αν και γνώριζε ότι η εναγομένη από το έτος 1994 και εντεύθεν είχε καθιερώσει με βάση την υπ' αριθμ. .../1994 εγκύκλιο της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών της, κατώτερες των νομίμων αμοιβές για τους συνεργαζόμενους δικηγόρους.
Το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων αποδεχόταν τις αμοιβές αυτές και συμφωνούσε σιωπηρά να ενταχθεί στο καθιερωμένο από την εναγομένη σύστημα αμοιβών των συνεργαζόμενων με αυτήν δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη του ενάγοντος να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση, και αν ακόμη δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι είχε αποδεχθεί τις μη νόμιμες αμοιβές της εγκυκλίου, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του να ζητήσει τη νόμιμη αμοιβή του, αφού η ως άνω παράλειψη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεων του ενάγοντος και η απόκρουση των επιβαλλομένων από την εναγομένη μικρότερων των νομίμων αμοιβών, αντικειμενικά εκτιμωμένη, να παρέχει την έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίφαση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Η παράλειψη αυτή δεν υπερβαίνει τα όρια των αρχών αυτών, έστω και αν είχε την επικαλουμένη από την εναγομένη συνέπεια, δηλαδή ότι την απέτρεψε να προσφύγει στις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου ή σε δικηγόρο που θα απασχολεί με πάγια αμοιβή, αφού η δυνατότητα της εναγομένης να καταβάλει σε άλλο δικηγόρο μικρότερη από την οριζόμενη στο νόμο αμοιβή, δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο αποφυγής της αμοιβής αυτής και μάλιστα τρόπο που όφειλε κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να αποτρέψει ο ενάγων.
Εξάλλου από το γεγονός ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα διάφορα ποσά, ως αμοιβή για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες και ο τελευταίος εξέδιδε αποδείξεις χωρίς μνεία σ' αυτές για οριστική εξόφληση, καθίσταται σαφής η πρόθεσή του να αξιώσει την προβλεπομένη νόμιμη αμοιβή του. Ας σημειωθεί δε, ότι μετά το πέρας της συνεργασίας των διαδίκων, που διακόπηκε το έτος 2004 με πρωτοβουλία του ενάγοντος, ο τελευταίος συνέχισε να υποβάλλει στην εναγομένη πίνακα εξόδων και αμοιβών, με τον ίδιο τρόπο που έκανε και στο παρελθόν για άλλες υποθέσεις, ζητώντας αμοιβές με βάση τον Κώδικα περί δικηγόρων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως βάσιμους τους περί τούτου λόγους έφεσης και τους με ίδιο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δικηγόρου, με τους οποίους αυτός παραπονείτο για την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της προταθείσας από την εναγομένη Τράπεζα ένστασης κατάχρησης δικαιώματος ως κατ' ουσία βάσιμης, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα εκκαλουμένη υπ' αριθ. 21/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή του ενάγοντος, κατά παραδοχή ως κατ' ουσία βάσιμης της άνω ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, και δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσία βάσιμη στο σύνολό της και επιδίκασε στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 19.529,57 ευρώ, ως δικηγορική αμοιβή αυτού, νομιμοτόκως.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο δεκτά πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Και τούτο διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ουδέποτε κατήρτισε, έστω και σιωπηρά, συμφωνία με την οποία αποδεχόταν τη λήψη αμοιβής μικρότερης της νόμιμης, παρότι ήταν σε γνώση της ως άνω εγκυκλίου, (η οποία μάλιστα είναι μεταγενέστερη του χρόνου έναρξης της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων το έτος 1991), ο ίδιος μετά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων υπέβαλλε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα πίνακες αμοιβών με βάση τον Κώδικα περί δικηγόρων και εξόδων που ενέκρινε αυτή με μικρές περικοπές τις οποίες ο ενάγων αποδεχόταν, ο ίδιος επίσης στις εκδιδόμενες από αυτόν αποδείξεις δεν έκανε μνεία περί οριστικής εξόφλησης, ενώ η παράλειψη αυτού να ενημερώσει την εναγομένη ότι δεν στέργει στη λήψη αμοιβής μικρότερης των οριζομένων από τον Κώδικα δικηγόρων κατωτέρων ορίων δεν δικαιολογεί την δημιουργία πεποίθησης σε αυτήν (η οποία μάλιστα κατά τους ισχυρισμούς της στην αίτηση αναίρεσης διατηρεί οργανωμένη νομική υπηρεσία), ότι δεν επρόκειτο να προβεί στη διεκδίκηση των νομίμων αξιώσεών του.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά την περίπτωση γ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, είναι τόσο η μη λήψη υπόψη ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, οσάκις αυτή επιτρέπεται, όσο και η μη λήψη υπόψη ένορκης βεβαιώσεως που συνιστά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες (ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1725/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα Τράπεζα προβάλλει την αιτίαση ότι παρά την περί του αντιθέτου μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία δεν έλαβε υπόψη της την με αριθμό .../6.11.2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν.
Χ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Γ. Σ., που λήφθηκε νομίμως κατόπιν δήλωσής της ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και παραδεκτώς προσκομίσθηκε με επίκληση στις αναγραφόμενες στο αναιρετήριο σελίδες των πρωτόδικων και των κατ' έφεση προτάσεων αυτής, ούτε την περιεχομένη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης κατάθεση κατά την ακροαματική διαδικασία της μάρτυρος ανταπόδειξης Γ.
Α., διευθύντριας του υποκαταστήματος αυτής στη Ρόδο επί 27 έτη προς απόδειξη (ενόψει μάλιστα της μη εξέτασης μάρτυρα εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και της μη επίκλησης άλλων αποδεικτικών μέσων): α) στο πλαίσιο του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας περί συνδρομής περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος, του γεγονότος ότι μεταξύ της Τράπεζας και του αντιδίκου υπήρξε ειδική συμφωνία για τον τρόπο και το ύψος της αμοιβής του (σύμφωνα με την υπ' αριθμό .../11.7.1994 εγκύκλιο αυτής σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα προβλεπόμενα στο Κώδικα περί Δικηγόρων), την οποία ο τελευταίος είχε αποδεχθεί και β) του γεγονότος ότι τον χειρισμό των υποθέσεων που αποτελούν αντικείμενο της αγωγής κατά της αναιρεσείουσας Τράπεζας διεκπεραίωσε ο ανωτέρω μάρτυρας και λοιποί δικηγόροι της Δ/νσης Νομικών Υπηρεσιών στην Αθήνα και ο αναιρεσίβλητος απλώς υπέγραφε τα σχετικά δικόγραφα και παρίστατο στα δικαστήρια, καθώς αυτοί, ως δικηγόροι Αθηνών δεν είχαν τη δυνατότητα παράστασης στα δικαστήρια της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από τη βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι αυτό έλαβε υπόψη " ....την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταποδείξεως [...] ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού [...], την υπ' αριθμ. .../6.11.2009 ένορκη εξέταση των μαρτύρων Ν.
Μ. και Ν. Χ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Γ. Σ. ..." σε συνδυασμό με την πλήρη και εμπεριστατωμένη κατά τα άνω αιτιολογία της απόφασης αυτής, ουδεμία γεννάται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης και την κατάθεση του μάρτυρα Ν.
Χ. στη με αριθμό .../6.11.2009 ένορκη βεβαίωση αυτού ενώπιον συμβολαιογράφου και σε σχέση με τους πιο πάνω προς απόδειξη ισχυρισμούς αυτής. Επισημαίνεται δε ότι, πλην της εξέτασης του ενάγοντος ως διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη (άρθ. 415 επ. ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από τα με αριθ. 26/2010 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ο τελευταίος επικαλέσθηκε και προσκόμισε έγγραφα, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις αυτού που επισκοπεί το παρόν Δικαστήριο, τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και κατά συνέπεια δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττεται ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς από την αναιρεσείουσα Τράπεζα η περί του αντιθέτου επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος.
Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.
Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 297/2013, ΑΠ 864/2010). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 1657/2002).
Εάν όμως αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, ενώ δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή, τούτο δε επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ 738/2013, ΑΠ 1213/2013, ΑΠ 104/2013, ΑΠ 1608/2008).
Τέλος ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν αόριστοι και κατά συνέπεια απαράδεκτοι (ΑΠ 803/2002). Για την ευδοκίμηση όμως οιουδήποτε λόγου αναίρεσης, πρέπει ο τελευταίος να είναι λυσιτελής, δηλαδή η επικαλούμενη πλημμέλεια να μπορεί να έχει επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (σχετ.
ΑΠ 2/2007, ΑΠ 318/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως η τελευταία δεν απέρριψε ως αόριστους και συνακόλουθα απαράδεκτους τους δεύτερο και τρίτο λόγους της από 8.3.2012 έφεσης του κυρίως δικογράφου, με τους οποίους ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος παραπονείτο αντιστοίχως ότι:
α) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, άρθ. 92 παρ.1 ΚΔ, άρθ. 262 παρ.1 και 269 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, η εκκαλουμένη έκρινε ότι η προταθείσα ένσταση κατάχρησης δικαιώματος υπό τα επικληθέντα για τη στήριξή της πραγματικά περιστατικά είναι νόμιμη, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του υπό τα επικληθέντα για τη στήριξή της πραγματικά περιστατικά έπρεπε να την κρίνει και να την απορρίψει ως αόριστη και μη νόμιμη και β) κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλουμένη έκρινε ότι τα επικληθέντα υπό της αντιδίκου πραγματικά περιστατικά για τη στήριξη της προταθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι βάσιμα και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε αυτήν σαν ουσία βάσιμη, ενώ κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έπρεπε να την κρίνει και απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη, αιτούμενος, όπως προκύπτει από το εφετήριο, την παραδοχή της έφεσης αυτού, την εξαφάνιση της προσβαλλομένης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα ένστασης κατάχρησης δικαιώματος και την παραδοχή στο σύνολό της ως κατ' ουσία βάσιμης της αγωγής αυτού.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα Τράπεζα με τον λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προφανής αοριστία των εν λόγω λόγων έφεσης συνίσταται στο ότι ο ηττηθείς εκκαλών - ενάγων παρέλειψε να εξειδικεύσει στο εφετήριο σε τι έσφαλε στην κρίση του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το ορισμένο και νόμιμο αφενός και ως προς το ουσία βάσιμο αφετέρου της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που είχε αυτή πρωτοδίκως προτείνει και ότι την αοριστία των ανωτέρω λόγων έφεσης είχε αυτή προτείνει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά μεν το μέρος που αναφέρεται στον υπό στοιχ. (β) λόγο της έφεσης που αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά την παραδοχή της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος ως βάσιμης κατ' ουσία, είναι αβάσιμος, εφόσον για τη πληρότητά του δεν ήταν αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αρκούσης της μνείας περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, συνεπεία της οποίας έγινε δεκτή η ανωτέρω ένσταση ως ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως απορρίφθηκε η αγωγή, στοιχεία που διαλαμβάνονται στο εφετήριο, κατά δε το μέρος που αναφέρεται στον υπό στοιχ. (α) λόγο της έφεσης που αφορά την πληρότητα του λόγου έφεσης περί αοριστίας και νόμω αβασίμου της προταθείσας ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, είναι αλυσιτελής, αφού σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως αοριστίας του ανωτέρω λόγου έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα προέβαινε στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος στην κατ' ουσία έρευνα της σχετικής ένστασης ερευνώντας τον τελευταίο υπό στοιχείο (β) λόγο, που αφορούσε την κατ' ουσία βασιμότητα της γενομένης πρωτοδίκως δεκτής ένστασης κατάχρησης δικαιώματος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων [υπό την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων του θανόντος αρχικού αναιρεσίβλητου], που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.7.2014 και με αριθ. κατάθ. …/10.7.2014 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 14/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ