Legislator Case Law & Legislation
879/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and inadmissible grounds regarding school guards' compensation claims.

Case Number 879/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality's appeal against the First Instance Court's judgment awarding compensation to former school guards. The court rejected the appeal's arguments regarding the interruption of the statute of limitations and the municipality's liability as an employer. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the Municipality was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 163 and 164 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations for claims against municipalities is interrupted by the submission of a request for payment, not merely by the filing of a lawsuit, and failure to consider evidence does not constitute a ground for appeal unless explicitly listed in the relevant articles.

Keywords

AI generated
statute of limitations municipal liability school guards interruption of limitation appeal admissibility legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 1 and 2 of Law 1082/1980
Articles 1, 2, 3 and 3(1) of Ministerial Decision 19040/1981
Articles 3(1) and 5(1)(b) of AN 539/1945
Article 20(1)(a) and (d) of Presidential Decree 410/1988
Article 3(16) of Law 4504/1966
Law 2362/1995
Article 93(b) of Law 2362/1995
Article 561(1) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 560 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 879 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 879/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ..." που εδρεύει στον ομώνυμο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Β., 2)Λ. Β., 3)Χ. Δ., 4)Β. Δ., 5)Χ. Ε., 6)Γ. Θ., 7)Β. Μ., 8)Μ. Μ., 9)Ε. Μ., 10)Ι. Ν., 11)Ε. Π., 12)Μ. Π., 13)Γ. Π., 14)Δ. Π., 15)Δ. Ρ., 16)Γ. Σ., 17)Ά. Σ., 18)Α. Τ., 19)Ν. Τ., 20)Σ. Τ. και 21)Β. Φ., κατοίκων .... Οι 1η, 4η, 5ος, 6η, 7η, 9η, 11η, 12ος, 13η, 14η, 17η, 18η, 19ος και 21ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαλαβάνη και οι 2η, 3η, 8η, 10η,15η, 16ος και 20η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι το κύριο όνομα της 8ης έχει διορθωθεί στο ορθό Μ. αντί του εσφαλμένου Μ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 460/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων δήμος με την από 14/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 του Ν. 1082/1980 και των άρθρων 1 παρ.1, 2 και 3 και 3 παρ.1 της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ’ αριθ. 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 742), ως και των άρθρων 3 παρ.1 και 5 παρ.1 εδ. β του ΑΝ. 539/1945, όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.

Δ/τος 3755/1957 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 εδ. α και δ του Π.Δ/τος 410/1988 που αφορά το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα (ως και του επιδόματος αδείας κατ’ άρθρο 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966) [μέχρι την κατάργηση αυτών από 1.1.2013 για όλο το προσωπικό του δημοσίου τομέα με το άρθρο πρώτο παρ.

Γ υποπαρ. Γ (1) αριθ.1 του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016. - Επείγοντα μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" ] και των αποδοχών μη ληφθείσας ετήσιας αδείας, δικαιούνται οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτοί, περιλαμβανομένων και των απασχολουμένων σε φορείς του δημοσίου τομέα, όπως είναι οι Δήμοι, ανεξαρτήτως του αν η συνδέουσα αυτούς σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένης ή αόριστης διάρκειας.

Μάλιστα αυτοί δικαιούνται των πιο πάνω παροχών, ακόμη και εάν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αυτών είναι για οιονδήποτε λόγο άκυρη, διότι οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απ’ ευθείας στις πιο πάνω διατάξεις, στις οποίες γίνεται λόγος για "σχέση" και όχι για "σύμβαση" εργασίας, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 859/2003).

Εξ άλλου για την ίδρυση λόγου αναίρεσης από τους περιοριστικά διαλαμβανομένους στη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, προκειμένου περί αποφάσεων ειρηνοδικείων καθώς και πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων, στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους, ο προτεινόμενος λόγος πρέπει να είναι λυσιτελής, δηλαδή η επικαλουμένη στην αίτηση αναίρεσης πλημμέλεια πρέπει να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, άλλως ο αλυσιτελής λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 26.10. 2007 και με αριθμό κατάθεσης .../13.11.2007 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι στο πλαίσιο προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, με δικαιούχους φορείς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ενδεκάμηνης διάρκειας, του οποίου η διάρκεια παρατάθηκε αλληλοδιαδόχως με αποφάσεις της διοίκησης μέχρι 31.12.2006, επιλέχθηκαν και στη συνέχεια απασχολήθηκαν, δυνάμει διαδοχικών συμφωνητικών συνεργασίας ορισμένης διάρκειας, που καταρτίσθηκαν με τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο ..., ως σχολικοί φύλακες, επί καθημερινής βάσης και τα Σαββατοκύριακα σε τρεις φυλακές (βάρδιες), αντί ημερήσιας αποζημίωσης 35,22 ευρώ, υποκείμενοι στις δεσμευτικές γι’ αυτούς οδηγίες του Δήμου, ως προς το τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας των και στον δια των ορισθέντων οργάνων του έλεγχο και επίβλεψη αυτών, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύλαξης των σχολικών κτηρίων του εν λόγω Δήμου, και ειδικότερα η 1η, 4η έως και 9η, 11η, 12ος, 14η , 15η, 17η, 18η και 19ος από 27.2.2001, η 2η, 16ος και 20η από 1.4.2001, η 3η και 10η από 9.3.2001, η 13η από 13.3.2001 και ο 21ος από 7.4.2001 μέχρι τις 26.7.2006 (άπαντες), οπότε κατετάγησαν σε κενές οργανικές θέσεις σχολικών φυλάκων αορίστου χρόνου του εν λόγω Δήμου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004.

Ότι η πρώτη των εναγομένων (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ" είχε αναλάβει τη συνεχή υποστήριξη, παρακολούθηση και ορθή υλοποίηση του έργου (μαζί με άλλους φορείς της διοίκησης), τη κατάρτιση συστήματος κριτηρίων αξιολόγησης των προτάσεων και των σχετικών εντύπων, την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, τη δημοσίευση πρόσκλησης ενδιαφέροντος για την επιλογή των ανέργων, την εκπαίδευση των επιλεγέντων, την παροχή τεχνικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κλπ.

Επικαλούμενοι δε ότι αυτοί καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής των ως σχολικοί φύλακες τελούσαν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με εργοδότη αυτών τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, ανεξαρτήτως του δοθέντος χαρακτηρισμού στις καταρτισθείσες συμβάσεις, ως συμφωνητικών συνεργασίας, και ότι κατά τη διάρκεια αυτής δεν τους καταβλήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ούτε μετά τη συμπλήρωση δωδεκαμήνου από την έναρξη της απασχόλησής των τους χορηγήθηκε η ετήσια άδεια αναψυχής, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας το χρηματικό ποσό των 10.962,22 ευρώ συνολικά στον καθένα από αυτούς για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, προσαυξημένη κατά 25%, για τα έτη 2002 έως και 2005, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων ετών 2001 έως και 2005 και επιδόματα εορτών Πάσχα ετών 2002 έως 2005, με βάση το καταβαλλόμενο σε αυτούς ημερομίσθιο από 35,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 163/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία αφενός μεν απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τη πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με το σκεπτικό ότι αυτή δεν ήταν υπόχρεη προς καταβολή των ένδικων μισθολογικών και επομένως δεν νομιμοποιείτο παθητικά, αφετέρου δε δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της, ως βάσιμη κατ’ ουσία ως προς τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 10.962,22 ευρώ συνολικά, πλην της 17ης ενάγουσας στην οποία επιδικάσθηκε το χρηματικό ποσό των 6.955,94 ευρώ συνολικά, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατόπιν άσκησης έφεσης από τον εναγόμενο - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθ. 460/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείο, με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και επιδικάσθηκε, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης, το συνολικό χρηματικό ποσό των 7.088,22 ευρώ στον κάθε ενάγοντα (πλην της 17ης ενάγουσας στην οποία επιδικάσθηκε το συνολικό χρηματικό ποσό των 3.081,74 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας των ετών 2002, 2003 και 2005, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων ετών 2003, 2004 και 2005 και επιδόματα εορτών Πάσχα 2004 και 2005 [πλην της 17ης ενάγουσας που το επιδικασθέν ποσό αφορά την αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των ετών 2003 και 2004 (αναλογία), επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2003 και επίδομα εορτών Πάσχα 2004], ενώ απορρίφθηκαν οι ως άνω αξιώσεις των εναγόντων που είχαν γεννηθεί σε προγενέστερο χρόνο, κατά μερική παραδοχή ως βασίμου σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος Δήμου, που αφορούσε παράπονο αυτού για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασης του περί συμπλήρωσης του χρόνου της διετούς παραγραφής.

Με τους πρώτο και δεύτερο (υπό στοιχείο I και II) από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, διότι κατ’ εφαρμογή των άρθρων 103 παρ.2 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος, του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, του νόμου 2190/1994 και του εκδοθέντος σε εφαρμογή της οδηγίας 1999/70 με αριθμό 164/2004 Π.Δ/τος, δεν είναι δυνατή η μονιμοποίηση εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας σε φορείς του δημοσίου τομέα, ακόμη και εάν αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα στον οποίο απασχολούνται, ούτε βρίσκει έδαφος εφαρμογής η περί τούτου διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 671 του ΑΚ, οσάκις ο χρόνος διάρκειας της σύμβασης ορίζεται ευθέως από το νόμο, όπως στη προκειμένη περίπτωση.

Οι ανωτέρω λόγοι είναι αλυσιτελείς, διότι αντικείμενο της ανοιγείσας με την ως άνω αγωγή δίκης δεν ήταν η αναγνώριση της συνδέουσας τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο σχέσης, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών και δη από την έναρξη της απασχόλησης αυτών, αλλά η καταβολή αποζημίωσης, λόγω μη χορήγησης της ετήσιας αδείας σε αυτούς, μετά συνεχή απασχόλησή τους πέραν του ενός έτους στον εναγόμενο Δήμο και η καταβολή των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, παροχές τις οποίες δικαιούνται από το νόμο οι μισθωτοί που απασχολούνται τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπως οι ενάγοντες, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, ακόμη και εάν συνδέονται με τον εργοδότη τους με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Με τον τέταρτο (υπό στοιχείο IV) από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει την αιτίαση ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται των νομίμων αποδοχών της οργανικής των θέσης στην οποία κατετάγησαν από την κατάταξη τους στις 27.7.2006 και εφεξής, ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα δεν θεμελιώνουν δικαίωμα λήψης άλλων αποδοχών, ούτε βάσει των διατάξεων του Π.Δ/τος 164/2004, ούτε βάσει της με αριθ. 6/2005 απόφασης του ΑΣΕΠ για τη μετατροπή της σχέσης εργασίας αυτών ως σχολικών φυλάκων σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον αυτές δεν έχουν αναδρομική ισχύ, αλλά δικαιούνται μόνο των παροχών που προβλέπουν τα συμφωνητικά συνεργασίας που αυτοί είχαν καταρτίσει με τον αναιρεσείοντα Δήμο και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί το μεν ως αλυσιτελής, το δε ως αόριστος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν γεννάται ζήτημα καταβολής στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους των νομίμων αποδοχών της αντίστοιχης οργανικής θέσης σχολικού φύλακα για το πριν την κατάταξη τους χρονικό διάστημα, όπου πράγματι με την διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ.

α του Ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" ορίζεται ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους, αλλά περί καταβολής σε αυτούς αποζημίωσης μη ληφθείσας ετήσιας άδειας και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, που δικαιούνται όλοι οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ με την αναίρεση δεν πλήττεται η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι για τους εκτιθέμενους σε αυτήν αναλυτικά λόγους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύλαξης των σχολικών κτηρίων αυτού και όχι με συμβάσεις μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (ανεξαρτήτως δηλαδή του δοθέντος χαρακτηρισμού των συμβάσεών τους ως συμφωνητικών συνεργασίας).

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κλπ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του Ν.

Δ/τος 496/1974, 3 του Ν.Δ/τος 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ/μα 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι 31.12.2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρίσιμου χρόνου), ορίζεται ότι η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από τη γένεσή της.

Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών και στρατιωτικών και κατ’ επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις, και των υπαλλήλων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ.

α του Ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΟλΑΠ 4/2015). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 93 περ.

α του Ν. 2362/1995, η οποία κατά περιεχόμενο είναι εν μέρει παρόμοια με εκείνη του άρθρου 261 του ΑΚ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν τη τροποποίησή της με το άρθρο 101 παρ.1 του Ν. 4139/2013, ορίζεται η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, ενώ με τη διάταξη του ως άνω άρθρου 93 περ.

β του ιδίου νόμου ορίζεται ότι η παραγραφή των ανωτέρω απαιτήσεων διακόπτεται επίσης με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για τη πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμοδίας για τη πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημοσία αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά τη πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.

Με βάση τη τελευταία αυτή διάταξη, η ως άνω διετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμοδία αρχή για πληρωμή της ιδίας με την αγωγή κατά περιεχόμενο και αίτημα απαίτησης (ΑΠ 187/2009), η οποία ουδόλως αποκλείεται να λάβει χώρα με επίδοση της σχετικής αίτησης με δικαστικό επιμελητή.

Μάλιστα δεν απαιτείται ο προσδιορισμός στην αίτηση συγκεκριμένου ποσού ή η λεπτομερής αναφορά των περιστατικών που τον θεμελιώνουν, αρκούντος του καθορισμού των στοιχείων που προσδιορίζουν τη ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις (ΑΠ 1728/2010). Εάν λάβει χώρα υποβολή της ανωτέρω αίτησης και παραλείψει η διοίκηση να απαντήσει, νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει από της επομένης της συμπληρώσεως εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (υπό στοιχείο III) από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως παραγεγραμμένες κατ’ εφαρμογή του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995, αφού η διακοπή αυτής επέρχεται μόνο με την άσκηση αγωγής και όχι με την επίδοση σχετικών εξωδίκων δηλώσεων, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Ενόψει του ότι όμως η ως άνω διετής παραγραφή διακόπτεται κατά το άρθρο 93 εδ. β του Ν. 2362/1995 και με την υποβολή σχετικής αίτησης προς την αρμοδία για την πληρωμή της απαίτησης αρχή, που μπορεί να επιδοθεί και με δικαστικό επιμελητή και όχι μόνο με την επίδοση της σχετικής αγωγής, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον πέμπτο (υπό στοιχείο V) και τελευταίο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε (τουλάχιστον εν μέρει) την ως άνω αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη, καθόσον από τις προσκομισθείσες με επίκληση στις προτάσεις του επίδικες συμβάσεις - συμφωνητικά συνεργασίας και τη λοιπή αλληλογραφία, που δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλομένη απόφαση, προέκυπτε ότι η ΕΕΤΑΑ (ενν.

την πρώτη αρχικώς εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ") είχε αναλάβει την ασφάλιση των ασκουμένων σχολικών φυλάκων και την καταβολή της αποζημίωσής τους και συνεπώς η τελευταία ήταν υπόχρεη για τη καταβολή των ένδικων απαιτήσεων των εναγόντων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως πολλαπλά απαράδεκτος, καθότι: α) δεν διαλαμβάνονται για το ορισμένο αυτού οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος Δήμου, ως έχοντος την ιδιότητα του εργοδότη των αναιρεσιβλήτων (ή ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει σχετικές παραδοχές), β) υπό την επίφαση αναιρετικού λόγου και μάλιστα με αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος Δήμου, ως εργοδότη των αναιρεσιβλήτων, να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τις επίδικες παροχές (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) και γ) η μη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης επί αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στη προκειμένη περίπτωση, διότι στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχος εκείνου του αριθμού 11 περ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 744/2009). Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.6.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 460/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ