Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, ordering losing company to pay state costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by MEGA SPRINT GUARD A.E. against the First Instance Court's decision in a labor dispute. The court found the appeal procedurally admissible but ultimately rejected the substantive arguments regarding the dismissal of the employee. Consequently, the court ordered the losing company to pay the legal costs incurred by the employee, which were remitted to the Greek State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 577 § 1, 577 § 3, 58 para. 4 letter b of the Code of Lawyers, and Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal in labor disputes where the substantive grounds are unfounded, ordering the losing party to pay legal costs which are remitted to the State.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 397 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «MEGA SPRINT GUARD ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «MEGA SPRINT GUARD Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθύμιου Αναγνώστου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Ξ. του Ι., κατοίκου Πάτρας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γκούβα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.12.2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 778/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 351/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24.07.2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Με την από 24.07.2018 και αριθ. κατάθεσης 31/30.8.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ’ αριθ. 351/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 02.03.2015 και με αριθ. κατάθ. 76/4.3.2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ’ αριθ. 778/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), με την οποία είχε απορριφθεί από ουσιαστική πλευρά η από 05.12.2011 και αριθ. κατάθ. 4739/6.12.2011 αγωγή και, αφού την εξαφάνισε, δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
[2] Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 05.12.2011 και αριθ. κατάθ. 4739/6.12.2011 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι συνήψε με την εναγομένη–εργοδότριά του και ήδη αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε ως φύλακας για το χρονικό διάστημα από 13.11.2008 έως 31.07.2011, οπότε η εναγομένη σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, ζήτησε με βάση τη σύμβαση, άλλως τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.536,85 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, για διαφορές αποδοχών, αποδοχές για εργασία το Σάββατο, τις αργίες και την Κυριακή, κατά την οποία όσες φορές εργάστηκε δεν έλαβε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, προσαύξηση για νυκτερινή εργασία, την εργασία την Κυριακή, τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα άδειας και την προσαύξηση για τη μη παροχή αιτηθείσας άδειας ανάπαυσης για όλα τα έτη εργασίας και αποζημίωση απόλυσης.
Επί της ως άνω αγωγής, μετά από κατ’ αντιμωλία συζήτησή της, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 778/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 02.03.2015 και αριθ. κατάθ. 76/4.3.2015 έφεση του ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία την δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχτηκε κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.444,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τους ειδικότερους αναφερόμενους σ’ αυτή προσδιορισμούς.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και εμπορίας συστημάτων συναγερμού που εδρεύει στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, είχε συνάψει με τα ΤΕΙ Πατρών σύμβαση για τη φύλαξη των κτιριακών εγκαταστάσεων του ΤΕΙ Πάτρας, η οποία έληγε την 31.07.2011 και ήταν ήδη σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 2010.
Ότι μεταξύ των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με τη σύμβαση η εναγόμενη, ήταν να ενημερώνει τον κύριο του έργου για ό,τι περιστατικό ελάμβανε χώρα κατά την εκτέλεση του έργου. Για τον λόγο αυτό οι φύλακες που απασχολούνταν με βάρδιες στο συγκεκριμένο έργο, συνέτασσαν «αναφορά φύλακα» την οποία παρέδιδαν στο ΤΕΙ Πατρών.
Ότι, φωτοαντίγραφα των αναφορών αυτών, που συντάχθηκαν και παραδόθηκαν στο ΤΕΙ Πατρών και μεγάλο μέρος αυτών φέρουν και αριθμό πρωτοκόλλου κατάθεσης και χρονολογία κατάθεσης, ζήτησε ο ενάγων με την από 02.12.2014 αίτηση του και έλαβε από το ΤΕΙ Πατρών για το χρονικό διάστημα από 01.01.2010 έως 31.07.2011, όπως αποδεικνύεται από το .../22.12.2014 έγγραφο της Γραμματέως του ΤΕΙ Δ. Ν. που αναφέρει ότι «[…] σας χορηγούμε φωτοαντίγραφα των αναφορών εταιρείας φύλαξης για τη χρονική περίοδο από 01.01.2010 έως 31.07.2011 από τις οποίες προκύπτει η δική σας απασχόληση ως φύλακας».
Ότι επί πλέον από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Δ. Μ., συνάγεται ότι προβλέπεται η αναφορά φύλακα, συμπληρώνεται από τον φύλακα αν υπάρχει πρόβλημα και ενημερώνεται η εταιρεία• ότι πρόκειται για απλό έντυπο, που μπορεί να έχει ημερομηνία και υπογραφή, μπορεί και όχι• ότι υπήρχαν έντυπα με τη φίρμα της εταιρείας• ότι για τις αναφορές που πήγαιναν στα ΤΕΙ δεν ήταν απαραίτητο να υπάρχει διπλότυπο για να πηγαίνει και στην εταιρεία και αντίγραφα της αναφοράς μπορεί να υπήρχαν, μπορεί και όχι.
Ότι, από την επισκόπηση των συγκεκριμένων αναφορών φύλακα φαίνεται ότι κατατίθενταν στο ΤΕΙ Πατρών και αναφορές στις οποίες δεν αναφέρεται κανένα συμβάν (όπως π.χ. η με αριθμό πρωτ. …/12.01.2011 που αφορά την 11.01.2011), ενώ υπογράφονται κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτών από τον Σ. Δ., ο οποίος είναι αρχιφύλακας, από τον ενάγοντα ή και από τους δύο.
Ότι υπήρχε και υπογεγραμμένη αναφορά από τον Δ. Μ. και ότι για την σύνταξη των αναφορών αυτών από τους φύλακες και την κατάθεση στα ΤΕΙ, κατέθεσε και ο Γ. Κ., αντιπρόσωπος της εναγόμενης στην Πάτρα από το 2008 μέχρι και τον Μάρτιο του 2010.
Ότι, φύλακες στις κτιριακές εγκαταστάσεις των ΤΕΙ Πατρών ήταν οι Σ. Δ., Η. Χ., Δ. Μ., Ι. Μ., Χ. Τ. και ο ενάγων και από τον Μάιο του 2011 η Σ. Δ..
Ότι, από τους ανωτέρω ο Χ. Τ. που κατέθεσε ως μάρτυς απόδειξης στο πρωτόδικο δικαστήριο επιβεβαίωσε τη σύνταξη των αναφορών αυτών και ότι μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ουδείς εκ των όσων εργάστηκαν ως φύλακες στο έργο αμφισβήτησε τη γνησιότητα των αναφορών αυτών.
Ότι, μάλιστα ο Σ. Δ. θα μπορούσε να κληθεί από την εναγόμενη που είχε λάβει ένορκη βεβαίωση του πριν τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο, προκειμένου να βεβαιώσει, μετά την επίκληση ορισμένων εκ των αναφορών αυτών στον πρώτο βαθμό κατά τη συζήτηση της αγωγής, περί της μη γνησιότητας της υπογραφής του, που αμφισβήτησε η εναγομένη (προφανώς από παραδρομή αναγράφεται «η ενάγουσα»), πλην όμως αυτό δεν έγινε.
Ότι, το δικαστήριο κρίνει ότι οι αναφορές αυτές φέρουν γνήσιες υπογραφές και είναι αληθείς κατά περιεχόμενο και ότι συντάχθηκαν στον χρόνο που αναφέρουν και από το γεγονός ότι δεν έχουν εμφανιστεί άλλες αναφορές για την ίδια περίοδο, με δεδομένο ότι αναφορές συντάσσονταν και κατατίθενταν στα ΤΕΙ, το δε ΤΕΙ αυτά τα αντίγραφα χορήγησε.
Ότι, σε ορισμένες από τις αναφορές φύλακα αναφέρονται σοβαρά περιστατικά για τα οποία υπογράφουν οι φύλακες στη βάρδια των οποίων συνέβησαν, όπως και ο Σ. Δ. και ενημερώνουν και την αστυνομία και τρίτους (π.χ. αναφορά για κουκουλοφόρους που εισέβαλαν ώρα 12.10 νυχτερινή στα ΤΕΙ και προκάλεσαν φθορές στις μπάρες του ΤΕΙ, ενώ εργαζόταν ο ενάγων που ενημέρωσε τις αρχές των ΤΕΙ και την Αστυνομία και υπογράφει μαζί με τον Σ. Δ. και τον έτερο φύλακα της νυχτερινής βάρδιας Δ. Μ. την αναφορά αρ. πρωτ…./14.10.2010 ΤΕΙ Πάτρας). Ότι, επομένως, συνιστούν γνήσια, μη πλαστά έγγραφα, άρα και επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο που θα συνεκτιμηθεί με τα λοιπά.
Ότι, την 13.11.2008 ο ενάγων, άγαμος και χωρίς προϋπηρεσία, κάτοχος της με αριθμό …/23.10.2008 άδειας εργασίας προσωπικού ασφαλείας της Α.Δ. Αιτωλοακαρνανίας, σύναψε με την εναγόμενη εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και εμπορίας συστημάτων συναγερμού που εδρεύει στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως φύλακας στις εγκαταστάσεις του ΟΑΕΔ Μεσολογγίου, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και των οκτώ ωρών ημερησίως και σαράντα εβδομαδιαίως και έναντι των νομίμων αποδοχών που καθορίζονταν με την ΕΚΣΣΕ από 14.02.2007 (Π.Κ. 16/28.2.2007), κηρυχθείσας υποχρεωτικής με την ΥΑ 11869/26.6.2007 (ΦΕΚ Β' 1190/12.7.2007), ήτοι με 701 € μηνιαίως.
Ότι, την 16.02.2010 λύθηκε η συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας με παραίτηση του ενάγοντος και ότι στη συνέχεια ο ενάγων που επιθυμούσε την απασχόληση του στην πόλη της Πάτρας, την 18.02.2010 σύναψε με την εναγόμενη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως φύλακας στις κτιριακές εγκαταστάσεις των ΤΕΙ Πατρών μέχρι την 31.07.2011 έναντι των αποδοχών που καθόριζε η ΕΚΣΣΕ από 29.06.2010 (Π.Κ. του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 13/15.7.2010), ήτοι 739,56 €.
Ότι, την 01.03.2010 τροποποιήθηκε η σύμβαση ως προς τις αποδοχές του ενάγοντος και ορίστηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του θα καθορίζονται με την ΕΓΣΣΕ, ανερχόμενες επίσης στο ποσό των 739,56 € και από τον Ιούλιο του 2011 κατά 1,6% υψηλότερες, τροποποίηση που ήταν έγκυρη, διότι η ΕΚΣΕΕ από 29.06.2010 δεν είχε κηρυχθεί υποχρεωτική και δεν καταλάμβανε την εναγόμενη, που δεν ήταν μέλος των συμβληθέντων εργοδοτικών οργανώσεων ΣΕΕΥΑ και ΣΕΕΑ.
Ότι, τη φύλαξη των ΤΕΙ Πατρών είχε ήδη αναλάβει η εναγόμενη με διαγωνισμό μέχρι την 31.07.2011 και κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εργασίας με τον ενάγοντα, δεν ήταν γνωστό αν η εναγομένη πετύχαινε να αναδειχθεί ανάδοχος και στον επόμενο διαγωνισμό, που έμελλε να γίνει για το ίδιο έργο.
Ότι, την 30.06.2011 ελήφθη η 35/30.6.2011 απόφαση του Συμβουλίου του ΤΕΙ Πάτρας με την οποία εγκρίθηκε το 8372/9.6.2011 πρακτικό της κατακύρωσης της Επιτροπής Διενέργειας του Διαγωνισμού και την 06.07.2011 με τη με αριθμό 9737 ανακοίνωση κατακυρώθηκε το έργο για είκοσι εννέα μήνες στην εναγόμενη.
Ότι, η σύμβαση που σύναψαν οι διάδικοι καταρτίστηκε ως ορισμένου χρόνου, προκειμένου η εναγόμενη να απασχολήσει τον ενάγοντα στο συγκεκριμένο έργο, που ανέλαβε στην Πάτρα και ήδη εκτελούσε και για τον χρόνο, που απέμενε, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, που είχε υπογράψει, και ως εκ τούτου ήταν δικαιολογημένη η σύναψη της μέχρι την 31.07.2011.
Ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δήχθηκε ότι την 31.07.2011 λύθηκε η σύμβαση εργασίας λόγω της παρέλευσης του ορισμένου χρόνου της σύμβασης και ότι η σύμβαση αυτή δεν είχε χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια δεν δικαιούτο ο ενάγων αποζημίωση απόλυσης, επειδή μετά την 31.07.2011 η εναγόμενη δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός όγδοος λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως αβάσιμος.
Ότι, ο ενάγων, ελάμβανε τις αποδοχές του αφενός με κατάθεση εκ μέρους της εναγόμενης σε τραπεζικό λογαριασμό του, αφετέρου και με μετρητά, ώστε να μην αποδεικνύεται μόνο από τις καταθέσεις στον τραπεζικό του λογαριασμό το πραγματικό ποσό, που του καταβλήθηκε.
Ότι, αντιθέτως, το συνολικό ποσό που ελάμβανε ταυτίζεται με εκείνο για το οποίο υπέγραφε εξοφλητικές αποδείξεις, οι οποίες είναι ακριβείς κατά περιεχόμενο και ο ενάγων αναγνώρισε σ’ αυτές την υπογραφή του και την αναγραφή ιδιοχείρως του ονόματος και του επιθέτου του.
Ότι, η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι ο ενάγων πληρωνόταν και με μετρητά και ότι οι εξοφλητικές αποδείξεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κατά το περιεχόμενό τους, διότι απεικονίζουν το σύνολο των μετρητών, που ελάμβανε ο ενάγων και το ποσό που κατατίθετο στον τραπεζικό του λογαριασμό, βασίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και στις ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Δ. και της Σ. Δ., επίσης υπάλληλων της εναγόμενης, που δεν αναιρούνται από την αντίθετη κατά το σημείο τούτο κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και τις ένορκες βεβαιώσεις του Δ. Μ. και του Κ. Γ., που απέκλεισαν τη λήψη μετρητών και ανέφεραν ότι η πληρωμή των εργαζομένων γινόταν μόνο με κατάθεση στην τράπεζα, διότι ο ίδιος ο ενάγων στην αγωγή του κάνει λόγο για λήψη εκ μέρους του σε μετρητά του δώρου Χριστουγέννων 2009 και των αποδοχών του Δεκεμβρίου 2009, ώστε να μην ισχύουν τα όσα κατέθεσαν τουλάχιστον στην περίπτωση του ενάγοντος.
Ότι, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι τις αποδείξεις αυτές υπέγραφε, χωρίς να λαμβάνει το ποσό που υπερέβαινε την κατάθεση στον λογαριασμό του, υπό την απειλή εκ μέρους των προϊστάμενων του ότι αν δεν κάνει ό,τι του λένε θα χάσει τη δουλειά του, όπως αναφέρει στην έφεση του, με την οποίαν και δεν πλήττει την κρίση του δικαστηρίου ότι με βάση τις εξοφλητικές αποδείξεις το ποσό που δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι του καταβλήθηκε ήταν αυτό, που έπρεπε να λάβει με βάση τη σύμβαση και τον νόμο για μισθό, δώρα εορτών, επίδομα και αποδοχές άδειας, αλλά το ότι κακώς έλαβε το πρωτόδικο δικαστήριο υπ’ όψη τις εξοφλητικές αυτές αποδείξεις και επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι ο ενάγων ελάμβανε αποδοχές υψηλότερες εκείνων, που καταθέτονταν στον τραπεζικό του λογαριασμό μισθοδοσίας και ίσες με τα αναγραφόμενα ποσά στις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη αποδείξεις, που υπέγραφε ο ενάγων, και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτήματα καταβολής της διαφοράς των καταβληθεισών αποδοχών με τις συμβατικές αποδοχές, που δεν υπολείπονταν των νομίμων, των διαφορών για δώρα εορτών των ετών 2009, 2010 και 2011 και των αποδοχών και επιδόματος αδείας για τα έτη 2009, 2010, 2011, δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι έφεσης δεύτερος, τρίτος και εν μέρει ο τέταρτος - κατά το σκέλος αυτό απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.
Ότι, από την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος στο ακροατήριο προκύπτει ότι ο ενάγων έχει πληρωθεί τα όσα δικαιούται για την εργασία του το 2008 άρα και το δώρο Χριστουγέννων του έτους αυτού, ώστε το σχετικό του αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο και ότι τα αυτά ισχύουν και ως προς τις αποδοχές και το επίδομα άδειας του 2008, όπως και για οποιαδήποτε άλλη αξίωση του εκκαλούντος-ενάγοντος που αφορά το 2008.
Ότι, ο ενάγων δεν έλαβε άδεια αναπαύσεως για τα έτη 2009 και 2010, καθώς τόσο τον Δεκέμβριο του 2009, κατά τον οποίο ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι του χορήγησε την άδεια αναπαύσεως του 2009, όπως και κατά τον Δεκέμβριο του 2010, κατά τον οποίο ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια αναπαύσεως του 2010, εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγόμενης και ότι αυτό συνάγεται από τις αναφορές φύλακος για τον Δεκέμβριο του 2010, όπως επίσης και από τους πίνακες προσωπικού της εφεσίβλητης–εναγόμενης–εργοδότη για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2009 έως και τον Ιούλιο 2011, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις ημέρες που απασχολήθηκε κάθε εργαζόμενος και εξ αυτών αποδεικνύεται ότι ο ενάγων τον Δεκέμβριο του 2009 και τον Δεκέμβριο του 2010 απασχολείτο ως φύλακας.
Ότι, περί τούτου συνηγορούν και οι ένορκες βεβαιώσεις άλλων εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση και συγκεκριμένα του Δ. Μ. και του Κ. Γ., όπως και του οικογενειακού φίλου του ενάγοντος Π. Β. και ότι όσα αντιθέτως κατατεθήκαν η βεβαιώθηκαν δεν εξηγούν το γιατί ο ενάγων αναγράφεται στους πίνακες προσωπικού ως προσφέρων εργασία κατά τον μήνα που ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι του χορήγησε την άδεια ανάπαυσης και ότι ούτε πείθεται το δικαστήριο από τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι τούτο συνέβη διότι είχε προκαταθέσει τους παραπάνω πίνακες και δεν είχε προβλέψει τις άδειες, ούτε μπορούσε να τροποποιήσει τους πίνακες προσωπικού, διότι στη συγκεκριμένη επιχείρηση το προσωπικό εργάζεται με βάρδιες και η εναγόμενη υποχρεούται να καταθέτει πίνακες προσωπικού κάθε εξάμηνο και μπορούσε να λάβει υπ' όψη της τις άδειες που είναι σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης του προγράμματος εργασίας κατά τους θερινούς μήνες.
Ότι, ο ενάγων ζητούσε να του χορηγηθεί άδεια κατά τα έτη 2009 και 2010 (το έτος 2011 η σύμβαση έληξε τον Ιούλιο του 2011), πλην όμως η εναγόμενη δεν τη χορηγούσε επικαλούμενη την έλλειψη προσωπικού και ότι περί αυτού βεβαίωσε ενόρκως ο Δ. Μ., ο οποίος βεβαίως δεν γνώριζε για το έτος 2008, καθώς ο ίδιος εργαζόταν στην ίδια εταιρεία από τον Οκτώβριο του 2009, πλην όμως γνώριζε για τα έτη 2009 και 2010 και ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα την προσαύξηση του 100% επί των αποδοχών αδείας του ενάγοντος για τα παραπάνω έτη, διότι υπαιτίως δεν του χορήγησε άδεια και συγκεκριμένα το ποσό των (571,73 € + 546,88 € =) 1.118,61 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Ότι, ο ενάγων ζητούσε την προσαύξηση, όπως και τις αποδοχές και το επίδομα άδειας υπολογίζοντάς τα μόνο επί του μηνιαίου συμβατικού μισθού και ότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο που απασχολήθηκε στην εναγόμενη εργάστηκε κατά τις νυχτερινές ώρες από ώρα 22.00 έως 6.00 π.μ. κατά τις ημέρες, που διαλαμβάνονται περαιτέρω.
Ότι, η εργασία του ενάγοντος κατά τις νυχτερινές ώρες (από ώρα 22.00 έως 6.00 π.μ. της επόμενης ημέρας) των ημερών, που εκτίθενται σ' αυτή (προσβαλλόμενη), αποδεικνύεται από τις αναφορές φύλακος, που έπρεπε να κατατίθενται από την εναγόμενη στα ΤΕΙ Πατρών στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που ανέλαβε ως ανάδοχος του έργου της φύλαξης έναντι του κυρίου του έργου και τις προσκομίζει και τις επικαλείται ο ενάγων, αφού τις έλαβε κατόπιν αίτησης του από το ΤΕΙ Πατρών.
Ότι, το περιεχόμενο των αναφορών αυτών δεν αναιρείται από τους πίνακες προσωπικού, που επικαλείται η εναγόμενη, διότι οι τελευταίοι κρίνονται ότι δεν εμφανίζουν την πραγματική κατάσταση ως προς τη νυκτερινή βάρδια, καθώς σ' αυτούς δεν αναγράφεται σε καθημερινή βάση εργαζόμενος στη νυκτερινή βάρδια, παρότι τα ΤΕΙ φυλάσσονταν καθ’ όλο το 24ωρο.
Ότι, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι στους προσκομιζόμενους πίνακες δεν αναγράφονται όλοι οι εργαζόμενοι και ότι υπήρχαν και άλλοι που συμπεριλαμβανόταν σε άλλους πίνακες προσωπικού που καταρτίστηκαν επίσης κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 16 ν. 2874/2000 και εκτελούσαν τη νυκτερινή βάρδια, όμως προσκομίζει προς επίρρωση του επιχειρήματός της αυτού δύο πίνακες, που αφορούν μόνο το διάστημα από τον Μάιο 2011 έως και τον Ιούνιο 2011.
Ότι, επίσης, η παροχή νυχτερινής εργασίας από τον ενάγοντα αποδεικνύεται και από τα προγράμματα εργασίας–πίνακες, που προσκομίζει ο ενάγων, και με βάση αυτά, που δίδονταν στους εργαζόμενους για να γνωρίζουν την υπηρεσία τους, γινόταν οι υπηρεσίες, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ. Τ. και τις ένορκες βεβαιώσεις του Δ. Μ. και του Γ. Κ., πρώην αντιπροσώπου της εναγόμενης στην Πάτρα, που συνέτασσε αυτούς τους πίνακες μέχρι τον Μάρτιο του 2010. Ότι, τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την αντίθετη στο σημείο αυτό κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και των ενόρκων βεβαιώσεων του Σ. Δ. και της Σ. Δ., σύμφωνα με τις οποίες οι βάρδιες γινόταν με βάση τους θεωρημένους πίνακες προσωπικού, που αναρτώνταν στο έργο και ελέγχονταν από το ΣΕΠΕ, διότι το δικαστήριο δεν πείθεται περί αυτού, αφενός επειδή αυτοί δεν περιλάμβαναν τουλάχιστον μέχρι τον Μάιο του 2011 εργαζόμενους που εκτελούσαν στο έργο αυτό τη νυχτερινή βάρδια• αφετέρου διότι όταν έγινε έλεγχος την 03.06.2011 από το ΣΕΠΕ στα ΤΕΙ Πάτρας, όπως κατέθεσε ο μάρτυς ανταπόδειξης Δ. Μ., ώρα που εργαζόταν ο Δ. Μ., δεν υπήρχε πίνακας προσωπικού, ενώ μετά τον έλεγχο ειδοποιηθείς ο Σ. Δ. προσκόμισε από χώρο άλλον αυτού του ελέγχου πίνακες.
Ότι, περί της παροχής νυκτερινής εργασίας από τον ενάγοντα συνηγορεί και η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που κατέθεσε στο ακροατήριο, όπως και οι ένορκες βεβαιώσεις άλλων εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση και συγκεκριμένα του Δ. Μ. και του Κ. Γ., όπως και του οικογενειακού φίλου του ενάγοντος Π. Β..
Συγκεκριμένα ο ενάγων εργάστηκε στις νυκτερινές ώρες (22.00 - 6.00 π.μ. κατά τις εξής ημέρες: Τρίτη 02.03.2010, Παρασκευή 05.03.2010, Κυριακή 07.03.2010 , Τετάρτη 10.03.2010, Παρασκευή 12.03.2010, Σάββατο 13.03.2010, Τρίτη 16.03.2010, Παρασκευή 19.03.2010, Σάββατο 20.03.2010, Τετάρτη 24.03.2010. Πέμπτη 25.03.2010 (αργία 25ης Μαρτίου), Κυριακή 28.03.2010, Δευτέρα, 29.03.2010, Τετάρτη 31.03.2010, Παρασκευή 02.04.2010, Σάββατο 03.04.2010, Δευτέρα 05.04.2010, Τετάρτη 07.04.2010, Πέμπτη 08.04.2010, Παρασκευή 09.04.2010, Σάββατο 10.04.2010, Δευτέρα 19.04.2010, Τρίτη 20.04.2010, Παρασκευή 23.04.2010, Σάββατο 24.04.2010, Κυριακή 25.04.2010, Δευτέρα 03.05.2010, Τρίτη 04.05.2010, Δευτέρα 10.05.2010, Τρίτη 11.05.2010, Τετάρτη 12.05.2010, Πέμπτη 13.05.2010, Τετάρτη 19.05.2010, Πέμπτη 20.05.2010, Παρασκευή 21.05.2010, Σάββατο 22.05.2010, Παρασκευή 28.05.2010, Σάββατο 29.05.2010, Κυριακή 30.05.2010, Τρίτη 01.06.2010, Παρασκευή 04.06.2010, Τετάρτη 09.06.2010, Πέμπτη 10.06.2010, Παρασκευή 11.06.2010, Σάββατο 12.06.2010, Παρασκευή 18.06.2010, Πέμπτη 24.06.2010, Παρασκευή 25.06.2010, Σάββατο 26.06.2010, Τρίτη 29.06.2010, Τετάρτη 11.06.2010, Πέμπτη 01.07.2010, Παρασκευή 02.07.2010, Σάββατο 03.07.2010, Κυριακή 04.07.2010, Παρασκευή 09.07.2010, Κυριακή 11.07.2010, Δευτέρα 12.07.2010, Τρίτη 13.07.2010, Τετάρτη 14.07.2010, Δευτέρα 19.07.2010 , Τρίτη 20.07.2010 , Τετάρτη 21.07.2010, Πέμπτη 22.07.2010, Παρασκευή 23.07.2010, Δευτέρα 26.07.2010, Τρίτη 27.07.2010, Τετάρτη 28.07.2010, Παρασκευή 06.08.2010, Δευτέρα 09.08.2010, Τρίτη 10.08.2010, Τετάρτη 11.08.2010, Πέμπτη 12.08.2010, Παρασκευή 13.08.2010, Πέμπτη 19.08.2010, Παρασκευή 20.08.2010, Πέμπτη 26.08.2010, Παρασκευή 27.08.2010, Κυριακή 29.08.2010, Δευτέρα 30.08.2010, Τρίτη 31.08.2010, Δευτέρα 06.09.2010, Τρίτη 07.09.2010, Τετάρτη 08.09.2010, Κυριακή 12.09.2010, Δευτέρα 13.09.2010, Τρίτη 14.09.2010, Πέμπτη 16.09.2010, Σάββατο 18.09.2010, Παρασκευή 01.10.2010, Κυριακή 03.10.2010, Τρίτη 12.10.2010, Τετάρτη 13.10.2010, Πέμπτη 14.10.2010 , Κυριακή 17.10.2010, Δευτέρα 18.10.2010, Τρίτη 26.10.2010, Πέμπτη 04.11.2010, Παρασκευή 05.11.2010, Κυριακή 07.11.2010, Δευτέρα 08.11.2010, Δευτέρα 15.11.2010, Τρίτη 16.11.2010, Τετάρτη 17.11.2010, Κυριακή 21.11.2010, Δευτέρα 22.11.2010, Τρίτη 23.11.2010, Τετάρτη 24.11.2010, Πέμπτη 25.11.2010, Τρίτη 30.11.2010, Τετάρτη 01.12.2010, Δευτέρα 06.12.2010, Τρίτη 7.12.2010, Σάββατο 11.12.2010, Κυριακή 12.12.2010, Δευτέρα 13. 12. 2010, Σάββατο 18.12.2010, Κυριακή 19.12.2010, Τετάρτη 22.12.2010, Πέμπτη 23.12.2010, Κυριακή 26.12.2010, Δευτέρα 27.12.2010, Παρασκευή 31.12.2010, Παρασκευή 07.01.2011, Κυριακή 09.01.2011, Τρίτη 11.01.2011, Πέμπτη 13.01.2011, Σάββατο 15.01.2011, Κυριακή 16.01.2011, Σάββατο 22.01.2011, Δευτέρα 24.01.2011, Πέμπτη 27.01.2011, Παρασκευή 28.01.2011, Δευτέρα 31.01.2011, Σάββατο 05.02.2011, Κυριακή 06.02.2011, Πέμπτη 10.02.2011, Παρασκευή 11.02.2011, Κυριακή 13.02.2011, Δευτέρα 14.02.2011, Σάββατο 19.02.2011, Δευτέρα 21.02.2011, Τρίτη 22.02.2011, Τετάρτη 23.02.2011, Πέμπτη 24.02.2011, Παρασκευή 25.02.2011, Σάββατο 05.03.2011, Σάββατο 12.03.2011, Κυριακή 13.03.2011, Δευτέρα 14.03.2011, Τρίτη 15.03.2011, Τετάρτη 16.03.2011, Πέμπτη 17.03.2011, Παρασκευή 18.03.2011, Κυριακή 27.03.2011, Δευτέρα 28.03.2011, Τρίτη 29.03.2011, Τετάρτη 30.03.2011, Πέμπτη 31.03.2011, Παρασκευή 01.04.2011, Κυριακή 03.04.2011, Δευτέρα 04.04.2011, Τρίτη 05.04.2011, Πέμπτη 07.04.2011, Παρασκευή 08.04.2011, Σάββατο 09.04.2011, Κυριακή 17.04.2011, Τρίτη 19.04.2011, Πέμπτη 21.04.2011, Παρασκευή 22.04.2011, Κυριακή 24.04.2011, Δευτέρα 25.04.2011, Τετάρτη 27.04.2011, Πέμπτη 28.04.2011, Παρασκευή 29.04.2011, Κυριακή 01.05.2011, Δευτέρα 02.05.2011, Τρίτη 03.05.2011, Τετάρτη 04.05.2011, Κυριακή 08.05.2011, Πέμπτη 12.05.2011, Τρίτη 17.05.2011, Τετάρτη 18.05.2011, Πέμπτη 19.05.2011, Παρασκευή 20.05.2011, Κυριακή 21.05.2011, Δευτέρα 22.05.2011, Παρασκευή 26.05.2011, Κυριακή 28.05.2011, Τετάρτη 01.06.2011, Σάββατο 04.06.2011, Κυριακή 05.06.2011, Δευτέρα 06.06.2011, Τρίτη 07.06.2011, Παρασκευή 10.06.2011, Κυριακή 12.06.2011, Παρασκευή 24.06.2011, Κυριακή 26.06.2011, Δευτέρα 27.06.2011, Τρίτη 28.06.2011, Τετάρτη 29.06.2011, Πέμπτη 30.06.2011, Παρασκευή 01.07.2011, Σάββατο 09.07.2011, Κυριακή 10.07.2011, Τρίτη 12.07.2011, Τετάρτη 13.07.2011, Πέμπτη 14.07.2011, Παρασκευή 15.07.2011, Σάββατο 23.07.2011.
Ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν για την ανωτέρω περίοδο μέχρι τον Ιούλιο του 2011 σε 739,56 €, όσο και ο νόμιμος και για τον Ιούλιο 2011 σε 751,39 €, όσο και ο νόμιμος, το ωρομίσθιο σε 4,43 € και για τον Ιούλιο 2011 σε 4,50 €, η επαύξηση του κατά 25% ανέρχεται σε 1,10 € και για τον Ιούλιο 2011 σε 1,12 €, η προσαύξηση του ωρομισθίου για νυχτερινή εργασία για τις ώρες που εμπίπτουν στην Κυριακή η αργίες (75% προσαύξηση εργασίας την Κυριακή και 25% προσαύξηση νυχτερινής εργασίας) σε 4,43 € και για τον Ιούλιο 2011 σε 4,50 € και ότι, από την παραπάνω αιτία η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για νυχτερινή εργασία κατά τις παραπάνω ημέρες και ώρες το ποσό των 203,12 € για τον Μάρτιο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.04.2010• 172,20 € για τον Απρίλιο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.05.2010• 161,02 € για τον Μάιο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.06.2010• 138,96 € για τον Ιούνιο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.07.2010• 180,70 € για τον Ιούλιο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.08.2010• 121,06 € για τον Αύγουστο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.09.2010• 158,88 € για τον Σεπτέμβριο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.10.2010• 83,72 € για τον Οκτώβριο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.11.2010• 127,72 € για τον Νοέμβριο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.12.2010• 174,34 € για τον Δεκέμβριο 2010 με τους νόμιμους τόκους από 01.01.2011• 158,88 για τον Ιανουάριο 2011 με τους νόμιμους τόκους από 01.02.2011• 158,88 για τον Φεβρουάριο 2011 με τους νόμιμους τόκους από 01.03.2011• 169,88 για τον Μάρτιο 2011 με τους νόμιμους τόκους από 01.04.2011• 180,76 για τον Απρίλιο 2011 με τους νόμιμους τόκους από 01.05.2011• 149,84 € για τον Μάιο 2011 με τους νόμιμους τόκους από 01.06.2011• 154,36 για τον Ιούνιο 2011 με τους νόμιμους τόκους από 01.07.2011 (119 € μείον 9 0,20 €, που έλαβε)• 28,80 € για τον Ιούλιο 2011 με τους νομίμους από 1.8.2011 και συνολικά 2.523,12 €.
Ότι, επίσης στον ενάγοντα οφείλεται η προσαύξηση του 75% στο ωρομίσθιό του για όσες ώρες εργασίας πραγματοποίησε ημέρα Κυριακή, πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τις νυχτερινές ώρες και υπολογίστηκε η προσαύξηση Κυριακής. Ότι, ειδικότερα ο ενάγων εργαζόμενος στην πρωινή ή απογευματινή βάρδια, ημέρα Κυριακή, κατά τις κάτωθι ημέρες: 14.03.2010, 21.03.2010, 04.04.2010, 02.05.2010, 16.05.2010, 06.06.2010, 20.06.2010, 18.07.2010, 01.08.2010, 08.08.2010, 22.08.2010, 10.10.2010, 24.10.2010, 31.10.2010, 14.11.2010, 17.11.2010, 05.12.2010, 02.01.2011, 23.01.2011, 30.01.2011, 27.02.2011, 20.03.2011, 15.05.2011 και 24.07.2011 και δικαιούται για κάθε ώρα προσαύξηση ίση με (ωρομίσθιο 4,43 € Χ 75% =) 3,32 € και για τον Ιούλιο 2011 (ωρομίσθιο 4,50 € Χ 75% =) 3,37 € και ότι για τον Μάρτιο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό των (16ώ Χ 3,32 =) 53,12 €, ποσό που έλαβε σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού• για τον Απρίλιο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56€, ποσό που έλαβε σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού• για τον Μάιο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό των (16 ώ Χ 3,32 ) 53,12 € εκ του οποίου έλαβε ποσό 26,64 €, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και του οφείλονται (53,12 - 26,64 =) 26,48 € νομιμότοκα από 01.06.2010• για τον Ιούνιο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό των (16 ώ Χ 3,32 =) 53,12 € εκ του οποίου έλαβε ποσό 26,64 €, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και του οφείλονται (53,12 - 26,64 =) 26,48 € νομιμότοκα από 01.07.2010• για τον Ιούλιο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 €, που του οφείλεται νομιμότοκα από 01.08.2010• για τον Αύγουστο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (18ώ Χ 3,32 =) 59,76 € που του οφείλεται νομιμότοκα από 01.09.2010• για τον Οκτώβριο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (18ώ Χ 3,32 =) 59,76 € εκ του οποίου έλαβε ποσό 26,64 €, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και του οφείλονται (59,76 - 26,64 =) 33,12 € νομιμότοκα από 01.11.2010• για τον Νοέμβριο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (16ώ Χ 3,32 =) 53,12 €, που του οφείλεται νομιμότοκα από 1.12.2010, για τον Δεκέμβριο 2010 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 € που του οφείλεται νομιμότοκα από 01.01.2011• για τον Ιανουάριο 2011 έπρεπε να του καταβληθεί το ποσό των (24ώ Χ 3,32 =) 79,68 €, που του οφείλεται νομιμότοκα από 01.02.2011• για τον Φεβρουάριο 2011 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 € ,που του οφείλεται νομιμότοκα από 01.03.2011• για τον Μάρτιο 2011 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 €, που έλαβε σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού• για τον Μάιο 2011 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 €, που του οφείλεται νομιμότοκα από 01.06.2011 και για τον Ιούλιο 2011 έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,37 =) 26,96 €, που του οφείλεται νομιμότοκα από 01.08.2011.
Ότι, απασχολήθηκε κατά το έτος 2009 τον Φεβρουάριο 8 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 € εκ του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 25,26 €, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και του οφείλεται το ποσό του (26,56 -25,26 =) 1,30 € νομιμότοκα από 01.03.2009• τον Μάρτιο 24 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (24ώ Χ 3,32 =) 79,68 € εκ του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 75,78 €, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και του οφείλεται το ποσό των (79,68 -75,78 =) 3,90 € νομιμότοκα από 01.04.2009• τον Απρίλιο 8 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 € εκ του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 25,26 €, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και του οφείλεται το ποσό του (26,56 -25,26 =) 1,30 € νομιμότοκα από 01.05.2009• τον Μάιο 16 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (16 ώ Χ 3,32 =) 53,12 € το οποίο του καταβλήθηκε, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού• τον Ιούνιο 8 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 €, το οποίο του καταβλήθηκε, σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού• τον Ιούλιο 8 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 €, το οποίο του καταβλήθηκε σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού• τον Αύγουστο 16 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (16 ώ Χ 3,32 =) 53,12 €, το οποίο του καταβλήθηκε σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού• τον Σεπτέμβριο 8 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 €, το οποίο του καταβλήθηκε σύμφωνα με την απόδειξη του μήνα αυτού• τον Νοέμβριο 8 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (8ώ Χ 3,32 =) 26,56 €, το οποίο του καταβλήθηκε σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και τον Δεκέμβριο 16 ώρες και έπρεπε να του καταβληθεί ποσό (16 ώ Χ 3,32 =) 53,12 €, το οποίο του καταβλήθηκε σύμφωνα με την εξοφλητική απόδειξη του μήνα αυτού και ότι από την αιτία αυτή οφείλεται στον ενάγοντα συνολικά ποσό 418,34 €.
Ότι, η αφαίρεση των καταβληθέντων από την εναγόμενη ποσών από τα οφειλόμενα στον ενάγοντα κατά τα ανωτέρω, έγινε κατά μερική αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης ένστασης εξόφλησης (416, 417 ΑΚ) που πρόβαλε παραδεκτά η εναγόμενη πρωτοδίκως.
Ότι, ο ενάγων εργάστηκε ημέρα Κυριακή άνω των πέντε ωρών χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης την εβδομάδα που ακολουθεί τις παρακάτω ημέρες: 16.5.2010 (απογευματινή βάρδια-8 ώ), 18.07.2010 (πρωινή βάρδια-8ώ), 08.08.2010 (απογευματινή βάρδια- 8ώ), 24.10.2010 (πρωινή βάρδια-8ώ), 31.10.2010 (πρωινή βάρδια- 8ώ), 15.05.2011 (απογευματινή βάρδια - 8ώ) για κάθε μία εκ των οποίων οφείλεται στον ενάγοντα ο πλουτισμός της εναγόμενης που προήλθε από την απασχόληση του την Κυριακή χωρίς πρόσθετη αμοιβή, την οποία θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο αμειβόμενο με την κατώτερη νόμιμη αμοιβή με βάση την ΕΓΣΣΕ, χωρίς άλλες προσαυξήσεις (επιδόματα κλπ), αφού αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί, ήτοι (739,56 ÷ 25 =) 29,58 €, ώστε από την παραπάνω αιτία οφείλει να καταβάλει η εναγόμενη στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (6 Χ 29,58 =) 177,48 € από την επίδοση της αγωγής.
Ότι, ο ενάγων απασχολήθηκε ημέρα Σάββατο για οκτώ ώρες, εργαζόμενος στην πρωινή η απογευματινή βάρδια καθ’ υπέρβαση της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας τις παρακάτω ημέρες: 19.06.2010, 03.07.2010, 17.07.2010, 31.07.2010, 14.08.2010, 09.10.2010 και 19.02.2011, για κάθε μία εκ των οποίων οφείλεται στον ενάγοντα ο πλουτισμός της εναγόμενης που προήλθε από την απασχόληση του μετά από εξάντληση των πέντε ημερών εργασίας εντός της ίδια εβδομάδας, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, την οποία θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο αμειβόμενο με την κατώτερη νόμιμη αμοιβή με βάση την ΕΓΣΣΕ, χωρίς άλλες προσαυξήσεις (επιδόματα κλπ), αφού αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί, ήτοι (739,56 ÷ 25 =) 29,58 ευρώ, ώστε από την παραπάνω αιτία οφείλει η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (7 Χ 29,58 =) 207,06 ευρώ από την επίδοση της αγωγής.
Ότι, δεν αποδείχθηκαν οι λοιπές αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος• ειδικότερα δε για το διάστημα που εργάστηκε ο ενάγων στον ΟΑΕΔ Μεσολογγίου, το μόνο αποδεικτικό μέσο που εισφέρθηκε ήταν η ένορκη βεβαίωση του συναδέλφου του ενάγοντος (Κ.) Γ., η οποία δεν είναι αρκούντος αναλυτική, ώστε να δυνηθεί το δικαστήριο να επιδικάσει απαιτήσεις και δεν διασαφηνίζεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ., με τον οποίο κατά τον (Κ.) Γ. ήρθαν σε συνεννόηση για τις ημέρες και ώρες εργασίας, διότι ο τελευταίος βεβαίωσε για τη φύλαξη στα ΤΕΙ και όχι στον ΟΑΕΔ και ότι, ο μάρτυς απόδειξης μπορούσε να καταθέσει μόνο για την εργασία του ενάγοντος στο ΤΕΙ Πατρών, όπως και ο ενόρκως βεβαιώσας Δ. Μ., ενώ ο Π. Β. βεβαιώνει μόνο ό,τι γνωρίζει από πληροφορίες του ενάγοντος, ενώ υπάρχουν και αντίθετες βεβαιώσεις κατά περιεχόμενο.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τις αξιώσεις του ενάγοντος καθ’ ολοκληρίαν από όλες τις παραπάνω αιτίες, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, κατ’ αποδοχήν ως εν μέρει βάσιμων των τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της έφεσης εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τις συναφείς της διατάξεις, μαζί με τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή σχετικά με τα εκκληθέντα κεφάλαια της απόφασης κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.444,61 €, με τους νόμιμους τόκους κατά τους ειδικότερους αναφερόμενους σ' αυτή υπολογισμούς.
[3] Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 141 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού του άρθρου και νόμου από 01.01.2016.
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 683/2010, ΑΠ 897/2009, ΑΠ 692/2008).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.
Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρ. 5 του ν. 2195/2001 από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και ίσχυε κατά τα προεκτεθέντα πριν την κατάργησή του από το Ν. 4335/2015, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 377/2019, ΑΠ 692/2017, ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 485/2010 ΑΠ 344/2007).
Έτσι, εφόσον μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 535/2019, ΑΠ 658/2014)• ενώ και στην ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ., όπως ίσχυαν μέχρι 01.01.2016 πριν την σιωπηρή κατάργησή τους από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ίδιου ως άνω νόμου (ν. 4335/2015), εφόσον δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση για αποδείξεις κατά κανόνα δεν δημιουργείται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκτός εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως βαρύνεται με τις συνέπειες της μη αποδείξεως πραγματικών περιστατικών για τα οποία υπάρχει τέτοιο τεκμήριο (AΠ 1023/2015, AΠ 442/2014, ΑΠ 286/2013).
Σε κάθε όμως περίπτωση, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται να απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, στον οποίο εσφαλμένα επιβλήθηκε το βάρος απόδειξης, ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων και όχι γιατί οι αντίθετες αποδείξεις που προσκομίσθηκαν θεωρήθηκαν επαρκείς από το δικαστήριο προς απόδειξη του αντιθέτου του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, διότι στην τελευταία περίπτωση η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης στερείται έννομης σημασίας και ως εκ τούτου ελλείπει το έννομο συμφέρον του διαδίκου που επιβαρύνθηκε με την απόδειξη να προβάλει την αιτίαση αυτή (ΑΠ 2305/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ. 1 του ΚΠολΔ τη γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, εφόσον αμφισβητείται, πρέπει να την αποδείξει εκείνος που το επικαλείται και το προσάγει, εκτός αν είναι τόσο φανερά αλλαγμένο, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει αμέσως και ασφαλώς ότι δεν είναι γνήσιο, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου εκείνος, κατά του οποίου προσάγεται το ιδιωτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν αναγνωριστεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής, θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 458, 460, 461 και 463 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων, δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή από διάδικο ιδιωτικού εγγράφου για άμεση ή έμμεση (ως δικαστικό τεκμήριο) απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού ενέχει και ισχυρισμό της γνησιότητάς του, την οποία οφείλει ο ίδιος να αποδείξει σύμφωνα με το άρθρο 338 ΚΠολΔ, όταν αμφισβητηθεί από τον αντίδικό του, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού αποτελεί άρνηση (ΑΠ 20/2017, ΑΠ 279/2011). Έτσι, εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο –αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή εκείνου, κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου– η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή του εγγράφου και η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, το οποίο τεκμήριο ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 1088/2014, ΑΠ 575/2010, ΑΠ 1338/2008). Τούτο δε διότι η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού αναφέρεται στο περιεχόμενο του εγγράφου, ενώ η αμφισβήτηση της γνησιότητας ενός ιδιωτικού εγγράφου μόνο στην υπογραφή του (ΑΠ 535/2019).
Για να εξετασθεί δε κατ’ ουσίαν ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει ο διάδικος να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο τα αναγκαία για την απόδειξή του στοιχεία (ΑΠ 2037/2010) και, ειδικότερα επί λήψεως υπ’όψη μη επιτρεπόμενου εγγράφου, το έγγραφο αυτό (ΑΠ 490/2017), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11α' και 13 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης και συγκεκριμένα επέβαλε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το βάρος αποδείξεως της γνησιότητας των υπογραφών των προσώπων, που φέρονται να έχουν υπογράψει τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ως προς τον χρόνο εργασίας του, που έφεραν τον τίτλο «αναφορές φύλακα» και με αριθ. σχετ. … έως … και … έως … απευθυνόμενα προς το ΤΕΙ Πατρών, την γνησιότητα των οποίων νόμιμα και παραδεκτά αρνήθηκε (σημ.: η εναγόμενη)• και ως εκ τούτου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε δικονομική υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητά τους, με αποτέλεσμα εσφαλμένα να κρίνει στη συνέχεια το Εφετείο ότι συνιστούν γνήσια, μη πλαστά έγγραφα και να τα λάβει υπόψη του.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός περί μη γνησιότητας των ως άνω εγγράφων, απορρίφθηκε από το Εφετείο ως ουσία αβάσιμος, διότι κρίθηκε ότι οι αποδείξεις, που προσκομίστηκαν ήταν επαρκείς για την απόρριψή του και όχι γιατί δεν προσκομίστηκαν (επαρκείς) αποδείξεις περί του αντιθέτου, δηλαδή ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε τον εν λόγω ισχυρισμό και ότι μετακυλήθηκε έτσι το βάρος απόδειξης σ’ αυτόν αντί του αντίδικου του–ενάγοντος–αναιρεσιβλήτου, ο οποίος έφερε και το βάρος της απόδειξης του ως άνω ισχυρισμού, κατά τα εκτιθέμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, απορρίπτοντας έτσι τον ισχυρισμό του.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι τα έγγραφα, που έφεραν τον τίτλο «αναφορές φύλακα» συνιστούν γνήσια, μη πλαστά έγγραφα διότι «|[...]φωτοαντίγραφα των αναφορών αυτών που συντάχθηκαν και παραδόθηκαν στο ΤΕΙ Πατρών και μεγάλο μέρος αυτών φέρουν και αριθμό πρωτοκόλλου κατάθεσης και χρονολογία κατάθεσης, ζήτησε ο ενάγων με την από 02.12.2014 αίτηση του και έλαβε από το ΤΕΙ Πατρών για το χρονικό διάστημα από 01.01.2010 έως 31.07.2011, όπως αποδεικνύεται από το .../22.12.2014 έγγραφο της Γραμματέως του ΤΕΙ Δ.
Ν. που αναφέρει ότι « [...]σας χορηγούμε φωτοαντίγραφα των αναφορών εταιρείας φύλαξης για τη χρονική περίοδο από 01.01.2010 έως 31.07.2011 από τις οποίες προκύπτει η δική σας απασχόληση ως φύλακας». Επί πλέον από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Δ. Μ., συνάγεται ότι προβλέπεται η αναφορά φύλακας, συμπληρώνεται από τον φύλακα αν υπάρχει πρόβλημα και ενημερώνεται η εταιρεία, ότι πρόκειται για απλό έντυπο, που μπορεί να έχει ημερομηνία και υπογραφή, μπορεί και όχι, ότι υπήρχαν έντυπα με τη φίρμα της εταιρείας, ότι οι αναφορές, που πήγαιναν στα ΤΕΙ, δεν ήταν απαραίτητο να υπάρχει διπλότυπο για να πηγαίνει και στην εταιρεία και αντίγραφα της αναφοράς μπορεί να υπήρχαν, μπορεί και όχι.
Από την επισκόπηση των συγκεκριμένων αναφορών φύλακα φαίνεται ότι κατατίθενταν στο ΤΕΙ Πατρών και αναφορές στις οποίες δεν αναφέρεται κανένα συμβάν (όπως π.χ. η με αριθμό πρωτ. 297/12.01.2011 που αφορά την 11.01.2011), ενώ υπογράφονται κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτών από τον Σ. Δ., ο οποίος είναι αρχιφύλακας, από τον ενάγοντα ή και από τους δύο.
Επίσης, υπάρχει και υπογεγραμμένη αναφορά από τον Δ. Μ.. Για την σύνταξη των αναφορών αυτών από τους φύλακες και την κατάθεση στα ΤΕΙ, κατέθεσε και ο Γ. Κ., αντιπρόσωπος της εναγόμενης στην Πάτρα από το 2008 μέχρι και τον Μάρτιο του 2010. Φύλακες στις κτιριακές εγκαταστάσεις των ΤΕΙ Πατρών ήταν οι Σ. Δ., Η. Χ., Δ.
Μ., Ι. Μ., Χ. Τ. και ο ενάγων και από τον Μάιο του 2011 η Σ. Δ.. Εκ των ανωτέρω ο Χ. Τ. που κατέθεσε ως μάρτυς απόδειξης στο πρωτόδικο δικαστήριο επιβεβαίωσε τη σύνταξη των αναφορών αυτών. Μέχρι σήμερα ουδείς εκ των όσων εργάστηκαν ως φύλακες στο έργο αμφισβήτησε τη γνησιότητα των αναφορών αυτών [...]|». Η αναφορά και μόνο στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι:
«Μάλιστα ο Σ. Δ. θα μπορούσε να κληθεί από την εναγομένη που είχε λάβει ένορκη βεβαίωσή του πριν την συζήτηση στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να βεβαιώσει με την επίκληση ορισμένων εκ των αναφορών αυτών στον πρώτο βαθμό κατά τη συζήτηση της αγωγής, περί της μη γνησιότητας της υπογραφής του, που αμφισβήτησε η εναγομένη, πλην όμως αυτό δεν έγινε», δεν σημαίνει αντιστροφή του βάρους απόδειξης του ως άνω ισχυρισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των εγγράφων, που επικαλέστηκε ο αντίδικός του, και μάλιστα αξίωση του Δικαστηρίου προκειμένου να κλητευθεί από την εναγομένη ως μάρτυρας ο Σ.
Δ., προκειμένου να βεβαιώσει περί της γνησιότητας της υπογραφής του στις επίμαχες αναφορές. Και τούτο διότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που έφερε και το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως της γνησιότητας των εγγράφων, αλλά και εκείνα που προσκόμισε ο αντίδικός του εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος και αφού θεώρησε επαρκείς τις αποδείξεις κατά τα προαναφερόμενα απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό και δέχτηκε ότι οι αναφορές φέρουν γνήσιες υπογραφές και είναι αληθείς κατά περιεχόμενο, συντάχθηκαν δε στο χρόνο που αναφέρουν και από το γεγονός ότι δεν έχουν εμφανιστεί άλλες αναφορές για την ίδια περίοδο, με δεδομένο ότι οι αναφορές συντάσσονταν και κατατίθενταν στα ΤΕΙ, το οποίο και χορήγησε τα σχετικά αντίγραφα.
Για να ενισχύσει δε τη κρίση του περί της γνησιότητας της υπογραφής των προσκομισθέντων και επικαλουμένων εγγράφων πρόβαλε ως επί πλέον επιχείρημα ότι δεν κλήθηκε ο Σ. Δ. από την εναγομένη, ο οποίος είχε δώσει ήδη ένορκη βεβαίωση, για να βεβαιώσει την δική του υπογραφή.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 και περαιτέρω σ' αυτή του άρθρου 11α' ΚΠολΔ και ο ως άνω πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος, πέραν του ότι, όσον αφορά την πλημμέλεια του άρθρου 11α' ΚΠολΔ, δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου τα έγγραφα, η γνησιότητα των οποίων αμφισβητήθηκε• υποχρέωση που πηγάζει από το άρθρο 570 παρ. 3 ΚΠολΔ.
[4] Από την διάταξη του εδαφίου α’ της παρ. 1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται σε αγωγές και ένδικα μέσα, τα οποία είχαν κατατεθεί πριν την 01.01.2016, συνάγεται ότι όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία (ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 1251/2019, ΑΠ 1389/2018 ΑΠ 311/2010).
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο έγγραφα, που έφεραν τον τίτλο προγράμματα εργασίας–πίνακες και με αριθ. σχετ. … έως …, για τα οποία έκρινε ότι ανήκουν στην κατηγορία των μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων και συνεπώς δεν αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, παρότι η αναιρεσείουσα νομότυπα αρνήθηκε την γνησιότητα των εν λόγω εγγράφων, αιτούμενη να μην ληφθούν υπόψη, και στα οποία στηρίχτηκε για την απόδειξη του κρίσιμου και ουσιώδους ζητήματος του προσδιορισμού των ημερών και ωρών απασχόλησης του ενάγοντος–αναιρεσιβλήτου.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος –δεδομένου ότι τα ως άνω έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου, κατά τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ. 1 του άρθρου 671 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, για την απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών– καθόσον τα εν λόγω έγγραφα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και συνεπώς είναι επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα και το Εφετείο, με το να τα λάβει υπόψη του, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια –πέραν του ότι αυτά δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου• υποχρέωση που πηγάζει από το άρθρο 570 παρ. 3 ΚΠολΔ.
[5] Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 141/2020, ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 18310/1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών «στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες - ήτοι από την 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή - καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές, αυξημένες κατά 25%». Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 8900/1946 απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, του άρθρου 2 του ΝΔ 3755/1957 και ΒΔ 748/1966, «στο προσωπικό γενικά όλων των εργασιών και επιχειρήσεων της χώρας, το οποίο, λόγω της φύσεως της εργασίας του απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις καθιερωμένες από το νόμο σαν εξαιρέσιμες εορτές, καταβάλλεται για τις ημέρες αυτές το κανονισμένο εκάστοτε ημερομίσθιο, αυξημένο κατά 75%».
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 18310/1946 απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών και της υπ’ αριθ. 8900/1946 απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, καθώς και του άρθρου 2 του ΝΔ 3755/1957 και ΒΔ 748/1966, καθώς αιτιολόγησε ανεπαρκώς και ασαφώς ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα το ζήτημα του προσδιορισμού της απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά τις νυχτερινές ώρες και των δικαιουμένων επιμέρους ποσών για την αιτία αυτή.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην εναγομένη κατά τις νυχτερινές ώρες από ώρα 22.00 έως 6.00 κατά τις ειδικότερα σ’ αυτή εκτιθέμενες συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες του ένδικου χρονικού διαστήματος και ότι δικαιούται για την εργασία του κατά τις νυχτερινές ώρες προσαύξηση ωρομισθίου 25% και για την εργασία του κατά τις νυχτερινές ώρες την Κυριακή ή αργία προσαύξηση ωρομισθίου 75% και 25% και στη συνέχεια ότι του οφείλεται προσαύξηση 75% στο ωρομίσθιό του για την απασχόλησή του επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, που πραγματοποίησε την πρωινή ή απογευματινή βάρδια, τις εκτιθέμενες συγκεκριμένες Κυριακές, πέραν των προαναφερομένων Κυριακών, που εργάστηκε κατά τις νυχτερινές ώρες και ήδη είχε υπολογιστεί η προσαύξηση 75% για την εργασία την Κυριακή κατά τον προσδιορισμό της νυχτερινής εργασίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δικαιούται για την εργασία του τις νυχτερινές ώρες, συμπεριλαμβανομένων και των Κυριακών, που εργάστηκε κατά τις νυχτερινές ώρες, το συνολικό ποσό των 2.523,12 ευρώ και για την εργασία του στην πρωινή ή απογευματινή βάρδια κατά τις Κυριακές το ποσό των 418,34 ευρώ.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της απασχόλησης του ενάγοντος κατά τις νυχτερινές ώρες και των δικαιουμένων επί μέρους ποσών, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου της υπ' αριθ. 18310/1946 απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών και της υπ' αριθ. 8900/1946 απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, καθώς και του άρθρου 2 του ΝΔ 3755/1957 και ΒΔ 748/1966, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
[6] Κατά τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ το έννομο συμφέρον αποτελεί την κύρια θετική προϋπόθεση, που πρέπει να υπάρχει στον αναιρεσείοντα για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένδικο μέσο και επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη. Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 26.02.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθμό 11400/1710/4-3-1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α` 180) και του άρθρου 2 της από 29-12-1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), που κυρώθηκε με το Ν. 1157/1981, περί της δυνατότητας καθιέρωσης της εβδομάδας των πέντε ημερών σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα, δυνάμει σχετικών συλλογικών ρυθμίσεων ή κατόπιν έκδοσης ειδικών διατάξεων νόμων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ.
του ΑΚ, προκύπτει ότι η μέχρι οκτώ (8) ώρες εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) σε επιχειρήσεις, όπου εφαρμόζεται υποχρεωτικά το σύστημα παροχής εργασίας πέντε ημερών την εβδομάδα, ήτοι σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, το μεν δεν συναριθμείται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1223/2013), το δε είναι άκυρη, ως απαγορευμένη από κανόνες δημόσιας τάξης.
Κατά συνέπεια, η παροχή τέτοιας εργασίας γεννά σε βάρος του εργοδότη απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό έχοντα τις ίδιες ικανότητες με τον απασχοληθέντα, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως στη θέση του παρανόμως απασχοληθέντος την έκτη ημέρα μισθωτού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του τελευταίου (λόγω γάμου, τέκνων ή προϋπηρεσίας) και τα συναφή με αυτές επιδόματα, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ’ ανάγκη στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 65/2020, ΑΠ 506/2017, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1576/2012).
Τα ανωτέρω, ως προς τον τρόπο αμοιβής των απασχολουμένων κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται το πενθήμερο, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, ίσχυαν κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3846/11-5-2010, με τον οποίο ρυθμίσθηκε το πρώτον νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας.
Ειδικότερα, με το άρθρο 8 αυτού ορίζεται ότι «Η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%».
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3846/2010, καθόσον, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της για τον προσδιορισμό της αμοιβής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για την εργασία του το Σάββατο, δεν εφαρμόστηκε, αλλά αντιθέτως εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε ημέρα Σάββατο για οκτώ ώρες κάθε φορά, εργαζόμενος στην πρωινή ή απογευματινή βάρδια, καθ’ υπέρβαση της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας κατά τις εκτιθέμενες συγκεκριμένες ημέρες του Σαββάτου, για κάθε μία εκ των οποίων του οφείλεται ο πλουτισμός της εναγομένης, που προήλθε από την απασχόλησή του μετά την εξάντληση των πέντε ημερών εργασίας εντός της ίδιας εβδομάδος, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, την οποίαν θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο αμειβόμενο με την κατώτερη νόμιμη αμοιβή με βάση την ΕΓΣΣΕ, χωρίς άλλες προσαυξήσεις (επιδόματα κλπ), αφού αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων για τις ημέρες του Σαββάτου, που εργάστηκε για το χρονικό διάστημα από 19.06.2010 μέχρι και 19.02.2011, δικαιούται το συνολικό ποσό των 207,06 ευρώ (7 Χ 29,58 €), με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ήτοι υπολογίζοντας το ημερομίσθιο του ενάγοντος, που συνιστούσε την αποδοτέα ωφέλεια για την εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου, με βάση την ΕΓΣΣΕ, χωρίς άλλες προσαυξήσεις (επιδόματα κλπ) και όχι με βάση το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του, προσαυξημένο κατά 30%, όπως προβλέπεται από άρθρο 8 ν. 3846/2010, που ίσχυε για το επίδικο χρονικό διάστημα (έναρξη ισχύος από 11.05.2010), επιδίκασε στον ενάγοντα μικρότερη αμοιβή για την εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου.
Συνεπώς, δεν υφίσταται βλάβη η αναιρεσείουσα από την παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης και κατ’ ακολουθίαν δεν προκύπτει έννομο συμφέρον, ούτε άλλωστε και η ίδια επικαλείται τέτοιο προς άσκηση του ως άνω λόγου, ο οποίος είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτος.
[7] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα», υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1413/2010, 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή και καταλυτικό ισχυρισμό της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ότι η «αναφορά φύλακα» δεν αποδεικνύει το ωράριο εργασίας του ούτε πιστοποιεί την εκτέλεση βάρδιας για τους λόγους, που αναλυτικά εκθέτει με αυτόν, καθώς και ότι δεν έλαβε επίσης υπόψη του τον αυτοτελή και καταλυτικό ισχυρισμό του για τις εμφανέστατες διαφορές ως προς το ωράριο απασχόλησης του ενάγοντος, που προκύπτουν μεταξύ των «αναφορών φύλακα» και των χειρόγραφων προγραμμάτων εργασίας, με αριθ. σχετ. … έως …, που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο τελευταίος, με αποτέλεσμα, λόγω των αντιφάσεων, να μην δύναται να εξαχθεί ασφαλές δικανικό συμπέρασμα για την απασχόλησή του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν «πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον χρόνο και το ωράριο απασχόλησης του ενάγοντος ως φύλακα στο ΤΕΙ Πατρών στα πλαίσια της αιτιολογημένης άρνησης της ένδικης αγωγής, που πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της.
[8] Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 του Ν. 3226/2004 «Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 24) προκύπτει ότι, η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι σε εκείνους που το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετησίων ατομικών εισοδημάτων που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κλπ, συνίσταται στην απαλλαγή αυτών από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις.
Η ανωτέρω απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
Ο διορισμός δικηγόρου ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον δικαιούχο στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97 ΚΠολΔ, εκτός εάν η απόφαση με αίτηση του δικαιούχου την επεκτείνει ή την περιορίζει.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: (α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και (β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 - 3 του Ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», που ισχύει κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 208/27.9.2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (03.11.2020), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ. 8 α’ του Ν. 4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ. 8 β’ του Ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το Ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο των οριζομένων στο Παράρτημα ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κλ.π, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής.
Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α’ του αυτού νόμου 3226/2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης. Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. πρωτ. 98535/18.12.2014 (ΦΕΚ Β 3578/31.12. 2014) Κοινή Απόφαση των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το άρθρο μόνο περ. Α της οποίας η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
Με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β’ του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κλ.π., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως η υπό κρίση υπόθεση, ανέρχεται για παράσταση σε 342 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ (ΑΠ 394/2020, ΑΠ 1317/2019, ΑΠ 334/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 2236/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ’ αριθ. 209/1.10.2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του αναιρεσίβλητου περί παροχής σε αυτόν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 του Ν. 3226/2004, ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Γκούβας, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση της 03.11.2020 για την συζήτηση της ένδικης αίτησής αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «MEGA SPRINT GUARD A.E. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» κατά της υπ’ αριθ. 351/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Με την ίδια ως άνω Πράξη ο αναιρεσίβλητος απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004. Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την δικάσιμο αυτή ο αναιρεσίβλητος παρέστη δια του προαναφερομένου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Επομένως τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε ο αναιρεσίβλητος και τα οποία επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας, που ηττάται (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), ταυτίζονται με την αποζημίωση του δικηγόρου του αναιρεσίβλητου για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ανέρχονται στο ποσό των 646,78 ευρώ (νόμιμη αμοιβή 342 ευρώ για παράσταση + 310 ευρώ για σύνταξη προτάσεων επί 24% ΦΠΑ επ’ αυτών = 424,08 + 384,40 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 808,48 ευρώ, μείον συντελεστή απομείωσης 20% ίσον 646,78 ευρώ).
Τα ως άνω δικαστικά έξοδα πρέπει κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 3226/2004 να επιδικασθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.07.2018 και αριθ. κατάθεσης 31/30.8.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 351/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (646,78), που επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ