Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court did not consider unsubmitted facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's labor judgment. The appellant argued the lower court erred by considering an unpaid salary claim of 22 euros that had not been submitted by the employee. The court rejected this, noting that the appeal under Article 559 of the Civil Procedure Code requires the lower court to have considered facts not proposed or crucial unconsidered facts, which was not established here. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the employee.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 of Art. 559 of the Civil Procedure Code; The appeal is admissible only when the court considered facts not proposed or failed to consider proposed facts with essential impact, excluding unsubstantiated claims or mere arguments derived from evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 75 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 75/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Λυκούδη, που κατάθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γιαννούλη, ο οποίος διορίσθηκε σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 και την 160/2015 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1245/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5750/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/2/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 12/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως <<πράγματα>> θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι εφέσεως ,όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το ημερομίσθιο της αναιρεσίβλητης που καταβαλλόταν από την αναιρεσείουσα ανερχόταν στο ποσό των 22 ευρώ, έσφαλε διότι έτσι έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη περί καταβολής ημερομισθίου 22 ευρώ, αφού στην αγωγή και στην έφεσή της αναιρεσίβλητης αναφερόταν ως ημερομίσθιο το ποσό των 29,30 ευρώ.
Το περιστατικό όμως αυτό συνιστά συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο συνήχθη από την εκτίμηση των αποδείξεων. και δεν εμπίπτει στην έννοια των "πραγμάτων".
Συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. 2 Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β` ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Εξάλλου, στο πλαίσιο της καθιερουμένης από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή (ΑΠ 318/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που απέρριψε την αγωγή, αφού δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων έγκυρη συμφωνία καταβολής ημερομισθίου 29,30 ευρώ για κάθε εργάσιμη ημέρα, (που ήταν το ημερομίσθιο που ίσχυε κατά τη σύναψη της σύμβασης της ΕΣΣΕ) και ότι η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα αντί του συμφωνηθέντος ημερομισθίου το ποσό των 22 ευρώ ως ημερομίσθιο, στη συνέχεια, με βάση τη διαφορά αυτή (μεταξύ του συμφωνηθέντος και του καταβληθέντος ημερομισθίου) των 7 ευρώ, υπολόγισε τις διαφορές αποδοχών που δικαιούτο η ενάγουσα για επιδόματα εορτών και αδείας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-11-2007 έως 1-11-2011 και επιδίκασε σε αυτήν το συνολικό ποσό των 7.476,27 ευρώ, κάνοντας έτσι εν μέρει δεκτή στην ουσία την ένδικη αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την καταβολή τους.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν επιδίκασε με την προσβαλλομένη απόφασή του πλέον του αιτηθέντος και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. β` ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως αβασίμως διατείνεται με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. 3. Σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου έγγραφα είναι τα κατά το άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1531/2012). Επομένως δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι το δικόγραφο της αγωγής, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων (ΑΠ 42/2014), Εξάλλου ο ίδιος λόγος ,όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών (ΑΠ 1164/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα, και ειδικότερα 1) το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, 2) το από 26-3-2012 με αριθμ.
πρωτ. 5086/351 έγγραφο της Δ/νσης Αμοιβής Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, 3) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την υπ' αριθμ. .../10-4-2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Α. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, 4) το έγγραφο της αναιρεσείουσας που αφορά τα μισθοδοτικά στοιχεία της αναιρεσίβλητης για το έτος 2008 και το έγγραφο κίνησης του υπ' αριθμ. ...
τραπεζικού λογαριασμού που τηρούσε η αναιρεσίβλητη στην τράπεζα Eurobank, 5) την υπ' αριθμ. 113.127/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 6) το έγγραφο της καταγγελίας. Από τα επικαλούμενα το με αριθμό 1 (δικόγραφο της ένδικης αγωγής) δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο και συνεπώς έγγραφο κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου και συνεπώς ο λόγος αναίρεσης ως προς αυτό είναι απαράδεκτος, παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, αφού λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο.
Ο λόγος αναίρεσης ως προς τα με αριθμούς 2,3,4,5 και 6 αποδεικτικά μέσα και έγγραφα είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη <<οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση, η υπ' αριθμ. .../10-4-2013 ένορκη βεβαίωση της Α.
Π. που δόθηκε στον Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν>>, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος , δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ρητά τα με αριθμό 3 αποδεικτικά μέσα (δηλαδή της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της αναιρεσείουσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της υπ' αριθμ. .../10-4-2013 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Α.
Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών) καθώς και τα με αριθμούς 2, 4, 5 και 6 έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του. Ο ίδιος λόγος ,όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. 4 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999).
Έλλειψη νόμιμης βάσης δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (AΠ 200/2014, 139/2014, 11/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι <<εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το συμφωνηθέν ημερομίσθιο της ενάγουσας ήταν 29,39 ευρώ, όμως η εναγομένη της κατέβαλε 22 ευρώ>>, είναι απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, οι οποίες δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίθεται με σαφήνεια στην αναιρεσιβαλλομένη.
5. Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται.
Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ` όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ` αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω ο, από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών ή άλλων παροχών που οφείλονται από σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρονται σ αυτήν, μεταξύ άλλων, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη εταιρεία δραστηριοποιείται στην παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών προώθησης πωλήσεων και marketing, ότι η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1.11.2007 ως υπάλληλος και συγκεκριμένα ως προωθητήρια πωλήσεων, ότι συμφωνήθηκε η τελευταία να παρέχει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη τρεις ημέρες εβδομαδιαίως επί 8 ώρες ημερησίως και συγκεκριμένα Δευτέρα και Παρασκευή από ώρα 12.00 έως ώρα 20.00, καθώς και το Σάββατο από ώρα 09.00 έως ώρα 17.00, ότι δυνάμει της ως άνω σύμβασης εργασίας το ημερομίσθιο της ενάγουσας ορίστηκε στο ποσό των 29,39 ευρώ, ότι η ενάγουσα παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες στην εναγομένη καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις διαφορές δεδουλευμένων ως όφειλε βάσει των ισχυουσών Σ.Σ.Ε.
για τους υπαλλήλους εμπορικών επιχειρήσεων, ότι η εναγομένη προέβη στην από 31.3.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση ποσού 1.116,82 ευρώ, ότι η εναγομένη της κατέβαλε αποδοχές κατώτερες των νομίμων και ζήτησε 1) για διαφορές αποδοχών δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας των ετών 2007-2011 το συνολικό ποσό των 14.084,85 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναλύεται κατ' έτος στην υπό κρίση αγωγή, και 2) για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.116,82 ευρώ και συνολικά ζήτησε το ποσό των 15.201,67 ευρώ. (14.084,85 + 1.116,82).
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα προαναφερθέντα αναγκαία στοιχεία, δεδομένου ότι αναφέρει πόσες ημέρες εργαζόταν εβδομαδιαίως, ποιο ήταν το συμφωνηθέν ημερομίσθιο, ποιο είδος της εργασίας παρείχε ,ποιο ήταν το ωράριο της εργασίας της και ποιες ήταν οι διαφορές των μη καταβληθέντων αποδοχών για δώρο Χριστουγέννων, για δώρο Πάσχα και για επίδομα αδείας.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, 1) εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία ,από όσα απαιτεί ο νόμος και 2) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη κηρύξεως παρά το νόμο απαραδέκτου. Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος .
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. 6. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 § 1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 §§ 1 και 2 του ίδιου νόμου, α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 §§ 1 - 3 ν. 4194/2013, Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά το άρθρο 166 § 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α` 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (27-10-2015), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ.8 α' του Ν.4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ.8 β` του Ν.4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα
ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κ.λ.π, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Τέλος, κατά το άρθρο 14 § 1 εδ.
α` του αυτού νόμου με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας κ.λ.π. που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.
Με την ΥΑ 98535/2014 (ΦΕΚ Β 3578 2014) των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης κλπ, α) η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, β) στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή και γ) σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
Με το άρθρο 58 § 4 περ. β` ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κ.λ.π., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου ανέρχεται για παράσταση σε 342 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ (βλ.
ΑΠ 2236/2013 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 160/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσίβλητης περί παροχής σ` αυτήν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 § 1 και 9 ν. 3226/ 2004, ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Γιαννούλης προκειμένου να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση της 27-10-2015 κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης κατ' αυτής, με την ίδια δε ως άνω Πράξη η αναιρεσίβλητη απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 §§ 1 και 2 ν. 3226/2004.
Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης (που αφορά την προαναφερθείσα εργατική διαφορά) κατά την δικάσιμο αυτή η αναιρεσίβλητη παρέστη δια του ορισθέντος ως άνω δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Επομένως τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη και τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττάται (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), επιδικασθούν δε υπέρ του Δημοσίου, ταυτίζονται με την αποζημίωση του ορισθέντος ως άνω δικηγόρου της για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέρχονται στο ποσό των 800,96 ευρώ [ νόμιμη αμοιβή 342 ευρώ για παράσταση συν 310 ευρώ για προτάσεις επί ΦΠΑ ποσοστού 23% ίσον 420,66 και 380,30 ευρώ, αντίστοιχα, μείον συντελεστή μείωσης ποσοστού 20% ίσον 800,96 ευρώ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-2-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5750/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια ευρώ και ενενήντα έξι λεπτά (800,96) και επιδικάζει αυτά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ