Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding partial finality of lower court decisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to appeal the second-instance judgment, ruling that only the substantive portion of the lower court decision remains final. The appellant argued for a full review of the case, but the court clarified that since the second instance had already ruled on the merits, the parts of the first-instance judgment not addressed by the second instance became legally binding. Consequently, the appeal was inadmissible because it sought to challenge a section of the first-instance judgment that had already attained finality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 553, 558, 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure; In cases where the second instance court rules on the merits within the scope of a transfer of effect, only the substantive part of the second-instance decision is appealable, while the parts of the first-instance decision not covered by the transfer become final and cannot be appealed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 73 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 73/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γιαννούλη, ο οποίος διορίσθηκε σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 και την 160/2015 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατάθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Λυκούδη, που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1245/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5750/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/2/2015 αίτησή της, η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 188/24-2-2015 και στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 26/24-2-2015, καθώς και με τους από 4/8/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 12/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα άρθρα 522, 553, 558 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας επί της οποίας το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση.
Τούτο, όμως, ισχύει μόνο ως προς το μέρος της υποθέσεως (ήτοι, τα αντίστοιχα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης) που έχει μεταβιβαστεί στο Εφετείο. Καθόσον, όμως, αφορά στα κεφάλαια που δεν είχαν εκκληθεί, η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη. Οπότε, μόνο η ίδια υπόκειται σε αναίρεση, η οποία πρέπει, για το παραδεκτό της, να απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη εκείνη, να αναφέρεται στα εν λόγω κεφάλαια και να κατατίθεται στο πρωτόδικο δικαστήριο (ΑΠ 983/2015, ΑΠ 637/2014, ΑΠ 581/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 26-4-2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία είχε απευθύνει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία συνδεόταν με την εναγομένη, είχε ζητήσει το ποσό των 15.201,67 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων, για επιδόματα εορτών και αδείας και για νόμιμη αποζημίωσή, λόγω απόλυσης της την 31-3-2012 από την εναγομένη.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 1245/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή κατ' ουσία. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 14-7-2013 έφεση της αναιρεσείουσας, επί της οποίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 5750/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, με την έφεσή της, παραπονέθηκε ως προς όλα τα κεφάλαια της εκκαλούμενης για εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προδιαληφθείσα απόφασή του, δέχθηκε την έφεση στην ουσία της, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε το αιτηθέν κονδύλιο της αγωγής ποσού 1.116,82 ευρώ για νόμιμη αποζημίωση, λόγω απόλυσης της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη, με τη δικαιολογία ότι η αναιρεσείουσα απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 7.476,77 ευρώ.
Ήδη η αναιρεσείουσα ζητεί με την αίτησή της (την οποία απευθύνει κατ' αμφοτέρων των παραπάνω αποφάσεων) να αναιρεθεί, ως προς το απορριφθέν κονδύλιο της νόμιμης αποζημίωσης, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για το λόγο που εκτίθεται σ' αυτήν και ειδικότερα για παραβίαση των διατάξεων 401 και 387 ΑΚ και 1 και 3 του Ν.2112/1920 λόγω εσφαλμένης νομικής υπαγωγής των περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις διατάξεις των άρθρων 401 και 387 ΑΚ αντί αυτών των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του Ν.2112/1920.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ως προς το άνω απορριφθέν κονδύλιο της αποζημίωσης. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αυτό το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο με την ασκηθείσα έφεση.
Ως εκ τούτου, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναίρεση ως προς αυτό.
Συνεπώς (πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, άρθρο 566 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που με αυτήν προβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση. Κατά το μέρος, όμως, που με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (όπως εκτιμάται το δικόγραφο αυτής, ιδιαίτερα από το περιεχόμενο του αναιρετικού λόγου, αλλά και του γεγονότος ότι αυτή απευθύνεται και κατά της αποφάσεως του Εφετείου), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία, πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχή, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 6/2009, ΑΠ 139/2001, ΑΠ 539/2003).
Κατ` ακολουθία αυτών, ο λόγος της αναίρεσης και ο συναφής πρόσθετος λόγος της, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ` ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, με το να δεχθεί ότι το αγωγικό κονδύλιο του ποσού του 1.116,82 για αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού η αναιρεσείουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 401 και 387 του ΑΚ (περί αποζημιώσεως λόγω υπαναχώρησης της εναγομένης από τη σύμβαση εργασίας), κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο Εφετείο και δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, ενόψει (και) του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής στο σύνολό της. 3 Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 § 1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 §§ 1 και 2 του ίδιου νόμου, α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 §§ 1 - 3 ν. 4194/2013, Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά το άρθρο 166 § 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α` 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (27-10-2015), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ.8 α' του Ν.4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ.8 β` του Ν.4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα
ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κ.λ.π, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Τέλος, κατά το άρθρο 14 § 1 εδ.
α` του αυτού νόμου με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας κ.λ.π. που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.
Με την ΥΑ 98535/2014 ( ΦΕΚ Β 3578 2014) των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης κλπ, α) η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, β) στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή και γ) σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
Με το άρθρο 58 § 4 περ. β` ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κ.λ.π., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου ανέρχεται για παράσταση σε 342 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ (βλ.
ΑΠ 2236/2013 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 160/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσείουσας περί παροχής σ` αυτήν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 § 1 και 9 ν. 3226/ 2004, ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Γιαννούλης προκειμένου να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση της 27-10-2015 κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησής της, με την ίδια δε ως άνω Πράξη η αναιρεσείουσα απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 §§ 1 και 2 ν. 3226/2004.
Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης (που αφορά την προαναφερθείσα εργατική διαφορά) κατά την δικάσιμο αυτή η αναιρεσίβλητη παρέστη δια αναφερομένου δικηγόρου, ο οποίος, κατέθεσε προτάσεις. Επομένως τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη και τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττάται (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), επιδικασθούν δε κατά του Δημοσίου, ταυτίζονται με την αποζημίωση του δικηγόρου της αναιρεσίβλητης για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέρχονται στο ποσό των 800,96 ευρώ [νόμιμη αμοιβή 342 ευρώ για παράσταση συν 310 ευρώ για προτάσεις επί ΦΠΑ ποσοστού 23% ίσον 420,66 και 380,30 ευρώ, αντίστοιχα, μείον συντελεστή μείωσης ποσοστού 20% ίσον 800,96 ευρώ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-2-2015 αίτηση αναίρεσης και του προσθέτου λόγου αυτής κατά της υπ' αριθμ. 5750/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατά της 1245/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια ευρώ και ενενήντα έξι λεπτά (800,96) και επιδικάζει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ