Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence, ruling procedural facts are binding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an employment dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific administrative decision and other evidence submitted for the first time at the appellate level. The court rejected this claim because the lower court's finding on the admissibility of new evidence is not subject to appellate review, and the appeal was also unfounded regarding the evaluation of existing evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's determination on the admissibility of evidence, and an appeal based on the failure to consider evidence admitted for the first time at the appellate level is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 390 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 390/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μπαλασούλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Παπαλιάγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 349/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 271/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-09-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνος δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (OλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα οεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία – ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).
Από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 10 και 15 του ν. 1264/82, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.
Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 455/04 ).
Και ναι μεν η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι, όπως προαναφέρθηκε, περιοριστική και έτσι δεν επιτρέπεται αυτή για λόγους άλλους που δεν προβλέπει η παραπάνω διάταξη ούτε με διεύρυνσή τους με τη μέθοδο της αναλογίας, πλην όμως, η επίκληση της προστασίας των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/82 και η άσκηση αξιώσεων που προϋποθέτουν την ακυρότητα της απολύσεως, όπως αυτή για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ και είναι καταχρηστική, όταν το συνδικαλιστικό στέλεχος με κακόβουλη συμπεριφορά του, που εξέρχεται των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσεως, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1264/82, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, έχει κλονίσει κατ' αντικειμενική κρίση, σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των μερών με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσεως εργασίας στο μέλλον.
Αυτό δε μπορεί να συμβεί και με τη διάπραξη εις βάρος του εργοδότη, και αν αυτός είναι προσωπική εταιρεία εις βάρος των μελών της, ποινικών αδικημάτων, μη προβλεπόμενων από το νόμο ως λόγων καταγγελίας, μείζονος ή και ίσης ηθικής και κοινωνικής απαξίας με αυτά που προβλέπονται. Γιατί, ναι μεν οι πιο πάνω διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσεως έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη με αποτέλεσμα την όξυνση των σχέσεών του με αυτόν, πλην όμως αν επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών.
Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί και σε συμπεριφορά που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/82, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απολύσεως του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας (ΑΠ 443/2016, ΑΠ 860/2015, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 364/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 2112/1920 "δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι’ αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι' αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "υπάλληλος απαλλαγείς διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν".
Ακολούθως, κατά το άρθρο 7 του ν. 3198/1955, "αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 2112 ή της παρ.1 του άρθρου 6 του β.δ της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενα. Εάν, όμως, επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ' αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί από τον εργοδότη χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, επειδή είχε υποβληθεί εναντίον του εργαζομένου μήνυση ή είχε κατ7 αυτού απαγγελθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, τότε, μετά την απαλλαγή του τελευταίου, αναβιώνει η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αποζημίωσης, ώστε η (χωρίς αποζημίωση) καταγγελία να καταστεί έγκυρη.
Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως.
Για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την περιέλευσή του σε υπερημερία, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αμέσως ή, πάντως, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήψη της, κατά τα προαναφερόμενα, όχλησης του εργαζομένου, εκτός αν επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, με επαναπρόσληψη του τελευταίου (ΑΠ 991/2015, ΑΠ 1106/2000, ΑΠ 1829/1999).
[Β] Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι προσελήφθη την 05-05-2006 από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενη δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως υπάλληλος στο κατάστημα εκμετάλλευσης ηλεκτρονικών υπολογιστών συνδεδεμένων στο INTERNET και καφέ-μπαρ, που διατηρούσε αυτή στην Λάρισα, προσέφερε δε τις υπηρεσίες του με την ανωτέρω ιδιότητα μέχρι την 15-07-2010, οπότε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την εργασιακή αυτή σύμβαση.
Ότι η ανωτέρω καταγγελία είναι άκυρη, διότι κατά τον χρόνο εκείνο ο ενάγων ήταν μέλος της διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης, προστατευόμενο βάσει του άρθρου 14 του Ν. 1264/1982, και συγκεκριμένα Γενικός Γραμματέας του 9μελούς Διοικητικού Συμβουλίου του εδρεύοντος στη Λάρισα επαγγελματικού σωματείου-πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στον κλάδο των επισιτιστικών επαγγελμάτων και καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟΥ-ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Ν. ΛΑΡΙΣΑΣ", δεν συνέτρεχε δε κάποιος από τους αναφερόμενους στην παραγ. 10 του ανωτέρω άρθρου λόγους και σε κάθε περίπτωση δεν αποφάσισε προηγουμένως για την συνδρομή κάποιου από τους αμέσως ανωτέρω λόγους η προβλεπόμενη από το άρθρο 15 του ιδίου νόμου Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών.
Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη- αναιρεσίβλητη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 16-07-2010 έως 17-05-2012 το συνολικό ποσό των 19.008,75 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ και για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών αυτό των 16.359,96 ευρώ, άλλως να του καταβάλει για αποζημίωση απολύσεως και διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των 16.976,83 ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το επικουρικό αίτημα για καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής διαφορών αποδοχών και επιδίκασε για την αιτία αυτή στον ενάγοντα το ποσό των 14.094,83 ευρώ συνολικά.
Επί ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος-αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω αποφάσεως εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη:
«| Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη το έτος 2006 μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων προσλήφθηκε για να παρέχει την εργασία του ως υπάλληλος στην επιχείρηση που διατηρούσε η εναγομένη στη Λάρισα, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών προς τους πελάτες του καταστήματος της σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και χρήσης των προγραμμάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών που υπήρχαν σ'αυτό (το κατάστημα).
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δυνάμει της από 15-07-2010 καταγγελίας της παραπάνω εργασιακής σχέσης, κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση, επικαλούμενη την υποβολή εγκλήσεως σε βάρος του ενάγοντος για την πράξη της φερόμενης ως τελεσθείσας σε βάρος της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου από τον ενάγοντα.
Το παραπάνω ποινικό αδίκημα, ως φερόμενο τελεσθέν από μέλος συνδικαλιστικής οργάνωσης, δεν εμπίπτει σε κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 14 παρ. 10 ν. 1264/1982, ώστε η εναγόμενη εργοδότρια να έπρεπε να προβεί σε αίτηση προηγούμενης άδειας καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από την αρμόδια επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/82.
Ενόψει των παραπάνω η καταγγελία, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν πάσχει από ακυρότητα λόγω έλλειψης προηγούμενης άδειας της παραπάνω επιτροπής, αφού η τελευταία δεν έχει αρμοδιότητα για την κρίση επί του ποινικού αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, δεδομένου ότι η υπερημερία του εργοδότη θα κριθεί με την επίδοση με επιμέλεια του δομένου απαλλακτικού βουλεύματος ή αθωωτικής απόφασης για το έγκλημα για το οποίο του απαγγέλθηκε κατηγορία.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, απέρριψε το αιτούμενο κονδύλιο που βασίζονταν στην ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη της εκκαλουμένης έκδοση της με αριθμό 47/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δυνάμει της οποίας ο ενάγων κρίθηκε αθώος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης που του απαγγέλθηκε κατόπιν εγκλήσεως της εναγομένης, δεν ασκεί επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, αφού κατά τα ανωτέρω η υπερημερία του εργοδότη θα κριθεί μετά την επίδοση της παραπάνω απόφασης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος εφέσεως.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ανήγγειλε την πρόσληψη του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ στις 10-08-2006 με αναφερόμενη ημερομηνία πρόσληψης την 01-08-2016. Όμως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τον ενάγοντα πρόσληψή του σε προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 05-05-2006, δεδομένου άλλωστε ότι η επικαλούμενη με την έφεσή του απόφαση της Τοπικής Επιτροπής του ΙΚΑ δεν προσκομίζεται |».
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 14 παρ. 5 εδ. α', 6 εδαφ.β, 7, 10 και 15 παρ. 1 του Ν. 1264/1982 με την μη εφαρμογή αυτών, δεδομένου ότι, ναι μεν η διεύρυνση των λόγων απόλυσης για τους οποίους είναι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 10 του Ν. 1264/1982 επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσης απαγορεύεται, διότι η ανωτέρω διάταξη δημόσιας τάξης αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική, πλην όμως σε περίπτωση που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους -μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και εξικνείται μέχρι του σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, τότε η επίκληση προστασίας του, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψής του μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική.
Και τούτο διότι οι ως άνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν, όμως, επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Εξ' ετέρου, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 5 παρ. 1 και 2 Ν. 2112/1920 και 7 του Ν. 3198/1955 που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης μετά την υποβολή έγκλησης και την άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου εις βάρος της.
Και ναι μεν ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος της πράξεως αυτής δυνάμει της υπ'αριθ. 47/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, πλην όμως, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω προηγούμενη όχληση της αναιρεσίβλητης εργοδότριας από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα εργαζόμενο, η οποία (όχληση) θα συντελείτο με κοινοποίηση σ' αυτήν της αθωωτικής απόφασης και ταυτόχρονη δήλωση αυτού ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως, με συνέπεια την μη περιέλευση της αναιρεσίβλητης εισέτι σε υπερημερία.
Επίσης, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 130/2013), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψιν. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 14/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψιν του αποδεικτικά μέσα που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προκύπτει ότι αυτός προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη την 05-05-2006. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα για πρώτη φορά στο Εφετείο και εν τω μεταξύ εκδοθείσα υπ'αριθ. 778/2013 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Λάρισας, η οποία έκρινε ότι ο ενάγων - αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη την 05-05-2006, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης:
«| [...] Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τον ενάγοντα πρόσληψή του σε προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 05-05-2006, δεδομένου άλλωστε ότι η επικαλούμενη με την έφεσή του απόφαση της Τοπικής Επιτροπής του ΙΚΑ δεν προσκομίζεται|».
Η βεβαίωση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη του αποδεικτικού μέσου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 ΚΠολΔ), με συνέπεια να είναι απαράδεκτος κάθε ισχυρισμός που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε επίκληση (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 30/2002, ΑΠ 736/2016, ΑΠ 1409/2015, ΑΠ 970/2011, ΑΠ 198/2007).
Ακολούθως, από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι «Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με επιμέλεια των διαδίκων [...] και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...]», σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν, μεταξύ άλλων και τις από 08-04-2011 υπεύθυνες δηλώσεις των Ε.
Χ. και Θ. Π., τα προσκομισθέντα έξι (6) εβδομαδιαία προγράμματα εργασίας εκτυπωμένα από τον σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή της αναιρεσίβλητης και την κατάθεση της μάρτυρος Μ. Α. στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του και για τα οποία αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη των ανωτέρω από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με το 2ο, 3ο και 4ο σκέλη του 3ου λόγου αναίρεσης με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς τα 2ο, 3ο και 4ο σκέλη αυτού είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-09-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 271/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ