Supreme Court dismisses appeal on evidence assessment and clear reasoning of lower court labor dispute decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents proving the start date of employment, while the respondent contended the court's reasoning was clear and sufficient. The court ruled that the appellate court had properly evaluated all evidence and provided adequate justification for its findings on the employment date, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(γ) of the Code of Civil Procedure: The appellate court is not required to separately evaluate every piece of evidence if it has considered all legally presented means, provided the reasoning remains clear and leaves no doubt that all evidence was taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 970 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 970/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Ξ. του Σ. , κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ναούμ Τζίφρα.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ζ. (Z. ) Α. (A.) του Μ. (M.) Α. (A.), κατοίκου .... Παρουσιάστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2567/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 785/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 28-04-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των αρθρ. 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων [μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.], συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το αρθρ. 559 αρ.11 γ; του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης του κρίσιμα έγγραφα που ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και από τα οποία προκύπτει ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός περί του χρονικού σημείου ενάρξεως της εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με ημερομηνία 10-1-2006 έγγραφο του αναιρεσείοντος περί γνωστοποιήσεως των όρων της εργασιακής σχέσης του αναιρεσιβλήτου, που υπογράφεται από τον τελευταίο και από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος άρχισε να εργάζεται στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος στις 10-1-2006 και όχι από την 1-4-2004, όπως ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ο εργαζόμενος και δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τη ρητή διαβεβαίωση που εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη και το ως άνω έγγραφο για το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται το αντίθετο και το οποίο σημειωτέον συνιστά απλώς την προβλεπόμενη από το ΠΔ 156/1994 έγγραφη ενημέρωση που υποχρεούται να κάμει ο εργοδότης στον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους εργασίας της συμβάσεως ή της εργασιακής σχέσης και δεν παράγει άμεση απόδειξη περί των διαλαμβανομένων σε αυτό περιστατικών, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρέσεων αλλά συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά .το αρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση της απόφασης όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομιδής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το αρθρ. 561 §1 του ΚΠολΔ.
Επομένως, κάθε ισχυρισμός που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου ότι δεν προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε ο διάδικος, είναι απαράδεκτος και καθιστά αβάσιμο τον λόγο αναιρέσεως (ΑΠ (Ολ) 30/2002). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια από την περ.
γ' του αρ. 11 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη αδιαμφισβητήτως αποσπάσματα του βιβλίου προσωπικού μου και μετά την 8-4-2004, που όμως εγώ επικαλέσθηκα και προσκόμισα τουλάχιστον μέχρι και όλον τον Μαΐο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2004". Εφόσον όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "ο εναγόμενος αρνούμενος την πρόσληψη του από 1-4-2004 που ισχυρίζεται ο ενάγων, προσκομίζει αντίγραφα του βιβλίου παρουσίας του προσωπικού που τηρεί η επιχείρηση του μέχρι την 8-4-2004, προκειμένου να αποδείξει τη μη απασχόληση του ενάγοντος σε αυτή [επιχείρηση], όχι όμως και για το μεταγενέστερο διάστημα μέχρι 10-1-2006 που ισχυρίζεται ότι τον προσέλαβε", ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στον οποίο στηρίζεται, ότι δηλαδή προσκόμισε τα πιο πάνω έγγραφα στρέφεται κατά της ως άνω αντίθετης βεβαίωσης του Εφετείου περί μη προσκομιδής, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επειδή ο από το αρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που.
απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ΑΠ (Ολ) 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή αιτίαση για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ομοίως δε δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως εκ του ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αναιρεσίβλητος, Πακιστανός υπήκοος, κάτοχος άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, προσλήφθηκε στις 10-4-2004 από τον αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως γεωργικός εργάτης, στην οργανωμένη ανθοπαραγωγική επιχείρηση που διατηρεί ο τελευταίος στην ....
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων μαζί με τον αδελφό του Α. Ξ. είναι μισθωτές ενός ακινήτου εντός του οποίου καλλιεργούν διάφορα φυτά και άνθη, τα οποία στη συνέχεια διαθέτουν προς πώληση σε ανθοπωλεία, λαϊκές και άλλες επιχειρήσεις με σκοπό το κέρδος. Στον ίδιο χώρο διατηρούν στεγασμένο χώρο και οργανωμένα θερμοκήπια για την παραγωγή ορισμένων εκ των φυτών αυτών, ενώ τα υπόλοιπα καλλιεργούνται στον ακάλυπτο χώρο επί του εδάφους ή σε γλάστρες.
Οι εργασίες αυτές γίνονται με ημερήσιο προγραμματισμό, αφού το όργωμα της γης, η φύτευση, η λίπανση, το κλάδεμα και η συλλογή των φυτών και ανθέων πρέπει να πραγματοποιούνται σε καθορισμένες ώρες της ημέρας, ο αναιρεσείων δε προσλαμβάνει και απασχολεί κυρίως αλλοδαπούς εργάτες. Ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο κυρίως με την καλλιέργεια της γης, το πότισμα, τη συγκομιδή των ανθέων και φυτών, την εναποθήκευση τους και τη μεταφορά τους από τον τόπο της παραγωγής στον τόπο της πώλησης, όλες δε τις εργασίες αυτές εκτελούσε σύμφωνα με τις υποδείξεις και υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του αναιρεσείοντος.
Η ημερομηνία πρόσληψης του αναιρεσιβλήτου προκύπτει, πέραν των καταθέσεων των μαρτύρων και από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, αρνούμενος την πρόσληψη του από 1-4-2004 που ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος, προσκομίζει αντίγραφα του βιβλίου παρουσίας του προσωπικού που τηρεί η επιχείρηση του μέχρι την 8-4-2004, προκειμένου να αποδείξει τη μη απασχόληση του αναιρεσιβλήτου σε αυτήν, όχι όμως και για το μεταγενέστερο διάστημα μέχρι 10-1-2006 που ισχυρίζεται ότι τον προσέλαβε.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου πρόσληψης του αναιρεσιβλήτου στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των αρθρ. 648 επ• του ΑΚ και δεν ήταν ανάγκη να αναφέρεται για την επάρκεια της αιτιολογίας ούτε γιατί αποδείχθηκαν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ούτε γιατί το Δικαστήριο εκτίμησε κατά τον διαλαμβανόμενο στην απόφαση τρόπο τις αποδείξεις.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκειών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2011 αίτηση του Γ. Ξ. για αναίρεση της 785/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 14 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ