Supreme Court dismisses appeal rejecting claim of good conduct post-crime as insufficient evidence for statutory mitigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Patras Court of Assizes' judgment, ruling the request inadmissible. The appellant argued that his good conduct following the crime constituted a mitigating circumstance under Article 84 of the Criminal Code, but the lower court found no specific facts proving a genuine moral transformation. The Supreme Court agreed, stating that general claims of good behavior without concrete evidence of changed lifestyle failed to meet the legal requirements for mitigation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 84, 375 of the Criminal Code; A claim of good conduct post-crime constitutes a mitigating circumstance only if supported by specific facts demonstrating a genuine moral transformation and changed lifestyle, not merely general assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 381 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Ε.Λ.
Αριθμός 381/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Π., κατοίκου Λουσικών Αχαΐας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοραντζόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως 125-126/2024 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30-9-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 975/24.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 30-9-2024 αίτηση του Γ. Π. του Π., κατοίκου Λουσικών Αχαΐας, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-10-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 125-126/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, του ισχύοντος μέχρι την 1-7-2019 Π.Κ.: "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Κατά δε το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του νέου ΠΚ, όπως ίσχυε από την 1η Ιουλίου 2019, πριν την τροποποίησή του με τον ν. 4855/2021: "1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της υπεξαίρεσης, η νομοτυπική μορφή του οποίου δεν διαφοροποιείται υπό τον ισχύοντα ΠΚ, απαιτείται: α) ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στον δράστη, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό με την υποχρέωση να τα αποδώσει όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο, β) η κατοχή του κινητού πράγματος να έχει περιέλθει στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, δηλαδή πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), με την οποία αυτός εκδηλώνει την πρόθεσή του να ενσωματώσει το ξένο πράγμα στην ιδιοκτησία του, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς σχετικό δικαίωμα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη.
Ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαίρεσης, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενέργειας ή παράλειψης, η οποία καταδεικνύει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του, όπως με την άρνηση απόδοσης του πράγματος στον ιδιοκτήμονα, χρόνος δε τέλεσης του εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικώς ανελέγκτως, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος αυτής της ενέργειας, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος.
Ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση, κατά το άρθρο 719 ΑΚ, να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά είτε κατ' άλλον τρόπο. Γι' αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης.
Στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 375 παρ. 2 του προγενέστερου ΠΚ δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της ιδιότητας του θεματοφύλακα και, επομένως, ο υπαίτιος που, ιδιοποιείται παρανόμως το πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με σύμβαση παρακαταθήκης, δηλαδή το κατέχει, ως θεματοφύλακας, δεν διαπράττει κακουργηματική υπεξαίρεση.
Όταν όμως, κατά τη σύμβαση, εισπράττει χρήματα σε εκτέλεση εντολής και για λογαριασμό του εντολέα, για να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες και προκειμένου, μετ' αφαίρεση ορισμένου ποσού συμφωνημένης προμήθειάς του, να αποδώσει το υπόλοιπο στον εντολέα του, η υποχρέωση για φύλαξη του υπολοίπου των εισπραττόμενων χρημάτων μέχρι την απόδοσή τους, είναι συνέπεια της σύμβασης της εντολής, η δε πρόσθετη αυτή ευθύνη του εντολοδόχου, κατά τον χρόνο που έχει στην κατοχή του τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του, δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου ως προς την είσπραξη για λογαριασμό του εντολέα και την απόδοση σ' αυτόν του χρηματικού ποσού.
Υπεξαίρεση, επομένως, διαπράττει ως εντολοδόχος και ο ασφαλιστικός πράκτορας όταν παρακρατεί και ιδιοποιείται τα ασφάλιστρα, που εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας, στα πλαίσια σχετικής σύμβασης, που έχει καταρτίσει με αυτήν, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι αμοιβής (προμήθειας) να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εταιρείας αυτής και τρίτων και να εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα (ΑΠ 863/2020, ΑΠ 1520/2019).
Ενόψει των ανωτέρω, στην περίπτωση υπεξαίρεσης από εντολοδόχο, συνολικού ποσού άνω των 120.000 ευρώ, όπως στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμοστέα είναι, ως επιεικέστερη, η σχετική διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, αφού στον νεότερο νόμο προβλέπεται σωρευτικά με την ποινή της κάθειρξης μέχρι δέκα ετών και η επιβολή χρηματικής ποινής (ΑΠ 1602/2022, ΑΠ 871/2020, ΑΠ 1520/2019).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.
ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη δε της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ιδιαίτερης αιτιολογίας του, διότι αυτός ενυπάρχει στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσήκουσα αιτιολογία και προκύπτει από αυτήν, εκτός αν γίνεται δεκτός ενδεχόμενος δόλος, οπότε απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία.
Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των στοιχείων αυτών του δόλου.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 1010/2023, ΑΠ 1336/2022).
Από τις διατάξεις του άρθρου 352 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν τη διακοπή ή αναβολή της δίκης, αναλόγως αν κάποιος κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά ή όχι αντιστοίχως, για να προσέλθουν μάρτυρες ή πραγματογνώμονες που κλητεύθηκαν και δεν εμφανίσθηκαν, εφόσον η μαρτυρία τους κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας και ότι η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα και, σε περίπτωση απόρριψής του, να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του, κατά τα ανωτέρω. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ (ΑΠ 444/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την κρίση του Δικαστηρίου για το παραδεκτό της έφεσης, πριν την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων του κατηγορητηρίου, η συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, δυνάμει του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠΔ, για να προσέλθουν οι μάρτυρες, εννοώντας τους απολιπόμενους μάρτυρες του κατηγορητηρίου, οι οποίοι είχαν κληθεί, αλλά, όπως είχε διαπιστώσει, δεν είχαν προσέλθει.
Επί του αιτήματος αυτού, το Δικαστήριο, μετά την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση: "....Στην προκειμένη περίπτωση δεν κρίνεται αναγκαία η προσέλευση των απολειπομένων μαρτύρων, καθόσον οι καταθέσεις τους εμπεριέχονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης, που είναι αναγνωστέα, ενόψει και του χρόνου τέλεσης της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης, που είναι 11ος του 2006 έως 5ος του 2007".
Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το ανωτέρω αίτημα αναβολής, κρίνοντάς την μη αναγκαία, λαμβάνοντας υπόψη την αναγνωστέα πρωτόδικη απόφαση, στην οποία περιλαμβάνονται οι καταθέσεις των απολιπόμενων μαρτύρων και συνεκτιμώντας τον παλαιό χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης, είναι η προσήκουσα, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ.
Επισημαίνεται δε ότι, εφόσον ο κατηγορούμενος θεωρούσε, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι προέκυπταν ειδικότερα ζητήματα, που θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν μόνο με την εξέταση κάποιου ή κάποιων εκ των απολιπόμενων μαρτύρων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η ανακάλυψη της αλήθειας, θα μπορούσε να επαναφέρει το αίτημά του για αναβολή της δίκης.
Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Θ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, "Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, ή κάποιου από τους διαδίκους, ή και αυτεπαγγέλτως, εφόσον δεν αντιλέγει ο κατηγορούμενος....".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο στην κατ` έφεση δίκη μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη.
Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει να αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Προϋπόθεση όμως για να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα από την εξέταση του μη κλητευθέντος μάρτυρα, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, είναι η απ' αυτόν επίκληση λόγου, ο οποίος κατ' αντικειμενική κρίση να δικαιολογεί την εναντίωσή του αυτή, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός να προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχε υπόψη του το Δικαστήριο, που επέτρεψε την εξέταση του εν λόγω μάρτυρα (ΑΠ 730/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 429/2018).
Για την εξέταση των μαρτύρων αυτών, εφόσον υπάρξει σχετικό αίτημα από τον εισαγγελέα ή κάποιον εκ των διαδίκων, αποφασίζει το δικαστήριο και όχι ο διευθύνων τη συζήτηση (ΑΠ 352/1985). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναγράφεται επί λέξει στα ίδια ως άνω πρακτικά, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, "....η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα των μαρτύρων κατηγορίας, στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Κ.
Δ. αντί του 1ου και 2ου μάρτυρα του κατηγορητηρίου, ήτοι των Ε. Σ. και του Γ. Ι., δήλωσε δε, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο ότι βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε αντικατάσταση των ανωτέρω μαρτύρων κατηγορίας δυνάμει του υπ' αριθμ. 3914/20-5-2024 Πρακτικού της ... το οποίο και ενεχείρισε στο Δικαστήριο, το οποίο ακολούθως αναγνώσθηκε από την Πρόεδρο.
Επίσης, εμφανίστηκε ο μάρτυρας υπερασπίσεως Γ. Μ.. Κατόπιν η Πρόεδρος ρώτησε τον κατηγορούμενο αν κλήτευσε μάρτυρες υπεράσπισης και εκείνος απάντησε αποφατικά. Ακολούθως, η Πρόεδρος διέταξε την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Έπειτα, η Πρόεδρος κάλεσε και προσήλθε, ο μάρτυρας κατηγορίας, ο οποίος όταν ρωτήθηκε από την Πρόεδρο για την ταυτότητά του, απάντησε ότι ονομάζεται Δ.
Κ. του Π....... Από το ανωτέρω απόσπασμα των πρακτικών του Δικαστηρίου προκύπτει ότι: α) εκφωνήθηκαν από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου τα ονόματα των μαρτύρων του κατηγορητηρίου, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν και β) ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε ο Κ. Δ., ο οποίος ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας, αντί των κληθέντων μαρτύρων κατηγορίας, Ε.
Σ. του Γ. Ι., που απουσίαζαν, σύμφωνα και με σχετικό πρακτικό της παθούσας εταιρείας, "...", το οποίο αυτός ενεχείρισε προς το Δικαστήριο. Κατόπιν αυτών, ακολούθησε η εξέταση ως μάρτυρα του ως άνω Κ. Δ.. Ενόψει των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και Θ' ΚΠΔ), διότι δεν εκφωνήθηκαν τα ονόματα των κληθέντων μαρτύρων του κατηγορητηρίου, Ε. Σ. και Γ. Ι., με αποτέλεσμα, α) κατά παραβίαση των δικαιωμάτων του, να μην διαπιστωθεί αν βρίσκονταν στο ακροατήριο και β) εφόσον αυτό συνέβαινε να εξετασθούν από το Δικαστήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος προεχόντως διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Πράγματι, κατά τα προαναφερόμενα, αφενός μεν η διευθύνουσα τη συζήτηση εκφώνησε τα ονόματα των ανωτέρω μαρτύρων, αφετέρου δε, όπως προεκτέθηκε, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της αίτησης, ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε ζητήσει από το Δικαστήριο την αναβολή της συζήτησης, προκειμένου να κληθούν και προσέλθουν προς εξέταση οι ως άνω απολιπόμενοι μάρτυρες, για τους οποίους είχε διαπιστώσει ότι δεν είχαν προσέλθει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το ανωτέρω απόσπασμα των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το αίτημα για την εξέταση ως μάρτυρα του προσελθόντος Κ. Δ. δεν υποβλήθηκε από την Εισαγγελέα ή κάποιον διάδικο ώστε να απαιτείται η έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου, αλλά υποβλήθηκε από τον ίδιο προς το Δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως, όπως είχε δικαίωμα, στην εξέτασή του, οπότε δεν ήταν αναγκαία η έκδοση απόφασης μετά από δόση του λόγου στην Εισαγγελέα της έδρας και στον κατηγορούμενο.
Επομένως, εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίρρηση από τον κατηγορούμενο στην ως άνω ενέργεια του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την οποία ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδ.
με άρθρ. 171 παρ.1δ του ΚΠΔ) καθόσον, όπως ισχυρίζεται, παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 125-126/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος δυνάμει της από 4.10.2002 έγγραφης σύμβασης πρακτορείας, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας εταιρίας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ...
ανέλαβε να διαμεσολαβεί αντί προμήθειας για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους και εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα των συναπτομένων συμβάσεων και την απόδοση αυτών στην εγκαλούσα, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως και της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Τα ασφάλιστρα που θα εισέπραττε ο κατηγορούμενος, όσον αφορά τις ασφαλιστικές συμβάσεις που θα καταρτίζονταν με τη διαμεσολάβηση του, θεωρούνταν παρακαταθήκη και ο τελευταίος ευθυνόταν ως θεματοφύλακας, τα οποία όφειλε να αποδίδει στην εγκαλούσα το αργότερο μία εβδομάδα μετά την είσπραξή τους.
Περαιτέρω είχε την υποχρέωση στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου να αποδίδει στην εγκαλούσα αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχειρίσεως και να της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα, αφού αφαιρούνταν οι προμήθειές του. Το πλεόνασμα αυτό έπρεπε να καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα, οπότε έκτοτε καθίστατο ληξιπρόθεσμο και υπολογιζόταν ο νόμιμος τόκος υπερημερίας.
Για τη διευκόλυνση της παρακολούθησης των συναλλαγών η εγκαλούσα εξέδιδε κάθε μήνα λογαριασμό (δοσοληπτικό) ο οποίος εμφάνιζε το υπόλοιπο οφειλής του κατηγορούμενου, κατά του οποίου ο κατηγορούμενος μπορούσε να διατυπώσει τις αντιρρήσεις του. Η ως άνω προθεσμία του διμήνου όμως αποδείχτηκε ότι δεν τηρούνταν κατά το τελευταίο έτος που ο κατηγορούμενος εμφάνιζε οικονομικά προβλήματα και έδινε επιταγές προς εξόφληση των οφειλομένων τις οποίες αντικαθιστούσε με ισόποσες, αφού αυτές δεν είχαν αντίκρυσμα.
Ενόψει τούτου η εγκαλούσα κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 29.5.2007 εξώδικη δήλωσή της, λόγω μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων του κατηγορούμενου, ο οποίος το χρονικό διάστημα από 1.11.2006 έως και 1.6.2007, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσης εταιρείας υπό την άνω ιδιότητά του ως εντολοδόχος το χρηματικό ποσό των 169.071,94, ως μικτά ασφάλιστρα, από την σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων και έπρεπε να αποδώσει σ' αυτήν το ποσό των 143.717,81 ευρώ, αφού αφαιρείτο η προμήθειά του ποσού 25.354,81 ευρώ, δεν απέδωσε το ποσό αυτό αλλά ενσωμάτωσε στην περιουσία του ιδιοποιούμενος αυτό παράνομα.
Ο ίδιος αρνείται την κατηγορία και σε κάθε περίπτωση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο ποσό των 106.000 ευρώ που αναφέρει η καταγγελία στην οποία προέβη η εγκαλούσα, με αποτέλεσμα η πράξη του να φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού το οφειλόμενο ποσό είναι κάτω των 120.000 ευρώ. Ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους αναλυτικούς λογαριασμούς που προσκομίζει η εγκαλούσα αλλά κι όσα κατέθεσαν ο μάρτυρας Κ.
Δ. ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αλλά και οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα ο μάρτυρας Κ. Δ. με σαφήνεια καταθέτει ότι η μήνυση που κατατέθηκε αναφέρει το ποσό των 143.000 ευρώ κι ο μάρτυρας Ε. Σ. αναφέρει στην κατάθεσή του ότι μέχρι την καταγγελία της σύμβασης υπήρχαν ανοιχτές επιταγές του κατηγορούμενου, προς την εγκαλούσα, γεγονός που δικαιολογεί την απόκλιση του ποσού της καταγγελίας από αυτή που εμπεριέχεται στη μήνυση.
Ενόψει τούτου μάλιστα με αίτηση της εγκαλούσας εκδόθηκε η με αρ. 2308/2008 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εγκαλούσα το άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο κατά της οποίας θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν άσκησε ανακοπή, στην άσκηση της οποίας θα είχε προβεί αν ο ισχυρισμός του ήταν βάσιμος.
Συνεπώς, απορριπτομένου του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού και με δεδομένο ότι πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, ποσού άνω των 120.000 ευρώ (άρθρ. 98, 375 παρ. 1 και 2 εδ.
α', β' του προγενέστερου ΠΚ) και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών με το ακόλουθο διατακτικό: "Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και μάλιστα λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλη αξίας, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000,00 ευρώ.
Συγκεκριμένα: Στην Πάτρα, ως ασφαλιστικός πράκτορας της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, δυνάμει της από 4.10.2002 έγγραφης σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, που συνήφθη μεταξύ τους και βάσει της οποίας είχε αναλάβει έναντι προμήθειας την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με την ταυτόχρονη υποχρέωση είσπραξης των ασφαλίστρων για λογαριασμό της και απόδοσή τους σε αυτήν το αργότερο μια εβδομάδα μετά την είσπραξή τους, αφαιρουμένης της προμήθειας του, παρακράτησε μέρος των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, ιδιοποιούμενος το ανωτέρω ποσό παράνομα.
Ειδικότερα, ενώ εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2006 έως και 1.6.2007 για λογαριασμό της εγκαλούσης εταιρείας υπό την άνω ιδιότητά του ως εντολοδόχος το χρηματικό ποσό των 169.071,94, ως μικτά ασφάλιστρα, από την παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων και έπρεπε να αποδώσει σ' αυτήν το ποσό των 143.717,81 ευρώ, ήτοι το ανωτέρω ποσό αφαιρουμένης της εκ ποσού 25.354,81 ευρώ προμήθειας του, εντός μιας εβδομάδας μετά την είσπραξή τους, σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης πρακτόρευσης, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ανωτέρω ποσό, μη αποδίδοντάς το στην εγκαλούσα εταιρεία και ενσωματώνοντάς το χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του, σαν δικό του αγαθό, αποστερώντας αυτό οριστικά από τον ως άνω αληθή κύριό του το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 375 παρ. 1 και 2 εδ.
α', β' του προϊσχύσαντος ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης: α) Προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, οι λοιπές περιστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο αναιρεσείων, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2006 έως και 1-6-2007, ως εντολοδόχος και, συγκεκριμένα, ως ασφαλιστικός πράκτορας της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ...", εισέπραξε για λογαριασμό της το χρηματικό ποσό των 169.071,94, ως μικτά ασφάλιστρα, από την παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων και έπρεπε, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, που είχε συνάψει με την εταιρεία, να αποδώσει σ' αυτήν, εντός μιας εβδομάδας από την είσπραξη του κάθε μερικότερου ποσού και, πάντως, στο τέλος κάθε διμήνου, οπότε γινόταν εκκαθάριση του τηρούμενου δοσοληπτικού λογαριασμού, το υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση της συμφωνημένης προμήθειάς του, που ανήλθε, κατά την ανωτέρω περίοδο, (το οφειλόμενο ποσό) σε 143.717,81 ευρώ, ύστερα από την αφαίρεση του ποσού των 25.354,81 ευρώ της προμήθειάς του.
β) Γίνεται δεκτό ότι το ανωτέρω οφειλόμενο χρηματικό ποσό, για το ύψος του οποίου το Δικαστήριο προβαίνει σε αναλυτική αιτιολογία και αντίκρουση των σχετικών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, που ανήκε στην ως άνω εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε στην εγκαλούσα εντός των συμφωνημένων προθεσμιών και, αφού για ένα χρονικό διάστημα η εγκαλούσα εταιρεία δέχθηκε να λαμβάνει, χάριν καταβολής, τραπεζικές επιταγές εκδόσεως του κατηγορουμένου, τις οποίες ο τελευταίος αντικαθιστούσε με ισόποσες, αφού αυτές δεν είχαν αντίκρυσμα, εντέλει η εγκαλούσα εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 29-5-2007 εξώδικη δήλωσή της, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν της κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό, που ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση αν πράγματι αναγνώσθηκε η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 89-90/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, είναι αβάσιμος, καθόσον αναφέρεται μεν στη σελίδα 9 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι: "Στη συνέχεια αναγνώσθηκαν, μετά από πρόταση της Εισαγγελέως, από την Πρόεδρο δημόσια στο ακροατήριο, τα πρακτικά και η απόφαση της υπ' αριθμ. 2137/31-10-2022 εκκαλούμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, καθώς και τα πρωτοδίκως αναγνωσθέντα έγγραφα", πλην όμως, σαφώς προκύπτει ότι η ως άνω εσφαλμένη αναφορά του αριθμού της εκκαλούμενης απόφασης, που αναγνώσθηκε προσηκόντως, έγινε από προφανή παραδρομή, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ο ορθός αριθμός (89-90/2018) αναφέρεται στην πρώτη σελίδα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στη δεύτερη σελίδα αυτής (δύο φορές) και στην τρίτη σελίδα της, όπου το Δικαστήριο δέχεται τυπικά την έφεση κατά της απόφασης αυτής.
Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την περί ενοχής κρίση της, είναι αβάσιμοι. Οι εμπεριεχόμενες δε στον έκτο λόγο λοιπές αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, ως αναφερόμενες σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση του παραπάνω αναιρετικού λόγου, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε, πολύ περισσότερο, να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς (Ολ. ΑΠ 2/2005). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, θεωρείται ως ελαφρυντική περίσταση το ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει αυτή η περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη.
Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμη και κατά την κράτησή του.
Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν του, άλλαξε τρόπο ζωής και μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά, ακόμη και υπό συνθήκες κράτησης, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 368/2022, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 791/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, ζήτησε να του αναγνωριστεί, μεταξύ άλλων και η ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε` ΠΚ). Ο ισχυρισμός του αυτός, που κατατέθηκε γραπτώς και αναπτύχθηκε προφορικά από τη συνήγορό του, έχει επί λέξει ως εξής: "Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον χρόνο διάπραξης της αποδιδομένης πράξεως, μέχρι σήμερα, επέδειξα άριστη ατομική, οικογενειακή και κοινωνική διαγωγή, η οποία βεβαίως δεν ήταν αποτέλεσμα πειθαναγκασμού και εξαναγκαστικής συμπεριφοράς, αλλά φιλοσοφία, άποψη και επιλογή ζωής από την ελεύθερη διαβίωσή μου στην κοινωνία.
Μετά την απολογία μου και την απελευθέρωσή μου χωρίς κανένα περιοριστικό όρο, έχοντας φυσικά αποκλειστεί από ασφαλιστικός πράκτορας, συνέχισα να ζω εντίμως". Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το Δικαστήριο της ουσίας με την ακόλουθη αιτιολογία: "....Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση τους να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του".
Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού ο αναιρεσείων, προς θεμελίωσή του, δεν επικαλέστηκε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της σαφούς μεταστροφής του χαρακτήρα του ή διακριτής αλλαγής του τρόπου ζωής του και της αρμονικής διαβίωσής του, για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ώστε να καταφάσκεται η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση.
Μόνη η γενικότατη επίκληση άριστης ατομικής, οικογενειακής και κοινωνικής συμπεριφοράς, μετά την τέλεση της πράξης, δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του νόμου.
Συνεπώς, ήταν απαράδεκτος, γι' αυτό το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, πλην όμως, ως εκ περισσού, τον απέρριψε ως αβάσιμο με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-9-2024 αίτηση του Γ. Π. του Π., κατοίκου Λουσικών Αχαΐας, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 125-126/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ