Supreme Court allows appeal against final court ruling due to insufficient reasoning regarding investor status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment of the Athens Court of Appeal regarding investment services. The appellants argued that the lower court failed to properly establish their status as experienced micro-investors based on their transaction history. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory regarding the evidence presented, necessitating a retrial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 3, 713, 714, 297, 298, 914, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the lower court's decision lacks sufficient reasoning or contains contradictions regarding the facts and legal qualification of the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 874 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 874/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Δ., 2) Ε. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τίγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βίτωρος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 770/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4748/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/7/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-7-2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η 4748/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της το αναφερόμενο στους αναιρεσείοντες, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 713 ΑΚ "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: O εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ` αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του, ό,τι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ (ΑΠ 2212/2014). Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004).
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003).
Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Επομένως εάν ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ` αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λ.π.) οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων.
Τέτοια παράλειψη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 714 και 330 ΑΚ, που δημιουργεί αντίστοιχη αξίωση αποζημίωσης του εντολοδόχου από τον εντολέα, συνιστά και η αποσιώπηση από τον πρώτο προς τον δεύτερο ουσιωδών πληροφοριών ή η παράλειψη ενημέρωσης για επικείμενο κίνδυνο, αφού η υποχρέωση αυτή του εντολοδόχου ευθέως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 718 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα σχετικά με την υπόθεση που του ανατέθηκε, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες κατά την καλή πίστη.
Το πότε συμβαίνει τούτο εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της εντολής, αν παραβεί δε την υποχρέωσή του αυτή ο εντολοδόχος, καθίσταται υπόχρεος σε αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υφίσταται ο απληροφόρητος εντολέας του, εφόσον η ζημία του τελευταίου συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη της πληροφόρησής του (ΑΠ 342/2021, 1082/2013).
Τέλος, η σύμβαση της εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (άρθ. 713, 158 ΑΚ), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα, είτε ύστερα από παράκλησή του, είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει (ΑΠ 342/2021, 2212/2014).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας (όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές), η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου ο νόμος 2396/1996, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ακολούθως από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), προέβλεπε στο άρθρο 1 παρ. 1 α' περ.
αα' και ιι', ότι για τους σκοπούς του, κύρια επενδυτική υπηρεσία αποτελεί, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, και η εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, στην παρ. 2 περ.
στ' του ίδιου άρθρου ότι παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία αποτελεί και η παροχή προς τους επενδυτές συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 α, στην παρ. 6 περ. α' και β'του ίδιου άρθρου ότι ως κινητές αξίες νοούνται οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, καθώς και οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, στο άρθρο 3, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του νόμου ότι σ' αυτόν υπάγονται οι Ε.Π.Ε.Υ.
και τα πιστωτικά ιδρύματα με εξαίρεση τα άρθρα 23 έως και 31, καθώς και τα πρόσωπα, τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ως παρεπόμενη δραστηριότητα στο πλαίσιο επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εφόσον η εν λόγω δραστηριότητα διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή επαγγελματικό Κώδικα Δεοντολογίας, που δεν απαγορεύουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών, οπότε κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από αυτά τα πρόσωπα εφαρμόζονται αναλόγως και καταλλήλως οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του άρθρου 7, και στο άρθρο 7 παρ. 1-3 ότι με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτείται επιτροπή από εκπροσώπους των αρμόδιων φορέων, έργο της οποίας θα είναι η κατάρτιση Κώδικα Δεοντολογίας, στον οποίο περιλαμβάνονται κανόνες, που θα ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των Ε.Π.Ε.Υ.
και του προσωπικού τους και ότι κατά την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας λαμβάνεται υπόψη η επαρκής ή μη γνώση του αντικειμένου των επενδυτικών υπηρεσιών λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του προσώπου, στο οποίο παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία, κύρια ή παρεπόμενη, ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αρχίζει να ισχύει εντός μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ότι αυτός ό κώδικας μπορεί να διαφοροποιείται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών και λοιπών Ε.Π.Ε.Υ., αναλόγως των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών και της οργάνωσης και εποπτείας τους, ότι περιεχόμενό του θα είναι κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τη συμπεριφορά και τις συναλλακτικές υποχρεώσεις των προσώπων, που απασχολούνται σ` αυτές, και ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ούτως ώστε οι Ε.Π.Ε.Υ.:
α)Να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και να ενεργούν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους έτσι, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. β) Να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.
γ)Να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές. δ) Να γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με αυτούς....
ζ)Να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς. Περαιτέρω στο άρθρο 1 παρ. 1 ("σκοπός") και 2 ("Ορισμοί") του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αρ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του προαναφερόμενου νόμου, προβλέπεται ότι σκοπός αυτού του Κώδικα είναι η θέσπιση κανόνων που θα διέπουν τις σχέσεις και τη συμπεριφορά των εταιριών και των απασχολουμένων σε αυτές ή συνεργαζομένων με αυτές προσώπων, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους εντός του πλαισίου της ισχύουσας νομοθεσίας και των κανονιστικών διατάξεων με τρόπο ώστε:... (β) να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού, (γ) να διασφαλίζεται η ασφάλεια και διαφάνεια των συναλλαγών...
και ότι ως "υπηρεσία" νοείται κάθε μία από τις κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (2.3), ενώ ως "πελάτης" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο η εταιρία παρέχει κύριες ή παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, οι προβλεπόμενες δε υποχρεώσεις προς τους πελάτες αφορούν μόνο στις υπηρεσίες που παρέχουν οι εταιρίες στους αντίστοιχους πελάτες και στην περίοδο που αρχίζει με την έναρξη διαπραγματεύσεων για την παροχή υπηρεσιών στον συγκεκριμένο πελάτη ή την προσφορά προς τον συγκεκριμένο πελάτη παροχής υπηρεσιών από την εταιρία και λήγει με τη λύση των σχετικών διαπραγματεύσεων ή με την με οποιονδήποτε τρόπο νόμιμη λύση της συμβατικής σχέσης των μερών ή με τη ρητή καταγγελία της σχέσης από τον πελάτη.
Με τις περιλαμβανόμενες στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ...
Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του ήδη καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης επί Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και απευθείας ή αναλόγως κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου 2396/1996 και επί πιστωτικών ιδρυμάτων, που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του, εφόσον παρείχαν κύριες ή παρεπόμενες αντιστοίχως επενδυτικές υπηρεσίες, στις υποχρεώσεις αυτών ενέπιπταν, μεταξύ άλλων, εξειδικευόμενης της πρώτης αρχής (παρ. 4.2):
να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα τα οποία αφορούν στις παρεχόμενες από αυτή υπηρεσίες στα πλαίσια συμβατικών σχέσεων και επηρεάζουντα συμφέροντα των πελατών της. Στην εξειδίκευση των υποχρεώσεων της ΕΠΕΥ, που απορρέουν από την τρίτη αρχή, και τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την εκπλήρωσή τους (παρ. 6), προβλέπεται ότι όταν μία εταιρία παρέχει αμέσως ή εμμέσως επενδυτική συμβουλή σε πελάτες ευθύνεται, σύμφωνα με την τρίτη αρχή, για την καταλληλότητα της παρεχόμενης συμβουλής ως προς τον πελάτη.
Η καταλληλότητα της συμβουλής συναρτάται τόσο προς τον πελάτη όσο και προς τον επενδυτικό του στόχο για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η εταιρία ευθύνεται για την ενημέρωση του πελάτη, με τρόπο εύλογο καταληπτό, ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά των επενδυτικών του επιλογών, εφιστώντας σε κάθε περίπτωση τη προσοχή του στους αναλαμβανόμενους κινδύνους, το κόστος και τη ρευστότητα της επένδυσης, την επίπτωσή της στη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου επενδύσεών του, τα χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από άλλες επενδύσεις, τις οποίες έχει κάνει ο πελάτης προηγουμένως, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που θα ήταν απαραίτητο σε επενδυτή με τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου πελάτη για τη διαμόρφωση της επενδυτικής του απόφασης (6.1).
Έτσι η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και κανονισμού, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του παραπάνω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Η υποχρέωση των τραπεζών προς ενημέρωση των πελατών τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα προβλέπονται και με τις διατάξεις της 2501/2002 Πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) σχετικά με την "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (ΦΕΚ Α', 277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1185/2021, 459/2021, 2123/2009), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους.
Με αυτή την πράξη προβλέπονται οι όροι της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης: α) σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, οπότε η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων, για τη διευκόλυνση δε της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε:
αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα (Β.1.στ) και β) σε ό,τι αφορά παράγωγα προϊόντα, ως προς τα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να ενημερώνουν για τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του είδους των προϊόντων, που διαθέτουν για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, θέτοντας στη διάθεση των συναλλασσομένων την αναγκαία πληροφόρηση για την κατανόηση του οφέλους και των κινδύνων που αναλαμβάνουν και των πιθανών ζημιογόνων επιπτώσεων από την αιφνίδια μεταβολή της αξίας τους, είτε ως μεμονωμένων πράξεων είτε σε συνδυασμό με άλλες (Β.4.β).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντας τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994.
Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή". Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως "προμηθευτές" ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν.
Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα και κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.
Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους.
Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1229/2019, 974/2018, 856/2017). Από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων και την καλή πίστη προκύπτει ότι, ακόμη και αν η σύμβαση πλαίσιο μεταξύ ΕΠΕΥ ή τράπεζας, που ενεργεί και ως ΕΠΕΥ, αφορά στην εκτέλεση κύριων επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή στην εκτέλεση εντολών του πελάτη- επενδυτή- καταναλωτή για τη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό του των εντολών και παραγγελιών, που εκείνος δίνει, προς κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα προαναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα (απλή σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών) και δεν προβλέπει και την παροχή επενδυτικών συμβουλών, υφίσταται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και ευθύνη της εντολοδόχου, όταν η σχετική εντολή αναφέρεται σε σύνθετα τραπεζικά προϊόντα ή παράγωγα προϊόντα προς πλήρη ενημέρωση του επενδυτή- εντολέως ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επένδυσης, που του παρουσιάζει, και τις συγκεκριμένες προοπτικές της, καθώς και τους συγκεκριμένους για το καθένα τα ανωτέρω προϊόντα κινδύνους, που η επένδυση αυτή μπορεί να συνεπάγεται σε σχέση με το εκ μέρους του διατιθέμενο κεφάλαιο.
Η ενημέρωση δε αυτή, παρότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται κατά την λεπτομερώς προβλεπόμενη για την παροχή επενδυτικών συμβουλών τυπική διαδικασία, επιβάλλεται να παρέχεται, προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού και των πελατών τους, από προστηθέντες των ως άνω εταιριών υπαλλήλους με εξειδικευμένες γνώσεις της κεφαλαιαγοράς και των εκάστοτε διατιθέμενων από αυτήν προϊόντων και γνώση του επενδυτικού προφίλ και των προσωπικών στοιχείων κάθε πελάτη (επίπεδο γνώσεων, ηλικία, επάγγελμα και μορφωτικό επίπεδο, οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, επενδυτική εμπειρία κλπ).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ως προς τους αναιρεσείοντες (τρίτο και τέταρτη των εναγόντων- εκκαλούντων στην αγωγή και έφεση που άσκησαν κατά των αναιρεσιβλήτων εταιριών) τα ακόλουθα: " ....
αποδείχθηκε ότι οι τρίτος και τέταρτη των εναγόντων διατηρούσαν κοινό καταθετικό λογαριασμό στο στην ... υποκ/μα της πρώτης εναγομένης εταιρείας ποσού 200.000 ευρώ. Οι τελευταίοι ενάγοντες πείστηκαν λόγω της επιθυμίας τους, που ήταν γνωστή στους προστιθέντες υπαλλήλους των εναγομένων, να τοποθετήσουν περισσότερο επωφελώς τα χρήματά τους και κατήρτισαν την υπ' αριθμ. .../28.2.2005 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των παραρτημάτων αυτής, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων αφενός και των εναγομένων εταιριών αφετέρου.
Με αυτές συμφωνήθηκε ότι οι τελευταίες αναλαμβάνουν την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου των πρώτων (επενδυτών) σύμφωνα με τις εντολές που λαμβάνουν από αυτούς, ήτοι κάθε είδους εντολή ή παραγγελία αυτών προς τις εταιρίες για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και τη διεκπεραίωση παρεπόμενων πράξεων που δίδεται όποτε κρίνεται σκόπιμο από τους επενδυτές.
Στην ως άνω σύμβαση, προβλέπεται ειδικότερα, ότι είναι σύμβαση αορίστου χρόνου και οι ως άνω εντολές δίδονται εγγράφως, τηλεφωνικώς, με φαξ ή κάθε ηλεκτρονικό μέσο. Στο άρθρο 8 αυτής, ρητά συμφωνείται ότι λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι ως άνω εταιρίες δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής των επενδυτών και δεν ευθύνονται για συναφή ζημία του.
Ότι οι ίδιες δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για πιθανή ζημία που τυχόν υποστούν οι επενδυτές από συναλλαγή που καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα εκτέλεσης εντολής τους, ενώ ρητά δηλώνεται ότι η εντολή είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των εταιριών, ενώ οι τελευταίες δεν φέρουν ευθύνη για ζημία των επενδυτών σε περιπτώσεις γεγονότων ανωτέρας βίας.
Στο παράρτημα Α δε της ως άνω σύμβασης, γνωστοποιούνται στους επενδυτές διάφορες μορφές επενδυτικών κινδύνων που αναλαμβάνουν οι ίδιοι με τη συμμετοχή τους στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Οι ανωτέρω όροι της σύμβασης ήταν επίσης προδιατυπωμένοι, χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης από τους ως άνω εναγόμενους, οι οποίοι ήταν ο μεν τρίτος μηχανικός αυτοκινήτων διατηρών συνεργείο αυτοκινήτων και η τέταρτη αγρότισσα με επίπεδο γνώσεων δημοτικού σχολείου, χωρίς να αποκλείεται εκ τούτων ότι δεν αντιλαμβάνονταν αυτούς, ούτε αποδείχθηκε ότι κανείς από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομένων δεν τους εξήγησαν σε αυτούς.
Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, οι τρίτος και τέταρτη των εναγόντων εξυπηρετούνταν από το τμήμα private banking του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στο Βόλο. Ειδικότερα οι τρίτος και τέταρτη των εναγόντων επέλεξαν, μεταξύ τριών ειδών συμβάσεων, με τις οποίες θα μπορούσαν να προχωρήσουν στην αγορά επενδυτικών προϊόντων, την απλή σύμβαση, με την οποία η δεύτερη εναγόμενη εταιρία θα ελάμβανε και θα διαβίβαζε αρμόδια προς διεκπεραίωση τις εντολές τους, έχοντας οι ίδιοι επιλέξει τις συναλλαγές των προϊόντων, χωρίς τυπικώς την παροχή επενδυτικών συμβουλών από τις εναγόμενες και χωρίς να καταβάλλουν, για το λόγο αυτό διαχειριστική αμοιβή σε αυτές.
Πράγματι στις 7.3.2005, ο τρίτος ενάγων προέβη στην πρώτη αγορά ομολόγου και δη ομόλογο ..., λήξης 10.2.2015, ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ και στις 2.8.2005 προέβη και σε δεύτερη αγορά του ίδιου ως άνω ομολόγου, ονομαστικής αξίας 99.000 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μ' επίκληση από τις εναγόμενες αποδεικτικά εντολής συναλλαγής (ομόλογα), ο τρίτος ενάγων έδιδε εντολή για τις προαναφερόμενες αγορές εγγράφως, υπογράφοντας τις σχετικές ως άνω εντολές, γνωρίζοντας το αυξημένο ρίσκο που αναλαμβάνει από αυτές.
Επιπλέον, ο τρίτος ενάγων, με την από 23.6.2011 επιστολή του προς τη δεύτερη εναγομένη ζητεί να του γνωστοποιήσουν εγγράφως ότι ο ίδιος είναι κάτοχος του ως άνω ομολόγου, την ημερομηνία λήξης αυτού, τις πιθανές ημερομηνίες ανάκλησης πριν την οριστική λήξη του και το ποσό που θα εισπράξει στη λήξη. Από το σύνολο των ανωτέρω, με σαφήνεια αποδεικνύεται ότι οι ως άνω ενάγοντες γνώριζαν ότι είχαν υπογράψει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ότι προέβησαν σε πολλές συναλλαγές με τις εναγόμενες και σε αγοραπωλησίες προϊόντων, υπέγραφαν δε τα σχετικά έγγραφα, όπου ρητά αναφερόταν ο όρος "ομόλογα", και γενικά γνώριζαν ότι επρόκειτο για αγορά επενδυτικών προϊόντων και όχι ότι επρόκειτο για προθεσμιακές καταθέσεις σταθερής απόδοσης.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησαν κατ' αυτόν τον τρόπο αφού πείσθηκαν στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των προστιθέντων των εναγομένων περί της έλλειψης κινδύνου απώλειας του κεφαλαίου τους και δεδομένης της εμπιστοσύνης τους προς την προστήσασα αυτούς πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρία λόγω της επί μακρού χρονικού διαστήματος καλής συνεργασίας τους με αυτήν, αποδέχθηκαν τη συμβουλή τους, χωρίς να έχουν πλήρη επίγνωση των κινήσεων στις οποίες προέβαιναν και του επενδυτικού ρίσκου που αναλάμβαναν.
Τα ανωτέρω επιρρωνύονται από το ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις κινήσεων των χρηματικών υπολοίπων των εναγόντων, οι τρίτος και τέταρτη από τις 10.5.2005 εισέπρατταν τόκους από τα ως άνω ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους, συνολικού ποσού 52.358,64 ευρώ. Οι παραπάνω κινήσεις των εναγόντων δεν καταδεικνύουν άγνοια αλλά αντίθετα, επενδυτές που συνειδητά προέβαιναν σε επιλογές προϊόντων και ομολόγων προκειμένου να επιτύχουν το μέγιστο δυνατό κέρδος, εξάλλου στο παράρτημα Α της επίδικης σύμβασης αναφερόταν οι διάφορες μορφές επενδυτικών κινδύνων που αναλάμβαναν οι ίδιοι με τη συμμετοχή τους στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου.
Δεν αποδείχθηκαν δε αληθείς οι ισχυρισμοί τους: α)ότι οι προστηθέντες των εναγομένων τους εγγυήθηκαν ότι οι επενδύσεις τους είναι "σίγουρες" και ότι "υποσχέθηκαν" ότι η αξία των ομολόγων θα μείνει αμετάβλητη, καθώς, ως τις ως άνω συμβάσεις αναγράφεται σαφώς οι εναγόμενες δεν εγγυώνται τα αποτελέσματα των επενδυτικών επιλογών των επενδυτών, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν, οι υπάλληλοι των τελευταίων να παρεκκλίνουν των ως άνω συμβάσεων και να διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες περί του αντιθέτου, β) οι ενάγοντες επιθυμούσαν αποκλειστικώς να προβούν σε επένδυση εγγυημένης απόδοσης κεφαλαίου, γ) ότι λόγω ελλιπούς ενημέρωσης δεν κατανόησαν το χαρακτήρα των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων και τους κινδύνους που ενείχαν.
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μεν επαγγελματίες επενδυτές, πλην όμως ήταν έμπειροι μικροεπενδυτές με γνώση της αγοράς, ελάμβαναν στην οικία τους περιοδικές ενημερώσεις, σχετικά με την πορεία των επενδύσεων και δη αυτών που αφορούσαν στα συγκεκριμένα προϊόντα, όπου αναφέρονταν η λέξη "ομόλογα" και τα τοκομερίδια, ενώ παράλληλα ενημερώνονταν προφορικά και από τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της δεύτερης εναγομένης στο Βόλο κατά τη μετάβασή τους εκεί αλλά και τηλεφωνικά και επομένως είχαν πλήρη γνώση της πορείας του χαρτοφυλακίου τους και της επίδικης επένδυσης τους, για την οποία, έως και το 2011 ουδέποτε είχαν διαμαρτυρηθεί για έλλειψη ενημέρωσης.
Όταν δε άρχισαν να γίνονται οι συνέπειες ορατές της ήδη από το 2007 αρχόμενης διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, η επένδυση των εναγόντων στα επίδικα προϊόντα εμφάνιζε συνεχή πτωτική πορεία, η οποία κλιμακώθηκε με την ανάκληση της άδειας διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών της εταιρείας "..." που οδήγησε κατά τα προεκτεθέντα στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγγυήτριας του ως άνω ομολόγου "..." τη θέση σε εκούσια εκκαθάριση της εκδότριας εταιρείας "..." καθώς και την ανάκληση λειτουργίας της "..." στην Ελλάδα, επιφέροντας μείωση από επενδυθέν κεφάλαιο των εναγόντων.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν , η ζημία που υπέστησαν και οι ως άνω ενάγοντες δεν οφείλεται σε πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων και προστιθέντων των εναγομένων, αλλά αφενός στα προαναφερόμενα πιστωτικά γεγονότα και αφετέρου στη δική τους σφαίρα ευθύνης και δεν δικαιούται αποζημιώσεως από τις εναγόμενες ούτε λόγω παράβασης των συμβατικών τους υποχρεώσεων εκ της εντολής και των διατάξεων του Ν. 2251/1994, καθώς και των υποχρεώσεών τους εκ του ΚΔΕΠΕΥ (αρ. 122/1997 ΑΠΥΠ.ΕΘ.ΟΙΚ.) ούτε λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης κατ' αρθ. 914 ΑΚ που δεν αποδείχθηκε, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες λαμβάνοντας υπόψιν τους τους επενδυτικούς στόχους των εναγόντων, τη χρηματοοικονομική κατάστασή τους και τις επενδυτικές τους γνώσεις, όπως αυτές προέκυπταν από τις προηγούμενες επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τους παρουσίασαν τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα ενημερώνοντας τους, προφορικώς για τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους εξάλλου γνωστοποίησαν και στην ανωτέρω σύμβαση.
Εξάλλου οι εναγόμενες εκτελούσαν εντολή των ως άνω εναγόντων, χωρίς να παρεμβαίνουν αυθαίρετα στις επενδύσεις τους, όπως αβασίμως οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι προστηθέντες των εναγομένων ενημέρωναν τους ως άνω ενάγοντες για τα επενδυτικά προϊόντα χωρίς να τους παραπλανούν με ασαφή και ελλιπή πληροφόρηση αναφορικά με το ότι τα χρήματά τους ήταν ασφαλή, διαθέσιμα και αναλήψιμα στο ακέραιο, σε κανένα στάδιο δε των μεταξύ τους συναλλαγών δεν τους επηρέασαν ώστε να λάβουν απόφαση επιζήμια γι' αυτούς, την οποία διαφορετικά δε θα ελάμβαναν.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η απόφαση τοποθέτησης των χρημάτων τους στα ανωτέρω ομόλογα επιλογής τους έγινε διότι τη δεδομένη χρονική στιγμή είχαν υψηλότερη απόδοση σε σχέση με τα λοιπά προϊόντα της αγοράς λαμβάνοντας παράλληλα γνώση των κινδύνων που αυτά ενείχαν. Οι ισχυρισμοί που για πρώτη φορά αναφέρονται στην έφεσή τους και είναι ίδιοι με αυτούς που προβάλουν οι δύο πρώτοι ενάγοντες [απλοί ομόδικοι των αναιρεσειόντων και μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη] πρέπει να απορριφθούν με την ίδια ανωτέρω αιτιολογία στην οποία παραπέμπει το Δικαστήριο για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων.
Όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από την αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων και τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων που γνωρίζουν την υπόθεση και δεν αναιρούνται από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων οι οποίοι είτε εμπλέκονται προσωπικώς (βλ. ένορκες βεβαιώσεις Μ.) είτε έχουν παρόμοιες υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων.
Ούτε αποδείχθηκε ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας των όρων των συμβάσεων, αφού οι ενάγοντες έλαβαν γνώση αυτών και συνέχονται με το επενδυτικό πρόγραμμα και προϊόν που επέλεξαν". Το κείμενο δε της ίδιας απόφασης (αναφερόμενο στους απλούς ομοδίκους των αναιρεσειόντων), στο οποίο παρέπεμψε το Εφετείο προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, το αναφερόμενο σε εκτιμηθέντες ως νέους ισχυρισμούς των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου, έχει ως εξής: "Οι δύο πρώτοι ενάγοντες για πρώτη φορά με την έφεσή τους επικαλούνται ότι:
α) τα επίδικα ομόλογα "..." και το ομόλογο "..." απαγορεύονταν να κυκλοφορήσουν στην Ελλάδα σε αποταμιευτές - μικροεπενδυτές, όπως αδιαμφισβήτητα ήταν αυτοί, λόγω των υψηλότατων επενδυτικών κινδύνων που εμπεριείχαν για τους καταναλωτές, β) ότι το δεύτερο εκ των ανωτέρω ομολόγων δεν ήταν απλό ομόλογο "σταθερού εισοδήματος", αλλά σύνθετο υβριδικό ομόλογο υψηλού επενδυτικού κινδύνου και απευθυνόταν μόνο σε εξειδικευμένους και θεσμικούς επενδυτές, γ) ότι οι εναγόμενες βρίσκονταν σε "κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων", αφού ήταν ανάδοχοι και των δύο επενδυτικών ομολόγων, με αποτέλεσμα να προωθούν σε μικροεπενδυτές "τοξικά ομόλογα", χωρίς να τους ενημερώνουν σχετικά, γεγονός που σκοπίμως τους απέκρυψαν, δ) ότι τα ομόλογα κυκλοφόρησαν στην ελληνική αγορά παράνομα, διότι η πρώτη εφεσίβλητη παρέλειψε να υποβάλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προς έγκριση και δημοσίευση Ενημερωτικό Δελτίο για αυτά, ε) ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι των εναγομένων που τους προώθησαν τα εν λόγω ομόλογα στερούνταν της απαιτούμενης άδειας - πιστοποίησης από τις αρμόδιες Εποπτικές Αρχές για την προώθηση χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως τα επίδικα, και την παροχή επενδυτικών συμβουλών.
Μάλιστα επικαλούνται και προσκομίζουν κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔικ σχετικά αποδεικτικά έγγραφα. Όμως, τα ανωτέρω αποτελούν στην πραγματικότητα απαράδεκτη κατ' άρθ. 224 ΚΠολΔικ σε συνδ. με 528 ΚΠολΔικ, συμπλήρωση και μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής αφού προστίθενται πραγματικά περιστατικά που υπάγονται στην αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη έγγραφη προδικασία υπαγωγής τους στον πρώτο βαθμό, απαραδέκτως δε εισάγονται κατά τον ανωτέρω τρόπο δηλ.
υπό τον μανδύα του άρθρ. 529 ΚΠολΔικ στο δεύτερο βαθμό." Κατόπιν αυτών των παραδοχών του το Εφετείο, συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 770/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή τους, η οποία θεμελιωνόταν, κατά παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, στους ισχυρισμούς τους περί μη ενημέρωσής τους για τους κινδύνους των επενδύσεων, που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό τους από τις αναιρεσίβλητες, στο πλαίσιο των αναφερομένων μεταξύ τους συμβάσεων, σε ομόλογα πιστωτικών ιδρυμάτων αμφιβόλου κύρους και φερεγγυότητας κατά την εποχή της αγοράς τους (σελ. 25 της αγωγής), διαπραγματευόμενα σε ξένες αγορές, γεγονός συνεπαγόμενο επίσης κινδύνους (σελ. 27 της αγωγής), και η οποία στηριζόταν στις διατάξεις περί εντολής και αδικοπραξιών του ΑΚ, στον Κώδικα ΕΠΕΥ και στον νόμο περί προστασίας του καταναλωτή.
Με όσα όμως δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας ελλιπών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παροχής ειδικής και συγκεκριμένης ενημέρωσης των αναιρεσειόντων ως προς το είδος, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυσή τους σε ομόλογα της ..., το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 713 επ.
και 914 επ. ΑΚ και των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας απόφασης διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και του ν. 2251/1994, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αποσαφηνίζεται, με συνέπεια την ανεπάρκεια των αιτιολογιών της: α) ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των προϊόντων, που διατέθηκαν στους αναιρεσείοντες, πέραν του γενικού χαρακτηρισμού που τους προσδίδεται ως "ομολόγων" (εάν δηλαδή επρόκειτο για σύνθετα ή παράγωγα -δομημένα επενδυτικά προϊόντα ή μη) και των τυχόν ιδιαζόντων συγκεκριμένων κινδύνων, που ενείχε η επένδυση σ' αυτά, ζήτημα καθοριστικό και ως προς την περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου ότι η απώλεια της αξίας τους οφείλεται απλώς σε πιστωτικά γεγονότα, οφειλόμενα στην διεθνή οικονομική κρίση από το 2007 (και επομένως όχι σε ιδιαίτερους κινδύνους που ενείχαν αυτά), β) εάν πέραν μίας γενικής προφορικής ενημέρωσης, που αναφέρεται χωρίς να παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία περιελάμβανε, παρασχέθηκε στους αναιρεσείοντες εξειδικευμένη και συγκεκριμένη ενημέρωση από έχοντες ειδικές γνώσεις της κεφαλαιαγοράς προστηθέντες των αναιρεσιβλήτων ως προς τα τυχόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προϊόντων, που αγοράσθηκαν τελικώς κατ' εντολή των αναιρεσειόντων και που γίνεται δεκτό ότι τους παρουσίασαν οι προστηθέντες των αναιρεσιβλήτων, και ως προς ενδεχόμενους συγκεκριμένους κινδύνους που περιέκλειε η επένδυση σ' αυτά, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι ο μεν πρώτος αναιρεσείων ήταν μηχανικός αυτοκινήτων, διατηρών συνεργείο αυτοκινήτων, και η δεύτερη αναιρεσείουσα αγρότισσα με επίπεδο γνώσεων δημοτικού σχολείου, δεδομένου ότι, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης, μία τέτοια ενημέρωση επιβάλλεται να παρέχεται από τις ΕΠΕΥ και τις ενεργούσες ως ΕΠΕΥ τράπεζες, σύμφωνα με τις παρατιθέμενες εκεί, εφαρμοστέες διατάξεις, και επί απλών συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες "προέβησαν σε πολλές συναλλαγές με τις εναγόμενες και σε αγοραπωλησίες προϊόντων", ότι "δεν ήταν μεν επαγγελματίες επενδυτές, πλην όμως ήταν έμπειροι μικροεπενδυτές με γνώση της αγοράς" και ότι οι αναιρεσίβλητες "λαμβάνοντας υπόψιν τους...
τις επενδυτικές γνώσεις [των αναιρεσειόντων], όπως αυτές προέκυπταν από τις προηγούμενες επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τους παρουσίασαν τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα...". Οι τελευταίες αυτές, καθοριστικές για το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης, παραδοχές έρχονται σε αντίφαση με τις προηγουμένως διατυπούμενες παραδοχές της ότι μέχρι το 2005 οι αναιρεσείοντες "...διατηρούσαν κοινό καταθετικό λογαριασμό στο στην ...
υποκ/μα της πρώτης εναγομένης εταιρείας ποσού 200.000 ευρώ. Οι τελευταίοι ενάγοντες πείστηκαν λόγω της επιθυμίας τους, που ήταν γνωστή στους προστιθέντες υπαλλήλους των εναγομένων, να τοποθετήσουν περισσότερο επωφελώς τα χρήματά τους και κατήρτισαν την υπ' αριθμ. .../28.2.2005 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών..." και ότι σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης "...
στις 7.3.2005, ο τρίτος ενάγων [πρώτος αναιρεσείων] προέβη στην πρώτη αγορά ομολόγου και δη ομόλογο ..., λήξης 10.2.2015, ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ και στις 2.8.2005 προέβη και σε δεύτερη αγορά του ίδιου ως άνω ομολόγου, ονομαστικής αξίας 99.000 ευρώ". Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές παραδοχές η μόνη προγενέστερη συναλλαγή των αναιρεσειόντων με την πρώτη αναιρεσίβλητη πριν την κατάρτιση της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ήταν η τήρηση απλού κοινού καταθετικού λογαριασμού σε υποκατάστημά της και οι δύο μόνες αποδειχθείσες επενδυτικές εντολές τους προς τις αναιρεσίβλητες εξαντλήθηκαν στην αγορά των δύο ομολόγων της ..., οι οποίες δεν είναι νοητό να τους προσδώσουν την ιδιότητα του έμπειρου μικροεπενδυτή (όπως και τα γεγονότα ότι από αυτές τις δύο μοναδικές επενδύσεις εισέπρατταν τόκους και ότι ελάμβαναν περιοδικές ενημερώσεις, στις οποίες αναφέρονταν η λέξη "ομόλογα") ή να θεμελιώσουν επενδυτικές γνώσεις τους από προηγούμενες (μη υφιστάμενες) επενδύσεις τους.
Συνεπώς είναι βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος (επικουρικώς διατυπούμενος) και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων λόγω της ανωτέρω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αναίρεσης που κρίθηκαν βάσιμοι, η οποία επιβάλλει την επί της ουσίας εκ νέου έρευνα της διαφοράς στο σύνολό της, παρέλκει, καθιστάμενη αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ περί της μη λήψης υπόψη νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου νέων αποδεικτικών μέσων (εγγράφων), που αποδεικνύουν κρίσιμα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης γεγονότα και αναφέρονται ειδικότερα στα χαρακτηριστικά των παρουσιασθέντων στους αναιρεσείοντες από τις αναιρεσίβλητες επενδυτικών προϊόντων και στους κινδύνους που η διάθεσή τους συνεπαγόταν, χωρίς η προσκομιδή τους να μεταβάλλει τις ανωτέρω βάσεις της αγωγής τους.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της το αναφερόμενο στους αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4748/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της το αναφερόμενο στους αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ