Legislator Case Law & Legislation
375/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court judgment regarding wrongful dismissal and contract validity.

Case Number 375/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving wrongful dismissal. The appellant argued that the lower court erred in evaluating the employment contract and failed to properly address the validity of the dismissal notice. The court found these arguments valid, rejecting the respondent's claim that the appellant waived the right to challenge the contract's validity by seeking only damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is admissible when the lower court incorrectly evaluates the evidence or fails to address substantive legal provisions regarding the validity of a contract and the dismissal thereof.

Keywords

AI generated
labor dispute wrongful dismissal contract validity appeal admissibility civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the Law of 16 July 1920
Article 5 of the Law of 16 July 1920
2112/1920, 1, 3 § 5 του β.δ.
Article 6 of the Law of 1955
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 375 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 375/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "........", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ...... Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ...... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η ...../2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η ...../2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2023 αίτησή της.

Με την 140/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 702/2024, 156/2024, 936/2018, 869/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 4-7-2024 υπ'αριθμ. 140/2024 πράξη της Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, προσδιορίστηκε, για τους λόγους που εκτίθενται στην ως άνω πράξη και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της από 5-5-2023 (αρ.εκθ.καταθ. 4328/437/2023) αίτησης αναίρεσης, που είχε συζητηθεί στη δικάσιμο της 23ης-1-2024, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-1-2025) με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό ...../2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ..../2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ.

το από 20-9-2024 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε.Π. στη Χρυσηΐδα Πουλάκου, πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, δια της οποίας είχε αυτή παρασταθεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (23-1-2024) της υπόθεσης. Επομένως θα θεωρηθεί παρούσα και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.

II. Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Εξάλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 1864/2022, 2234/2013, 965/2013).

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν.3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως είναι απαράδεκτη‚ εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από της λύσεως της εργασιακής σχέσεως, κατά δε το άρθρο 7 του αυτού ν.3198/1955 οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως σύμφωνα προς τα οριζόμενα από την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν.2112/-1920 ή της παρ. 1 του άρθρου 6 του β.δ.

της 16/18 Ιουλίου 1920. Αν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση οι διατάξεις του νόμου αυτού έχουν εφαρμογή και επ' αυτού από της κοινοποιήσεως στον εργοδότη από τον ενδιαφερόμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη γιατί διαπράχθηκε από το μισθωτό αξιόποινη πράξη κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη κατόπιν υποβληθείσας κατ' αυτού μηνύσεως πριν από την καταγγελία επιφέρει τη λύση της συμβάσεως.

Αν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση επαναφέρεται, από τότε που κοινοποιείται το βούλευμα ή η απόφαση το δικαίωμα του μισθωτού για απόληψη της αποζημιώσεως του ν.2112/1920 και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη. Το απαλλακτικό βούλευμα ή η αθωωτική απόφαση δεν επιφέρουν από τότε που κοινοποιούνται την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας, αλλά η καταγγελία θεωρείται άκυρη αν ο εργοδότης αρνηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία της κοινοποιήσεως να καταβάλει την προβλεπόμενη από το ν.2112/1920 αποζημίωση και περιέρχεται στη συνέχεια σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού αν αρνηθεί να την αποδεχθεί μετά από προσφορά πραγματική και προσήκουσα.

Ο εργοδότης θα ενέχεται τότε στην πληρωμή των μισθών υπερημερίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349 350 και 656 ΑΚ, αλλά μόνο για το μετά την πιο πάνω κοινοποίηση χρόνο, γιατί από τότε αναβιώνει η εργασιακή σχέση, όχι δε και για τον προγενέστερο χρόνο. Έτσι, η υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν.3198/1955 τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία προς έγερση της αγωγής ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψη αποδοχών υπερημερίας λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως αρχίζει από του χρονικού σημείου από του οποίου ο μισθωτός έλαβε γνώση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως και όχι από της καταγγελίας.

Αν όμως η καταγγελία προσβάλλεται και ως καταχρηστική όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και έτσι ήταν αυτή ψεύτικη και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, η τρίμηνη αυτή προθεσμία προς έγερση της πιο πάνω αγωγής αρχίζει από της καταγγελίας, γιατί από τότε ο μισθωτός ήταν γνώστης των συνθηκών της ακυρότητας της απολύσεώς του και η αξίωσή του για μισθούς αρχίζει από της άκυρης καταγγελίας και όχι από την παρέλευση εύλογου χρόνου από την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως (ΑΠ 965/2013).

Κατά τα προαναφερθέντα, αφετηρία της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος της λύσης της σύμβασης με την καταγγελία της από τον εργοδότη, την ανακοίνωση δηλ. εκ μέρους αυτού της βούλησής του για την λύση της, και όπως η βούληση αυτή εκφράζεται και εξειδικεύεται με την (έγγραφη) καταγγελία, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920, 1, 3 § 5 του β.δ.

από 16/18-7-1920 και 5 ν. 3198/1955, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία (θεωρουμένη έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη γι' αυτήν νόμιμη αποζημίωση) και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής (ΑΠ 1619/2006), γνώση δηλ.

της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, η βούληση αυτή εκφράζεται και συγκεκριμενοποιείται στην (περιέχουσα αυτήν) καταγγελία (ΑΠ 2234/2013). Εξάλλου, σε περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση, καθ' όσον η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζόμενου, είναι, συνεπώς, σχετική.

Ο εργαζόμενος μπορεί να παραιτηθεί, ρητώς ή σιωπηρώς (άρθρο 156 ΑΚ), από το δικαίωμά του προσβολής της καταγγελίας, ως άκυρης και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση. Η αξίωση για την πληρωμή (καταβολή) ή συμπλήρωση της νόμιμης αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εάν η αγωγή δεν ασκηθεί εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών, η προθεσμία είναι ανατρεπτική (αποσβεστική), έχει, ως αφετηρία, ως άνω, τον χρόνο λύσεως της σχέσεως εργασίας και λαμβάνεται υπ' όψη (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 6 παρ.2 εδ.

α ν. 3198/1955, 279, 280, 241, 240, 242, 243, 251 ΑΚ). Η μη επίδοση της αγωγής στον εργοδότη, εμπρόθεσμα (άρθρα 215, 221 ΚΠολΔ), καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο και η αγωγή απορρίπτεται, ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 105/2020, 1003/2017, 359/2015). Η κατά τα άνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης, αρχίζει, και στην περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας που υποβλήθηκε επίτηδες από τον εργοδότη μετά από υποβολή μήνυσης εν γνώσει του αβασίμου της κατηγορίας, όχι από την παρέλευση εύλογου χρόνου από την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως, αλλά από το χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία, χρόνο από τον οποίο ο εργαζόμενος γνώριζε τα περιστατικά της κατάχρησης.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 ΚΠολΔ, εισάγει απόκλιση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα και επιτρέπει να ζητηθεί δικαστική προστασία στις οριζόμενες σε αυτή περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και αν η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος εξαρτάται από την έκδοση της απόφασης (περ.δ), καθώς και αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος (περ.ε).

Η περίπτωση (δ), αφορά, όχι την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης άλλου Δικαστηρίου, πολιτικού ή ποινικού, αλλά της απόφασης του ίδιου του Δικαστηρίου, στο οποίο ασκείται η ένδικη αξίωση, στο διατακτικό της οποίας ερείδεται η γένεση ή η άσκηση του δικαιώματος, και βρίσκει πρακτική εφαρμογή κυρίως στις περιπτώσεις παρεμπιπτουσών αγωγών (πρβ.ΑΠ 852/2020).

Η περίπτωση (ε), εξάλλου, καλύπτει μόνο την έλλειψη του απαιτητού του δικαιώματος και όχι την έλλειψη των όρων της γέννησής του, οι οποίοι πρέπει να συντρέχουν οπωσδήποτε κατά τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης παροχής έννομης προστασίας, μη αρκούσης της ύπαρξης απλής πιθανότητας κτήσης του δικαιώματος στο μέλλον. 'Ητοι, προϋπόθεση παροχής της ως άνω πρόωρης δικαστικής προστασίας, είναι, ο γενεσιουργός λόγος του δικαιώματος να έχει ήδη υπάρξει και απλώς αναβάλλεται η ενεργοποίησή του (ΑΠ 416/2021, 829/1980).

Περαιτέρω, η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 2095/2022, 203/2019, 1596/2017, 1063/2014).

III. Εν προκειμένω, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 18-10-2016 αγωγή του, ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι η αναιρεσείουσα εργοδότριά του, μετά την υποβολή μηνύσεως σε βάρος του προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του την 25-4-2016, για τη στήριξη της αξιώσεώς του περί επιδικάσεως αποζημίωσης λόγω της ως άνω καταγγελίας, προέβαλε, και μάλιστα λεπτομερειακά και ανεπτυγμένα, ότι η καταγγελία εχώρησε καταχρηστικά, διότι έγινε εν γνώσει της αβασιμότητας της κατηγορίας.

Ειδικότερα, διέλαβε στην αγωγή του και σε πλείστα χωρία αυτής, ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της αντιδίκου του στην εναντίον του μήνυση είναι όλως ψευδείς και συκοφαντικοί, κατάφωρα προσβλητικοί για την τιμή και την υπόληψή του, και ότι η εναγομένη, έχοντας ήδη λάβει απόφαση για την απόλυση όλων των στελεχών της Διεύθυνσης πωλήσεων (μεταξύ των οποίων και του ιδίου), "με την ψευδοκαταγγελία του κ.

Ρ. άδραξε την ευκαιρία" να τον απολύσει χωρίς αποζημίωση και ότι η εναντίον του μήνυση είναι απόλυτα προσχηματική, προκειμένου η εναγομένη να προχωρήσει στην έτσι κι αλλιώς αποφασισμένη απόλυσή του χωρίς να τον αποζημιώσει. 'Ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, είχε δικαίωμα στην αποζημίωση του Ν.2112/20 από την εναγομένη, την οποία θα έπρεπε να υποχρεωθεί δικαστικώς να του καταβάλει.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και μετά την αναφορά του ιστορικού της, δέχθηκε ότι: α) η αγωγή, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 11-11-2016, ασκήθηκε πριν την έναρξη της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν.3198/1955 όσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης απόλυσης, διότι η προθεσμία αυτή άρχισε σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.3198/1955 από την επομένη της κοινοποίησης της απορριπτικής διάταξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, δηλαδή από τις 13-8-2021, β) ότι μετά την έκδοση της ως άνω διάταξης, η έκτακτη καταγγελία μετατράπηκε σε τακτική, με αποτέλεσμα η εναγομένη να του οφείλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, γ) ότι από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων επικαλέστηκε τις προϋποθέσεις του άρθρου 69 παρ.1 περ.δ'ΚΠολΔ, καθώς στην προκείμενη περίπτωση, η γένεση του ένδικου δικαιώματος περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, εξαρτιόταν από την έκδοση απόφασης επί της ανοιγείσας ως άνω ποινικής διαδικασίας.

Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο, εσφαλμένα εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, δεχόμενο ότι η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 5 Ν.2112/1920 και 7 του Ν. 3198/1955, ενώ, με βάση όσα εκτίθενται στο δικόγραφό της, αυτή στηριζόταν στην αξίωση αποζημίωσης λόγω (έγκυρης) καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τα άρθρα 3 Ν.2112/1920, 2, 5 και 6 Ν.3198/1955, δεδομένου ότι ο ενάγων επικαλέστηκε καταχρηστικότητα της καταγγελίας και, αποδεχόμενος, όπως είχε δικαίωμα, την εγκυρότητα της καταγγελίας (δια της παρόδου απράκτου του τριμήνου, εντός του οποίου μπορούσε να την προσβάλει), αξίωσε την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης λόγω της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ήτοι για λόγο ανεξάρτητο από την έκβαση της εναντίον του ποινικής διαδικασίας, η οποία (έκβαση) κατά το χρόνο εκείνο δεν ήταν γνωστή.

Με την πιο πάνω εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη της ως θεμελιωτικό του επιδίκου δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων είχε αξίωση καταβολής της αποζημίωσης λόγω της απαλλαγής του από τις κατηγορίες που του είχαν προσαφθεί με τη μήνυση.

Στη συνέχεια δε το Εφετείο, στηριζόμενο στην πιο πάνω εσφαλμένη κρίση του, κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 του β.δ.16/18 Ιουλίου 1920, 5 παρ.1 και 2 ν.2112/1920 και 6 παρ.2 του ν.3198/1955, τις οποίες εσφαλμένα εφήρμοσε, έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που προβλέπει η τελευταία από τις ως άνω διατάξεις, ενώ, εφόσον υπό τις ως άνω παραδοχές του, η καταγγελία έλαβε χώρα στις 25-4-2016, αφ'ότου, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, άρχισε η εξάμηνη προθεσμία για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης, η δε αγωγή ασκήθηκε στις 11-11-2016, η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή αποζημίωσης είχε ήδη αποσβεσθεί και συνεπώς η αγωγή ήταν απαράδεκτη.

Λεκτέον ότι, ο ενάγων δεν επικαλέστηκε σε οποιοδήποτε σημείο της αγωγής του τις προϋποθέσεις του άρθρου 69 παρ.1δ, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ακόμη όμως και αν τις είχε επικαλεσθεί, η επίκληση αυτή θα ήταν αλυσιτελής, αφού η γένεση του ένδικου δικαιώματος περί καταβολής αποζημίωσης δεν συναπτόταν με την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, και σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα αυτό δεν ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο γεγεννημένο κατά το χρόνο εκείνο, ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής, έστω, η διάταξη της περίπτωσης ε του ίδιου άρθρου.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο: α) εκτίμησε εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, δεχθέν ως θεμελιωτικό του ασκηθέντος δικαιώματος ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, β) παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 β.δ.16/18 Ιουλίου 1920, 5 παρ.1 και 2 ν.2112/1920, 6 παρ.2 και 7 ν.3198/1955, 281 του Α.Κ.

Τονίζεται ότι η αναιρεσείουσα με σαφήνεια διατυπώνει τον πρώτο αναιρετικό λόγο, στον οποίο αυτολεξεί περιλαμβάνει τα χωρία της αγωγής τα οποία είναι απαραίτητα για την εκτίμηση του περιεχομένου της, χωρίς να χρειάζεται η παράθεση ολοκλήρου του κειμένου της αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος.

Το περαιτέρω επιχείρημα του τελευταίου ότι ο ίδιος δεν προσέβαλε την καταγγελία ως άκυρη κατά το άρθρο 281 Α.Κ., ουδεμία έννομη επιρροή θα μπορούσε να έχει στην υπόθεση, αφού, εφόσον διεκδίκησε μόνο την αποζημίωση, αυτονοήτως θεώρησε την καταγγελία ως έγκυρη, ούτε, εξάλλου, ασκεί οποιαδήποτε επίδραση η μη αριθμητική αναφορά του πιο πάνω άρθρου 281 Α.Κ., αρκούσας της παράθεσης των περιστατικών κατάχρησης, τα οποία προαναφέρθηκαν. 'Αλλωστε, η σχετική αγωγή καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, στην περίπτωση μη προσβολής του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, για να είναι παραδεκτή πρέπει να ασκείται εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων, πρέπει να γίνει δεκτή αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ...../2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 28-6-2022 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. .../2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την αγωγή.

Απορρίπτει αυτή και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης τα οποία ορίζει στο ποσόν των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ