Supreme Court dismisses appeal against civil court jurisdiction ruling, holding administrative decisions do not bind civil courts on jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final decision by the Piraeus Court of Appeal rejecting their tort claim against the Greek State. The appellants argued that a prior final administrative decision establishing lack of jurisdiction barred the civil courts from hearing the case. The court ruled that administrative decisions on jurisdiction do not bind civil courts, allowing them to rule independently on their own jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 94(1), 94(3) of the Constitution; The final decision of an administrative court regarding its own jurisdiction does not bind a civil court, which is free to rule on its own jurisdiction independently.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 374 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 374/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Α., κατοίκου ....., 2) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ......, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Λάλλα και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Θ. θυγατέρας Β. Κ., 4) Γ. θυγατέρας Π. Κ., κατοίκων ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λάλλα και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Μ.Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Λάλλα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/20109 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...../2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...../2022 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/2/2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό ...../2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ...../2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την από 8-3-2019 αγωγή τους, κατά του αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, για αξιώσεις τους από αδικοπραξία, κατά ένα μέρος, για τα αναφερόμενα σ' αυτή κονδύλια ως αόριστη, και κατά τα λοιπά ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Αντίστοιχα, ο ΚΠολΔ ορίζει στο μεν άρθρο 1 εδ.
α ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, στο δε άρθρο 2 ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται όμως η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως, εφόσον πλέον δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1023/2022, ΑΠ 599/2013).
Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1406/1983 υπήχθησαν, μεταξύ άλλων, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και οι διοικητικές διαφορές ουσίας από την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Με το πρώτο από αυτά ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, μαζί δε με το Δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρο και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη όμως των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των Υπουργών.
Οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου εφαρμόζονται κατά το επόμενο άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ και για την ευθύνη των δήμων, κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ο νομοθέτης, μετά τις 11-6-1985 που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 1486/1983, θέλησε να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που στο πλαίσιο της δημόσιας δράσης της Διοίκησης γεννώνται από την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, η δε σχετική αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου παρέχεται τόσο στις περιπτώσεις ευθύνης του τελευταίου από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, όσο και από υλικές ενέργειες που τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1/2021, ΑΠ 397/2018, ΑΠ 1992/2017, ΑΠ 1415/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα, όμως, που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.
Το αναθεωρημένο όμως άρθρο 17 του Συντ. 1975 δεν προσδιόρισε ποια τα αρμόδια δικαστήρια, αλλά άφησε τον προσδιορισμό τους στο νομοθέτη. Με το άρθρο 1 παρ. 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 21.12.2001, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002, ορίσθηκε ότι, ''Ο προσδιορισμός της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου υπάγεται λόγω της συνάφειάς του με τη διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17Α), όπως αυτός ισχύει κάθε φορά''.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 17 παρ. 1 του ν.δ/τος 797/1971 και ήδη του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ο προσδιορισμός της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ερμηνευόμενης, εν όψει της, ως άνω, διάταξης του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ/γμα 53/1974 (και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων), σύμφωνα με το οποίο ''παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους'', αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημίωσης και της αρμοδιότητας του Εφετείου, είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανόμενη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις από την απαλλοτρίωση αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη (ΟλΑΠ 10-11/2004).
Όμως, θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημίωσης δεν αποτελεί η διαφορά, η οποία γεννάται επ' ευκαιρία της απαλλοτρίωσης και έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημίωσης για ζημία από παράνομες πράξεις των οργάνων της διοίκησης, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτρίωσης.
Η αγωγή, με το ανωτέρω αντικείμενο, στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝ.ΑΚ και υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση αυτής (Α.Ε.Δ. 13/1992, ΑΠ 707/2018, ΑΠ 1296/2014, ΑΠ 1045/2011). Εξάλλου, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 59/2017).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 319/2018, ΑΠ 397/2018). Όταν, όμως, το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 652/2018, ΑΠ 741/2017).
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου.
Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 259/2023, ΑΠ 1023/2022, AΠ 1313/2021, ΑΠ 1002/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (και όχι και από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1649/1986, απέρριψε την αγωγή τους ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας, δεχόμενο ότι εισάγεται με αυτή διοικητική διαφορά, αν και είχε δικαιοδοσία να ερευνήσει αυτή, καθόσον αγωγή τους με αντίστοιχο περιεχόμενο είχε απορριφθεί από τα διοικητικά δικαστήρια για έλλειψη δικαιοδοσίας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 8-3-2019 αγωγής των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι οι ενάγοντες, ιστορούσαν σ' αυτό τα ακόλουθα: "... Ότι οι δικαιοπάροχοί τους και στη συνέχεια οι ίδιοι, ήταν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, του περιγραφόµενου ακινήτου ......
Ότι το ακίνητο αυτό αποτέλεσε τµήµα ευρύτερης έκτασης, που απαλλοτριώθηκε υπέρ και µε δαπάνες του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων, για την ανέγερση σχολείου. Ότι µε την .../1986 απόφαση του Εφετείου Πειραιά καθορίστηκε η οριστική τιµή µονάδας για την αποζημίωση της απαλλοτριωθείσας έκτασης στο ποσό των 14.000 δρχ. (ήδη 41,08 ευρώ)/τ.µ.
Ότι το εναγόµενο, δια του οργάνου του -Οικονομικού Εφόρου της Α' Οικονομικής Εφορίας Πειραιώς-, πρόβαλε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της δίκης για την αναγνώριση δικαιούχων της ως άνω αποζημίωσης, τον ισχυρισμό περί δήθεν ιδίας κυριότητας αυτού (Ελληνικού Δημοσίου), µε αποτέλεσµα το δικαστήριο να απόσχει από την αναγνώριση των δικαιούχων και να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία, αν και από έγγραφα προέκυπτε η κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους και ότι το δηµόσιο δεν είχε προβάλλει δικαιώµατα κυριότητας επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των οργάνων του εναγόµενου υπέστησαν µεγάλη οικονομική ζημία, αφού αναγκάστηκαν να ασκήσουν την από 18-12-1987 αγωγή για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων, επί της οποίας, µετά την έκδοση δύο προδικαστικών αποφάσεων, µε τις οποίες διατάχθηκαν αποδείξεις και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης µε την πρώτη και η συμπλήρωση των αποδείξεων µε τη δεύτερη, εκδόθηκε η ...../2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, µε την οποία αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της ανωτέρω αποζημίωσης, που είχε καθοριστεί µε την απόφαση ...../16-10-1986 του Εφετείου Πειραιώς.
Ότι µετά την άσκηση της από 20-4-2004 έφεσης από το εναγόµενο Δημόσιο, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και την έκδοση της απόφασης ...../2008 του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση, το εναγόµενο άσκησε την από 22-4-2008 αίτηση αναίρεσης, οπότε µε την 213/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου έληξε η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων.
Ότι ο δικαστικός αγώνας αυτός δεν θα διεξαγόταν, εάν δεν είχε λάβει χώρα, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου (µε την υποβολή του ισχυρισμού περί κυριότητας της απαλλοτριούμενης έκτασης από το δημόσιο, που προβλήθηκε ψευδώς και αντίθετα µε την καλή πίστη), αν και µε το έγγραφο 96/1/31-12-1971 του Υπουργείου Οικονοµικών - Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτηµάτων ..., κατόπιν αίτησης του δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων (εναγόντων), αυτό είχε αποφανθεί ότι δεν προβάλλει (το Δημόσιο) δικαιώµατα κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου, µε συνέπεια την εσφαλμένη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, περί αποχής του να δικάσει την αίτηση τούτων, για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων.
Ότι η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του (εναγόµενου), ως προς την άσκηση των ανωτέρω ενδίκων µέσων (έφεσης και αναίρεσης), επιτείνεται από το γεγονός ότι είχε κριθεί αμετάκλητα (µε την 1122/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου) ότι όµορη ιδιοκτησία της ίδιας απαλλοτριωθείσας έκτασης, αποτελούσε ιδιωτική έκταση και είχε απορριφθεί ο ισχυρισµός περί ιδίας κυριότητας αυτού.
Ότι αποτέλεσµα της αδικοπρακτικής συµπεριφοράς του δηµοσίου ήταν να παρεµβληθεί 25ετής αντιδικία και αδυναμία είσπραξης της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε, κατά τα ανωτέρω, λόγω της απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους. Ότι η αποζηµίωση αυτή, ανερχόμενη, κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, περί αποχής του από την αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων (1986), στο ποσό των 43.475.600 δραχμών (ή 127.587,97 ευρώ), έχει απωλέσει την αγοραστική της αξία, η οποία έχει σχεδόν εκµηδενισθεί, ώστε να µη πληροί την έννοια της πλήρους αποζημίωσης, κατά το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να αναγνωριστεί και να υποχρεωθεί το εναγόµενο - Ελληνικό Δημόσιο, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω της επικαλούµενης αδικοπραξίας και ως αποζημίωση για την παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων.
Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή φέρει το χαρακτήρα αγωγής αποζημίωσης του άρθρου 105 του Εισ.Ν.ΑΚ., εφόσον έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση ιδιωτών και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτών, από παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων των, στα πλαίσια της, ως άνω, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που έλαβαν χώρα μετά τον καθορισμό της αποζημίωσης από το Εφετείο για το απαλλοτριωθέν ακίνητο.
Επομένως, για την εκδίκαση αυτής είχαν δικαιοδοσία τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια και όχι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως πολιτικό δικαστήριο. Έτσι, κρίνοντας και το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή αυτή, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή με πρόταση κάποιου εκ των διαδίκων, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, και παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (ΑΠ 791/2023, AΠ 944/2020).
Από τις διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 5 π.δ. 18/1989, που κωδικοποίησε το ν.δ. 170/1973 περί του Συμβουλίου της Επικρατείας, ''οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο'', κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 197 παρ. 1 εδ.
α ΚΔΔ (ν. 2717/1999), ''δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό''.
Δηλαδή οι παραπάνω αποφάσεις του ΣτΕ ή και των διοικητικών εφετείων, όταν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον, όμως, για το διοικητικής φύσης ζήτημα που το δικαστήριο έλυσε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξης (ΟλΑΠ 39/1988, ΑΠ 791/2023, ΑΠ 222/2018, ΑΠ 12/2016, 1286/2011, 302/2011).
Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την περί δικαιοδοσίας κρίση του διοικητικού δικαστηρίου. Έτσι, αν το διοικητικό δικαστήριο αποφάνθηκε, έστω και αμετάκλητα, ότι έχει ή δεν έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ενώπιόν του αχθείσας διαφοράς, δεν κωλύεται το πολιτικό να αποφανθεί αντιθέτως (ΑΠ 222/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 16 (και όχι και από τους αριθμούς 1 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κατά τα ήδη εκτεθέντα, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, παραβίαση του δεδικασμένου που απορρέει από την Α. ..../2016 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, ήδη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της έφεσης κατ' αυτής, με την Α. ..../2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή τους με αντίστοιχο περιεχόμενο ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων.
Ωστόσο, σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, από την κρίση αυτή του διοικητικού δικαστηρίου, δεν κωλύεται το πολιτικό δικαστήριο να αποφανθεί αντίθετα, και ως εκ τούτου ο άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά τη με αριθμό 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και οι οποίες ισχύουν και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Δημοσίου (ΑΠ 780/2023, ΑΠ 700/2020, ΑΠ 693/2018), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό .../2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ