Legislator Case Law & Legislation
693/2018 AI generated

Supreme Court allows State's appeal, remands case to correct procedural errors regarding public land status and prescription. State argued land was private due to prior occupation.

Case Number 693/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the Court of First Instance's dismissal of its claim, finding the lower court committed procedural errors. The State argued the disputed land was private because the defendants' ancestors occupied it since 1960, despite it being public land under Ottoman law. The Court held that mere occupation does not strip public land of its status, and the lower court erred in its reasoning, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 51 of the Introductory Law to the Civil Code; Art. 1 of the Ottoman Law on Lands of 1856; Art. 1, 2, 4, 65 of the Cadastral Regulations; Art. 4 of Law 1539/1938; Art. 1 of the Paris Peace Treaty: Mere occupation of land by private individuals does not automatically convert public land into private property, and the lower court erred in reasoning if it failed to properly apply these statutory provisions to determine the land's legal status.

Keywords

AI generated
public land status prescription of public property Ottoman land law cadastral regulations procedural error remand for retrial civil appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 51 of the Introductory Law to the Civil Code
Art. 1 of the Ottoman Law on Lands of 17 Ramadan 1274 (1856)
Arts. 1, 2, 4, 65 of the Cadastral Regulations
Art. 4 of Law 1539/1938
Art. 1 of the Paris Peace Treaty of 10 February 1947

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 693 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 693/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. Π., το γένος Π. Κ. Ε., 2 Ι. Κ. του Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Κουτσούκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 43/2016 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-4-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α’ του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (30-12-1947) εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο Αστικός Κώδικας, ο Εισαγωγικός αυτού Νόμος και το ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου". Με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΚ ορίζεται ότι η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.

Περαιτέρω, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ του 1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1-1-1932 με το άρθρο 7 του με αριθμό 200/1931 διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη, η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε :

α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ), γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (εβκάφ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων ενός μόνο χωριού (μετρουκέ), οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ),οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργειά τους (πετρώδεις εκτάσεις, βράχια κλπ.) και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες (Ολ.Α.Π. 1/2013).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30-12-1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, διατηρείται κατ’ αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες:

α) δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ, μιρί κλπ.), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) και γ) αφιερωμένων σε ευαγή σκοπό (εβκάφ), όπως οριζόταν από το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο (άρθρο 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91-102 και 103-105). Ως δημόσια κτήματα (γαίαι) της κατηγορίας ‘ ‘ μεβάτ’ ‘ , σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 103 του ως άνω Οθωμανικού νόμου, θεωρούνται οι γαίες που δεν ανήκουν στην κυριότητα των ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργειά τους και δεν κατέχονται, ούτε εξουσιάζονται από κανένα.

Μάλιστα, οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, επειδή αφορούν σε όλες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων σ’ αυτά, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στη Μεγίστη, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και τη λειτουργία των κτηματολογικών γραφείων, τα οποία δεν έχουν ιδρυθεί στο νησί αυτό (Α.Π.2194/2013).

Περαιτέρω, με το άρθρο 65 του ανωτέρω Κτηματολογικού Κανονισμού ορίσθηκε ότι τα δημόσια κτήματα, οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρησή τους σε ιδιώτες έγινε μετά την ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάληψης, εφόσον συμβιβάζονται προς τις παρούσες κτηματολογικές διατάξεις.

Επομένως, ισχύει για τα προαναφερόμενα κτήματα και το άρθρο 1248 του Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσεως της κυριότητας, στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, καθώς και η διάταξη του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή των αγωγών υπέρ του κατόχου, χωρίς όμως η πιο πάνω παραγραφή να λειτουργεί και ως κτητική παραγραφή υπέρ του κατόχου.

Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ κλπ), με την επιφύλαξη των σχετικών για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.

Εφόσον, συνεπώς, το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει το θεσμό της χρησικτησίας, ο χρόνος νομής που διανύθηκε υπό το κράτος της Οθωμανικής νομοθεσίας, δηλαδή μέχρι 31-12-1931, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στη Δωδεκάνησο (Α.Π.1814/2012). Ο θεσμός της χρησικτησίας για πρώτη φορά εισήχθη στη Δωδεκάνησο μετά την εισαγωγή σ’ αυτήν του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1865, με το υπ’ αριθμ. 200/31-10-1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη από 1-1-1932.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του εν λόγω Ιταλικού ΑΚ του 1865 προκύπτει ότι αυτός που έχει συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή σε ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά σ’ αυτό εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος μετά από τριάντα χρόνια (κτητική παραγραφή). Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το άρθρο 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865.

Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού, όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής", δεν εφαρμόζεται στη νήσο Μεγίστη (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε κτηματολόγιο (Α.Π.477/2016).

Οι δημόσιες γαίες κατά τον Οθωμανικό νόμο περί γαιών και των σχετικών διατάξεων του άρθρου 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, περιήλθαν κατά διαδοχή στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.

δ. 423/1947. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1539/1938 ‘ ‘ περί προστασίας Δημοσίων Κτημάτων’ ‘ , ο οποίος εισήχθη στη Δωδεκάνησο στις 10-1-1949 με το άρθρο 1 του β.δ. της 31-12-1947, "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, εις ουδεμία υπόκεινται παραγραφή, τοιαύτη δε αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμία νόμιμη συνέπεια έχει, αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι τότε κατά τους προϊσχύσαντες νόμους".

Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν αναγνωρίζει το θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1 Ιανουαρίου 1932, δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στη Δωδεκάνησο (Α.Π. 725/2010). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εάν κάποιος καταλάβει "μεβάτ" οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή από αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1865 και του Ιταλικού ΑΚ του 1942, γιατί από την 1η Ιανουαρίου 1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι την 30.12.1947 (εισαγωγή του ΑΚ στη Δωδεκάνησο), δεν συμπληρώνεται σύμφωνα με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος (Α.Π. 1551/2001).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).

Τέλος, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.1/1999, Ολ.Α.Π.12-13/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του .../16-10-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Η. - Π., όπως αυτό διορθώθηκε δυνάμει του .../19-12-2003 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μεγίστης, ο δεύτερος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, προς την πρώτη εναγομένη, δύο (2) ακίνητα στη θέση "..." του ...

Ειδικότερα, μεταβίβασε: 1] ένα οικόπεδο έκτασης 370,16 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2000 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ. με τα γράμματα ... το οποίο συνορεύει Βόρεια επί πλευρών ΑΒ μήκους 7,40 μέτρων και ΒΓ μήκους 14,90 μέτρων με κοινόχρηστο χώρο, Ανατολικά επί πλευρών ΓΔ μήκους 13,70 μέτρων και ΔΕ μήκους 6,50 μέτρων με θάλασσα, Νότια επί πλευράς ΕΖ μήκους 14,70 μέτρων με ιδιοκτησία Κ.

και Δυτικά επί πλευράς ΖΑ μήκους 6,90 και 12 μέτρων με κοινόχρηστο χώρο και ιδιοκτησία Δ. Π. και περαιτέρω με κατεστραμμένη οικία Α. Μ., και 2] ένα οικόπεδο έκτασης 363,90 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από μηνός Αυγούστου 2003 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ιδίου ως άνω πολιτικού μηχανικού με τα γράμματα ... το οποίο συνορεύει Βόρεια επί πλευρών ΑΒ μήκους 10,00 μέτρων με ιδιοκτησία Δ.

Π. και ΒΓ μήκους 14,70 μέτρων με ιδιοκτησία Κ., Ανατολικά επί πλευράς ΔΕ μήκους 7,50 και 14,00 μέτρων με θάλασσα, Νότια επί πλευράς ΕΖ μήκους 17,50 μέτρων με κοινόχρηστο χώρο και Δυτικά επί πλευράς ΖΑ μήκους 12,00 μέτρων με δημοτική οδό. Στο ανωτέρω συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο δωρητής, δεύτερος εναγόμενος, απέκτησε την κυριότητα επί των παραπάνω ακινήτων με χρησικτησία, καθότι κατείχε και νεμόταν τα επίδικα ακίνητα από το έτος 1960.

Αντίθετα, το ενάγον ελληνικό δημόσιο θεωρεί, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ότι τα παραπάνω ακίνητα (τα οποία είναι όμορα) δεν μπορούσαν να τύχουν οποιασδήποτε καλλιέργειας, εξαιτίας του γεγονότος ότι το έδαφος είναι βραχώδες, συνεπώς ανήκουν στην κατηγορία των "νεκρών γαιών", οι οποίες ανήκουν στο ίδιο. Η θέση αυτή του ενάγοντος, δεν επιβεβαιώθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα, ναι μεν όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών, είναι πολύ δυσχερής, εάν όχι αδύνατη, η καλλιέργεια των επιδίκων ακινήτων, η θέση όμως των εναγομένων προς αντίκρουση της εναντίον τους αγωγής, δεν είναι η άσκηση πράξεων νομής με τη μορφή της καλλιέργειας, αλλά ότι εντός των επιδίκων υπήρχε η κατοικία του παππού και του πατέρα του δευτέρου εξ αυτών, η οποία καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από βομβαρδισμό, ότι εν συνεχεία οι ως άνω δικαιοπάροχοι του περιέφραξαν, επέβλεπαν και καθάριζαν τα ακίνητα ενώ και ο ίδιος, τοποθετούσε εντός των επιδίκων διάφορα εργαλεία, ξύλα και μια βάρκα.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, περί ύπαρξης δηλαδή κατοικίας στα επίδικα, βρίσκει έρεισμα στην με ημερομηνία 23-4-2007 έκθεση αυτοψίας των α) Π. Σ., αρχιτέκτονα και προέδρου του ... του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και β) Κ. Σ., αρχιτέκτονα και μέλους του ..., οι οποίοι διαπίστωσαν την ύπαρξη διάσπαρτων τμημάτων ερειπωμένων τοίχων, ελάχιστου εύρους 40 εκατοστών, τα οποία κατά την άποψη των υπογραφόντων, αποτελούν τμήματα ερειπωμένων κτηρίων.

Την ύπαρξη δε των τμημάτων αυτών, ανέφερε στην κατάθεσή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου (βλ. πρακτικά και απόφαση της, ήδη αμετάκλητης, υπ’ αριθμ. 51 / 2008 απόφασης του εν λόγω δικαστηρίου, με κατηγορούμενο μεταξύ άλλων και τον δεύτερο εναγόμενο για τις πράξεις της απάτης και της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος, από τις οποίες απαλλάχθηκε) και ο Π.

Κ., υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, ο οποίος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να αποτελούν υπολείμματα οικιών. Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος, ο οποίος αποτυπώνεται και στην από 13-4-2005 έκθεση ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, σύμφωνα με τον οποίο "στην εν λόγω νήσο [Μεγίστη] επομένως, σε ό,τι ο ιδιώτης δεν μπορεί να αποδείξει νόμιμα ότι έχει ιδιοκτησία, τεκμαίρεται ότι αυτή είναι ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου" (βλ.

Συμπεράσματα - Εισήγηση της εν λόγω έκθεσης), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, δεν είναι απροσμάχητος, η θέση δε αυτή δεν είναι, όπως προαναφέρθηκε, η κρατούσα στη νομολογία. Η θέση αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία της Συνθήκης των Παρισίων, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 423 / 1947, στο άρθρο 14 της οποίας ορίζεται ότι (παρ. 1): "Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου τα κατωτέρω απαριθμουμένας, ήτοι:

Αστυπάλαιαν, ..., Καστελλόριζον, ως και τας παρακείμενας νησίδας". Είναι όμως σαφές, ότι η "πλήρης κυριαρχία" δεν ταυτίζεται με την έννοια της ιδιοκτησίας, επομένως το ενάγον με την παραπάνω συνθήκη δεν απέκτησε την κυριότητα επί ολοκλήρου του νησιού, αλλά σε συγκεκριμένα ακίνητα που αποτελούν την δημόσια και ιδιωτική του περιουσία, όπως αυτά αναφέρονται στο Παράρτημα της εν λόγω Συνθήκης, χωρίς να σχετίζεται αυτό με το εμπράγματο δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

Διαφορετική θεώρηση της σχέσης μεταξύ των εννοιών αυτών (και απόπειρα ταύτισής τους), από την οποία εκκινεί εμμέσως πλην σαφώς το ενάγον, θα είχε ως αποτέλεσμα το άτοπο να χάνεται η κυριαρχία του ελληνικού κράτους, σε περίπτωση που κάποιος αλλοδαπός αποκτήσει ακίνητο σε ελληνικό έδαφος, ο οποίος στη συνέχεια, επικαλούμενος την ιδιοκτησία του, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι, ελλείπουσας της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στο ακίνητο του, δεν δεσμεύεται λ.χ.

από τις πολεοδομικές διατάξεις. Η ερμηνεία συνεπώς της Συνθήκης δεν μπορεί, κατά την άποψη και του δικαστηρίου τούτου, να είναι αυτή, στην πραγματικότητα δε, όταν τίθεται ζήτημα κυριότητας στη μη δορυάλωτη Δωδεκάνησο, δεν θα πρέπει να θεωρείται υφιστάμενο άνευ ετέρου το τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού δημοσίου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, με την προϋπόθεση, πάντως, να πρόκειται για ακίνητο επί του οποίου να μπορούν να ασκηθούν υλικές πράξεις.

Στην κρινόμενη περίπτωση, το ενάγον δεν απέδειξε κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην κατηγορία των νεκρών γαιών". Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού είχε εξαφανισθεί η ερήμην εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση λόγω τυπικής και ουσιαστικής παραδοχής της εφέσεως, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ., το Εφετείο, αφού δίκασε εκ νέου την ένδικη διεκδικητική της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί των επίδικων ακινήτων αγωγή του, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι το τελευταίο δεν απέδειξε ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην κατηγορία των νεκρών γαιών.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή τα επίδικα δεν ήταν ποτέ δημόσιες γαίες, γιατί εντός αυτών υπήρχε κατοικία του παππού και του πατέρα του δεύτερου εναγόμενου, η οποία καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από βομβαρδισμό, και ότι εν συνεχεία οι ως άνω δικαιοπάροχοί του περιέφραξαν, επέβλεπαν και καθάριζαν αυτά, ενώ ο ίδιος τα νεμήθηκε από το έτος 1960 τοποθετώντας εντός αυτών διάφορα εργαλεία, ξύλα και μια βάρκα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οθωμανικού νόμου ‘ ‘ περί γαιών’ ‘ της 7 ης Ραμαζάν 1274 (1856), τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του α.ν. 1539/1938 και τις διατάξεις του άρθρου 1 του Παραρτήματος XIV της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, όπως κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947, στηρίζοντας την απορριπτική της αγωγής κρίση του, ότι τα επίδικα ακίνητα δεν είναι δημόσια κτήματα επειδή οι δικαιοπάροχοι (άμεσος και απώτατος) του δεύτερου εναγόμενου είχαν κατοικία, καθόσον το στοιχείο αυτό δεν είναι εκείνο που θα προσδώσει στα επίδικα την ιδιότητα της δημόσιας γης, χωρίς την παραδοχή ότι αυτά μέχρι στις 10-1-1949, που άρχισε να ισχύει στη Δωδεκάνησο ο α.ν. 1539/1938, ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί δημόσιων κτημάτων, και έπαυσε έκτοτε να χρησιδεσπόζει κάποιος ακίνητο του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο, είχαν απωλέσει το χαρακτήρα του δημόσιου κτήματος, οπότε και ήταν έκτοτε δεκτικά χρησικτησίας και θα δικαιολογούσε την απόκτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγομένων με τον πρωτότυπο τρόπο της χρησικτησίας.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 α’ και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες προβάλλονται από το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αιτία για την οποία παρέλκει και η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η από 27-4-2017 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 43/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ