Supreme Court dismisses appeal against tax debt collection, ruling no legal interest in overturning final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding tax debt collection. The appellant, a sole heir, argued that the tax authority failed to properly calculate interest and that the debt should be exempt from the threefold limitation period under Law 3259/2004. The court rejected these claims, noting that the appellant did not raise a specific objection regarding the limitation period during the initial proceedings and that the debt had already been restructured into a new loan agreement, thereby negating the existence of an outstanding debt subject to the limitation rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 39 of Law 3259/2004; Article 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment on tax debt collection is inadmissible if the appellant fails to raise a specific objection regarding the limitation period during the initial proceedings, and if the underlying debt has been restructured into a new loan agreement, rendering the claim for exemption from the threefold limitation period baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 780 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 780/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ενεργών ατομικά ως ενός εκ των αρχικών ανακοπτόντων, αλλά και υπό την ιδιότητά του ως νομίμου κληρονόμου του θανόντος πατρός του Σ. Κ. του Ι.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λαλούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Νιγρίτας Σερρών και ήδη Α' Δ.Ο.Υ. Σερρών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2013 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Σ. Κ. και του ήδη αναιρεσείοντος - καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1060/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 273/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 344/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσειόντων και ανέβαλε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την υπ' αριθ. 251/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 5/2019 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την από 22-7-2019 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22/7/2019 κλήση του αρχικού τρίτου αναιρεσείοντος Δ. Κ. φέρεται νόμιμα για νέα συζήτηση η από 30/3/2017 αίτηση αναίρεσης αυτού, ατομικά και ως μοναδικού νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 9-1-2017 αρχικού πρώτου ανακόπτοντος - πρώτου εφεσιβλήτου Σ. Κ., μετά την έκδοση της υπ' αρ. 344/2018 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη ως προς τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσειόντων Σ. και Κ./νο Κ., φερομένων και αυτών ως νομίμων κληρονόμων του ιδίου Σ. Κ., οι οποίοι παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αναίρεσης, και κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του νομικού ζητήματος, που είχε παραπεμφθεί σε αυτήν με την υπ' αρ. 251/2018 απόφαση του Α-2 Πολιτικού Τμήματος αυτού, γιατί επί του ζητήματος αυτού εκδόθηκε ήδη η υπ' αρ. 5/2019 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν.Δ. 356/1974 Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων(Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως το ΝΔ αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων ταμειακών βεβαιώσεων και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση κατά το άρθρο 85 παρ. 4 του νέου ΚΕΔΕ (Ν.4978/7-10-2022), που τον κατήργησε, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:
α) Η βεβαίωση κατά τον νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 73 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου", κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ., όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται, επί πειθαρχική αυτού ευθύνη, να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν δυνάμενος και να κοινοποιήσει αυτήν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις...".
Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2 του ΚΕΔΕ προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Η απόδειξη της ύπαρξης του νόμιμου τίτλου βαρύνει εκείνον που επισπεύδει τη διοικητική εκτέλεση, ο οποίος οφείλει να αποδείξει στη δίκη των άρθρων 73 επ.
ΚΕΔΕ τη νόμιμη συγκρότηση των εγγράφων, που θεμελιώνουν τον τίτλο (νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής και ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής) καθώς και ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση, δηλαδή τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κίνηση της διοικητικής εκτέλεσης (άρθρα 1, 2, 5, και 7 ΚΕΔΕ)(ΑΠ 488/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 του Π.Δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.": "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ιδίου Π.Δ. "η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου", όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ`ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε τον τίτλο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στον νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, ώστε να συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής, ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.
σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 134/2012, ΑΠ 821/2021).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη απολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Απορρίπτεται λοιπόν η αναίρεση που προσβάλλει την απόφαση ως προς τις αιτιολογίες, όταν αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάστασή τους (ΑΠ 1382/2019 ,ΑΠ 1464/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αποβιώσας Σ. Κ. και ο τρίτος αναιρεσείων άσκησαν κατά του αναιρεσιβλήτου, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, την από 7-3-2013 ανακοπή τους, στην οποία αναφέρουν ότι η ΔΟΥ Ιωνίας τους ειδοποίησε ότι οφείλουν στο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 65.215,18 ευρώ.
Ότι απευθύνθηκαν στην ανωτέρω ΔΟΥ για να διαπιστώσουν την αιτία της οφειλής και αυτή, ανταποκρινόμενη στο αίτημά τους, τους χορήγησε, πριν την άσκηση της ανακοπής: 1) δύο καταστάσεις της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ) προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, που επιγράφονται "καταστάσεις υποβολής εγγυημένων δανείων", 2) τέσσερις σελίδες εκτυπώσεων της ιδίας Τράπεζας, που επιγράφονται "εκτύπωση βεβαιωμένης απαίτησης", 3) αντίγραφο της υπ' αρ. ...
πρόσθετης δανειστικής σύμβασης ρύθμισης οφειλών, που είχαν συνάψει με την ίδια τράπεζα, 4) έναν "πίνακα κατάπτωσης δανείου", που χορηγήθηκε με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, 5) τα από 28/8/2009 και 5/4/2011 έγγραφα της ιδίας Τράπεζας, με τα οποία αυτή βεβαιώνει ότι δεν έχουν γίνει δίκες για τη διασφάλιση των απαιτήσεών της, 6) αντίγραφα αιτήσεων και μεταγεγραμμμένων υποθηκών της ιδίας Τράπεζας εις βάρος της περιουσίας τους, και 7) αντίγραφα των υπ' αρ. ...
και 1836/16-10-2018 ταμειακών βεβαιώσεων της ιδίας ΔΟΥ, από τα οποία έγγραφα προκύπτει ότι τα βεβαιωμένα εις βάρος τους ποσά αποτελούν δόσεις της ανωτέρω υπ' αρ. 998/2001 δανειακής σύμβασης ρύθμισης οφειλών τους προς την ΑΤΕ από παλαιά αρχικά δάνεια, που είχαν λάβει από αυτήν και από συμβάσεις ρύθμισης απλήρωτων δόσεων παλαιών δανείων, η οποία σύμβαση συνάφθηκε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ της ΑΤΕ για την περίπτωση που δεν πληρώνονταν κανονικά οι δόσεις της σύμβασης ρύθμισης οφειλών, σε εφαρμογή της ΚΥΑ 4216/Β/269/7-2-2001.
Τέλος ζήτησαν να ακυρωθούν οι ανωτέρω ταμειακές βεβαιώσεις και οι αντίστοιχοι χρηματικοί κατάλογοι για τους αναφερόμενους στην ανακοπή ειδικότερους λόγους. Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αρ. 1060/2014 απόφασή του δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τις ταμειακές βεβαιώσεις και τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος, λόγου ανακοπής, με τον οποίο οι ανωτέρω ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυροι οι χρηματικοί κατάλογοι, στους οποίους στηρίζονται οι ταμειακές βεβαιώσεις, γιατί δεν προσδιορίζεται σε αυτούς η αιτία της οφειλής και δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού της, ενώ δεν εξέτασε τους λοιπούς λόγους ανακοπής, των οποίων έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το αναιρεσίβλητο, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι ανακόπτοντες - εφεσίβλητοι (δηλαδή ο ήδη μοναδικός αναιρεσείων Δ. Κ. και ο αποθανών πατέρας του Σ. Κ.), για την κάλυψη των αναγκών της κτηνοτροφικής τους δραστηριότητας, συνήψαν από το έτος 1994 και εντεύθεν αλλεπάλληλες δανειστικές συμβάσεις, μερικές από τις οποίες ήσαν υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσιβλήτου).
Ειδικότερα, α) την 2-12-1994 συνήψαν με την ... σύμβαση, μεσοπρόθεσμο δάνειο (με ρύθμιση οφειλών) 617.472 δραχμών, ήδη 1.812,10 €, διάρκειας 10 ετών, με επιτόκιο 23%, β) την 2-12-1994 συνήψαν με την ... σύμβαση, μεσοπρόθεσμο δάνειο (με ρύθμιση οφειλών ) 5.091.581 δραχμών, ήδη 14.942,28 €, διάρκειας 10 ετών με επιτόκιο 23%, γ) την 16-5-1996 συνήψαν με την ...
σύμβαση, μεσοπρόθεσμο δάνειο(με ρύθμιση οφειλών) 2.600.000 δραχμών, ήδη7.630,23 €, διάρκειας 7 ετών, με επιτόκιο 20%, δ) την 5-11-1996 συνήψαν με την ... σύμβαση, μεσοπρόθεσμο δάνειο (με ρύθμιση οφειλών) 4.399.000 δραχμών, ήδη 12.909,76 €, διάρκειας 8 ετών, με επιτόκιο 19%, ε) την 5-11-1996 συνήψαν με την ... σύμβαση, μεσοπρόθεσμο δάνειο (με ρύθμιση οφειλών) 7.000.000 δραχμών, ήδη 20.542,92 €, διάρκειας 8 ετών με επιτόκιο 19% και (στ) την 30-10-2000 συνήψαν με την (από) 30-10-2000 σύμβαση, μεσοπρόθεσμο δάνειο (με ρύθμιση οφειλών) 19.290.606 δραχμών, ήδη 56.612,20 €, διάρκειας 10 ετών, με επιτόκιο 12%.
Μετά την έκδοση της υπ. αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με θέμα "ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ- ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ", υπογράφηκε μεταξύ των ανακοπτόντων - εφεσιβλήτων και της ΑΤΕ(ενν. της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος) η υπ' αριθμ. ... Πρόσθετη Δανειστική Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλών, σύμφωνα με την οποία ρυθμίστηκαν οφειλές των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις, μέχρι την 31.12.2000.
Αυτές ανερχόταν, κατά τον χρόνο υπογραφής της ως άνω σύμβασης, στο ποσό των 119.336,68 €, μετά την διαγραφή ποσού 2.498,05 € (προερχόμενο από τόκους υπερημερίας κατά τη ρητή πρόβλεψη της ως άνω υπουργικής απόφασης, το οποίο χρεώθηκε σε βάρος του λογαριασμού του Ν.128/75 και σε βάρος της ΑΤΕ). Η περίοδος αποπληρωμής της ανωτέρω οφειλής ορίσθηκε σε 15 έτη από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, ήτοι από 15-11-2001, με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης την 31-03-2002 κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας, η δε τελευταία δόση ορίσθηκε ότι έπρεπε καταβληθεί την 31-03-2016 και ότι σε κάθε μία από τις δόσεις περιλαμβάνεται το χρεολύσιο, που αναλογεί σε κάθε χρόνο και οι τόκοι του κεφαλαίου, που απομένει.
Ορίσθηκε παράλληλα ότι η καταβολή τελεί υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε περίπτωση δε μη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, ότι αυτή θα βεβαιώνεται από την Αγροτική Τράπεζα εντός τριών μηνών στην αρμόδια ΔΟΥ. Οι ανακόπτοντες-εφεσίβλητοι δεν τήρησαν τους όρους της ως άνω πρόσθετης πράξης καθόσον δεν κατέβαλαν τις 6η, 7η, 8η και 9η δόσεις στην ΑΤΕ.
Η τελευταία, κατ' εφαρμογή των όρων της ως άνω σύμβασης και της προαναφερόμενης απόφασης, προέβη στην κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου και στη συνέχεια απέστειλε τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα στην 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ). Μετά από έρευνα των νομίμων προϋποθέσεων, το ΓΛΚ απέστειλε σχετικό χρηματικό κατάλογο καθώς και όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στη ΔΟΥ Ιωνίας προκειμένου να βεβαιωθεί ταμειακά σε βάρος των ανωτέρω η συνολική οφειλή τους από την ως άνω αιτία ανερχόμενη στα ποσά των (8.765,02+10.808,61=) 19.573,63 € και (17.867,11+19.211,60=) 37.078,71 € αντιστοίχως.
Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης βεβαίωσε ταμειακά την απαίτηση του Δημοσίου, το οποίο μετά την καταβολή της εγγύησης, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της Αγροτικής Τράπεζας, εκδίδοντας προς τούτο τις με αρίθ. ... και ... ταμειακές βεβαιώσεις, με τις οποίες βεβαιώθηκαν σε βάρος των ανακοπτόντων-εφεσιβλήτων τα ποσά των 19.999,02 € και 10.808,61 € με την πρώτη και των 17.879,24 € και 19.211,60 € με τη δεύτερη.
Με τις με αριθμούς ... και ... ατομικές ειδοποιήσεις χρεών του Προϊσταμένου της ΔΥΟ Ιωνίας Θεσσαλονίκης, που κοινοποιήθηκαν σε αυτούς και στηρίζονται στις προαναφερθείσες ατομικές βεβαιώσεις και στους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, οι αιτούντες κλήθηκαν να καταβάλουν στο Ελληνικό Δημόσιο τα ως άνω ποσά.
Οι εν λόγω ατομικές ειδοποιήσεις χρεών στηρίζονται στις προαναφερόμενες με αριθμ. ... και ... ταμειακές βεβαιώσεις και στους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους. Στις ανωτέρω ταμειακές βεβαιώσεις... αφενός αναφέρεται το είδος του χρέους "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑ", αφετέρου αναγράφεται το συνολικό ποσό εκάστης οφειλής, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα.
Στους αντίστοιχους όμως χρηματικούς καταλόγους αναγράφεται το είδος του χρέους ειδικότερα και αναλύονται οι επίδικες οφειλές. Επομένως, αφενός μεν προσδιορίζεται η αιτία των οφειλών, αφετέρου δε εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού των. Εξάλλου, η περιγραφή της ένδικης απαίτησης του Δημοσίου μπορεί να συμπληρωθεί, νομίμως,...
από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από το τελευταίο έγγραφα, ήτοι, την πρόσθετη δανειακή σύμβαση ρύθμισης χρεών μεταξύ της ΑΤΕ και των ανακοπτόντων, με το σχετικό πίνακα δόσεων, τα αποσπάσματα των χειρόγραφα τηρούμενων βιβλίων της ΑΤΕ και την αναλυτική κίνηση βεβαιωμένου (κατάπτωσης) δανείου, στα οποία φαίνεται το απαιτητό υπόλοιπο, κατά κεφάλαιο και τόκους, συμβατικούς και υπερημερίας.
Ενόψει των ανωτέρω, οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαίωσεις με τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, έχουν τα αιτούμενα για το ορισμένο αυτής (ενν. αυτών) στοιχεία και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες επικαλούνται αοριστία και έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας των προσβαλλόμενων τίτλων, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος...
Περαιτέρω, στην ένδικη πρόσθετη δανειακή σύμβαση ρύθμισης οφειλών, δεν ορίστηκε ανατοκισμός των τόκων ανά τρίμηνο, ούτε από κανένα στοιχείο αποδείχθηκε τέτοιος ανατοκισμός, όπως διατείνεται ο ανακόπτων, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του και συνεπώς, ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας - ενόψει του ότι δεν προσβάλλονται συγκεκριμένα κονδύλια της ένδικης απαίτησης - είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Τέλος, αποδείχθηκε... ότι η δανείστρια τράπεζα, προέβη σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής των ανακοπτόντων.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η επίδικη απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη, διότι δεν προηγήθηκε επανακαθορισμός της, κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές και με άλλες, με τις οποίες απορρίφθηκαν άλλοι λόγοι ανακοπής, για την απόρριψη των οποίων δεν υπάρχει αιτίαση με τους λόγους αναίρεσης, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αρ. 1060/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε την ανακοπή.
Ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος ανακοπής, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν, οι ανακόπτοντες πριν την άσκηση της ανακοπής τους ζήτησαν και έλαβαν όλα τα αναγκαία έγγραφα, τα οποία οι ίδιοι παραθέτουν στην ανακοπή, τα οποία συγκροτούν τον νόμιμο τίτλο και τους παρέχουν επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του και τη χρονολογία βεβαίωσής του, στοιχεία τα οποία επίσης παραθέτουν στην ανακοπή και τους δίδει έτσι τη δυνατότητα να προβάλλουν με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τις αντιρρήσεις τους κατά της οφειλής τους.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο εσφαλμένα, σύμφωνα επίσης με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ότι ο επίδικος νόμιμος τίτλος μπορεί να συμπληρωθεί με τα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα, που προσκομίστηκαν από το αναιρεσίβλητο στο δικαστήριο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και γι' αυτό, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει και έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, θα πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και συνεπώς αβάσιμος κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της απόρριψης του πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος, λόγου ανακοπής κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 73 παρ. 1, 2 και 4 ΚΕΔΕ, 20 παρ. 1 Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 924 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ελλείψεις του νόμιμου τίτλου μπορούν να συμπληρωθούν με τα έγγραφα, που προσκόμισε το αναιρεσίβλητο κατά την εκδίκαση της έφεσης.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και εάν οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο, όπως μετά τη συζήτηση, δεν αρκεί δε η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και όχι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11β' (όχι δε και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για να απορρίψει κατ' ουσίαν τον ανωτέρω λόγο ανακοπής του έλαβε υπ' όψη και έγγραφο με τίτλο "αναλυτική κίνηση βεβαιωμένων (κατάπτωσης) δανείου", το οποίο είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί οδήγησε στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του ανωτέρω λόγου της ανακοπής, το οποίο έγγραφο όμως δεν το είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις του και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου κανένας διάδικος.
Ο λόγος αυτός, μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο κρίθηκε ότι είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος ανακοπής, κατέστη αλυσιτελής, αφού η απόρριψη του λόγου ανακοπής έγινε όχι με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αλλά με βάση τα εκτιθέμενα στην ανακοπή και συνεπώς είναι αβάσιμος.
Στο άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται: α) Στην παράγραφο 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό), και 5 του παρόντος άρθρου", β) στην παράγραφο 5: "Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση ...
Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο", γ) στην παράγραφο 10 "Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975" και δ) στην παράγραφο 12 "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998... και λοιπές διατάξεις", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων...".
Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη...
Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.
Τo δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση..." Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 9 του ίδιου άρθρου όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001, "Δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου: α) Οφειλές επιχειρήσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές - ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται, β) ...".Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε με το άρθρο 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2.912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της §12 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο), δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.
Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 §1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την §12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1433/2015).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.
Η προβλεπόμενη από την 2η παράγραφο του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017).
Όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως και γι' αυτό η 3η παράγραφος του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα "να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω", στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε.
Ως εκ τούτου η απαίτηση της Τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού).
Ο οφειλέτης διατηρεί βέβαια τη δυνατότητα, αν εκδοθεί σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, να ισχυριστεί και να αποδείξει, με ανακοπή του κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ ή το άρθρο 73 του Ν.Δ 356/1974 (ΚΕΔΕ), ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την Τράπεζα, δεν είναι το νόμιμο, δηλαδή εκείνο, που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και περαιτέρω ότι ενόψει των καταβολών, που τυχόν επικαλείται, δεν οφείλεται κανένα πλέον ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα.
Για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου της ανακοπής, που συνιστά ένσταση, δεν αρκεί η αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή (ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1095/2014, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ ). Εξάλλου, οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, έναντι των άλλων οφειλετών, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, διότι στην παράγραφο 5 αυτού ορίζεται ότι, εφόσον ο οφειλέτης κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων κ.λπ.
με τα πιστωτικά ιδρύματα ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης, για τον επανακαθορισμό της οφειλής του από τις συμβάσεις αυτές θα ληφθεί υπόψη ο συντελεστής 2 και όχι 3 και συγκεκριμένα η βάση του υπολογισμού της οφειλής του από τις δανειακές του συμβάσεις θα προκύψει από το άθροισμα του ποσού του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστης, χωρίς να υπολογίζονται οφειλές από τόκους και έξοδα, το άθροισμα δε αυτό θα πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 2 και ακολούθως από το γινόμενο που θα προκύψει θα αφαιρεθούν οι οποτεδήποτε γενόμενες καταβολές εκ μέρους του για να εξαχθεί η τελική οφειλή αυτού προς το πιστωτικό ίδρυμα(ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017).
Ωστόσο, η ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαίρετα τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά μόνο εκείνες "που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Εξαιρέθηκαν δε ρητά από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως ισχύει (και επομένως δεν ισχύει γι' αυτές η ευνοϊκή ρύθμιση της ανωτέρω παρ. 5) οι ακόλουθες οφειλές αγροτών:
Α) Εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται (παρ. 9 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001). Η εξαίρεση αυτή είναι άλλωστε συνεπής προς την παρ. 8 του ίδιου άρθρου κατά την οποία "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη...
Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμισθεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.
Τo δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση..." Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις (α) να πρόκειται για "επιχείρηση" στην έννοια της οποίας ασφαλώς υπάγονται και οι ατομικές παντός είδους επιχειρήσεις και συνεπώς και οι αγροτικές εφόσον ο νόμος δεν αναφέρεται ρητά σε λειτουργία της επιχείρησης με τη μορφή νομικού προσώπου, (β) να έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των χρεών τους με ειδικούς όρους και (γ) να έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις.
Β) Εκείνες, που δεν πληρούν την ακόλουθη χρονική προϋπόθεση, δηλαδή "οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000..." Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 δεν καταλαμβάνει όλους γενικά και ανεξαίρετα τους οφειλέτες αλλά μόνον όσους συγκεντρώνουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης και της καταγγελίας της ή το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της οφειλής (για τους αγρότες) μέχρι το χρονικό διάστημα της 31-12-2000 (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 69/2014).
Το διάστημα αυτό δεν καθορίσθηκε τυχαία, αλλά μετά από τη στάθμιση των παραγόντων που διαμόρφωσαν μέχρι τότε το πρόβλημα, η αντιμετώπιση του οποίου, άλλωστε, κατέστησε αναγκαία την επέμβαση του νομοθέτη. Η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση υπέρ μίας μόνο μερίδας δανειοληπτών αγροτών, δηλαδή εκείνων που πληρούν την ανωτέρω προϋπόθεση, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 26 του Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το διεθνές σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα), μολονότι δεν περιλαμβάνει στην εμβέλειά της και τους άλλους ενήμερους οφειλέτες (αγρότες), οι οποίοι είχαν, κατά τον ίδιο χρόνο (31-12-2000), ανεξόφλητες δόσεις των δανείων τους, αλλά ωστόσο δεν είχαν περιέλθει σε υπερημερία και ήταν έτσι συνεπείς στην εξυπηρέτηση αυτών (ΟλΑΠ 2/2016, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017).
Όσες οφειλές αγροτών εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ειδικότερα εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές - ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, μπορούν να υπαχθούν, αν συντρέχουν βέβαια και οι ανωτέρω λοιπές προϋποθέσεις, στη γενική ρύθμιση της παραγράφου 1 διότι ρητά ορίζεται στην παράγραφο 10 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ότι "στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το Ν. 128/1975"(ΑΠ 488/2017).
Εξάλλου, με βάση τον Ν. 128/1975, για να εξυπηρετηθεί η ανάγκη εξυγίανσης των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων της Χώρας, εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ με αρ.4216/Β.269/7-2-2001 (ΦΕΚ Β` 162/16.2.2001)απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών "Ρύθμιση οφειλών κτηνοτροφικών - πτηνοτροφικών επιχειρήσεων", στην οποία και με τις καθοριζόμενες σε αυτήν προϋποθέσεις, ορίστηκαν στο μοναδικό άρθρο της και τα ακόλουθα: "1.
Από το σύνολο των υφισταμένων ληξιπροθέσμων ή μη οφειλών στις 31.12.2000 των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων η Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ) θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας, ώστε οι εναπομείναντες τόκοι υπερημερίας να εξασφαλίζονται πλήρως από τις εμπράγματες διασφαλίσεις των πελατών τους.
Το σύνολο των τόκων που θα διαγραφούν θα βαρύνει το λογαριασμό του Ν. 128/75. 2. Μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο διάρκειας (15) δεκαπέντε ετών. Το επιτόκιο του νέου αυτού δανείου ορίζεται ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο δανεισμού για την αντίστοιχη κατηγορία ενήμερων δανείων της ΑΤΕ.
Για την νέα ρύθμιση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/95. 3)...4...5. Η δαπάνη που προκαλείται από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης το ύψος της οποίας δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, θα βαρύνει το λογαριασμό του Ν. 128/75, ο οποίος δημιουργείται από την παρακράτηση επί των χορηγήσεων των Τραπεζών με σκοπό την επιδότηση επιτοκίων δανείων".
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021) Με τους εξεταζόμενους ως σύνολο τρίτο και τέταρτο λόγους ανακοπής, κατά τα πρώτα σκέλη τους, οι αρχικοί ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι είναι άκυρες οι προσβαλλόμενες με την ανακοπή εκτελεστές διοικητικές πράξεις, γιατί η απαίτηση που ενσωματώνουν δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, δεδομένου ότι μετά τη σύναψη της επίδικης υπ' αρ. 998/2001 δανειστικής σύμβασης οφειλών, με βάση την οποία εκδόθηκαν, επακολούθησε ο Ν. 3259/2004, στο άρθρο 39 παρ. 5 του οποίου ορίστηκε ο επανυπολογισμός των δανείων με διαγραφή των τόκων, που υπερβαίνουν το διπλάσιο του δοθέντος κεφαλαίου, για τους κατ' επάγγελμα αγρότες, όπως είναι οι ίδιοι και τέτοιος επανυπολογισμός δεν έχει γίνει (τρίτος λόγος) και γιατί το αναιρεσίβλητο επιχειρεί χωρίς νόμιμο τίτλο την επίδικη διοικητική εκτέλεση, επειδή δεν έλεγξε, πριν την καταβολή της εγγύησης του στην ΑΤΕ, αν αυτή εφάρμοσε το ανωτέρω άρθρο 39 παρ. 5 Ν. 3259/2004 (τέταρτος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως αόριστοι και γι' αυτό απαράδεκτοι, γιατί η τυχόν απαίτηση από το αναιρεσίβλητο, δια των ανακοπτόμενων ταμειακών βεβαιώσεων, μη οφειλομένων, κατά το άρθρο 39 παρ. 5 Ν. 3259/2004, τόκων από τους αρχικούς ανακόπτοντες, δεν καθιστά μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη την όλη απαίτηση, αλλά δίδει μόνο το δικαίωμα σε αυτούς να προσβάλλουν κατ' ένσταση με λόγο ανακοπής τις ταμειακές βεβαιώσεις μόνο κατά τα ποσά αυτά, κατά τα οποία θα ακυρωθούν οι ταμειακές βεβαιώσεις, αν γίνει δεκτός ο λόγος ανακοπής και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αρχικοί ανακόπτοντες δεν προσδιορίζουν με τους ανωτέρω λόγους ανακοπής τους τα συγκεκριμένα ποσά, που αμφισβητούν.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του Ν. 3259/2004, που επιβάλλει τον περιορισμό των οφειλών από δάνεια κ.λπ. των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών στο διπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 30 του Ν. 2789/2000 και 916 ΚΠολΔ, καθόσον αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αρχικοί ανακόπτοντες επέλεξαν να εντάξουν τις μέχρι την 31/12/2000 οφειλές τους προς την ΑΤΕ στην εκδοθείσα, κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 128/1975, Υ.Α.
υπ' αρ. 4216/269 Β'/7-2-2001, με τη σύναψη της 998/2001 σύμβασης ρύθμισης των οφειλών τους σε συγκεκριμένου ποσού τοκοχρεωλυτικές δόσεις, μετά από τη διαγραφή ποσού τόκων υπερημερίας και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αυτοί δεν υπάγονταν στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, αφού την υπαγωγή στις διατάξεις αυτές θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της η ανωτέρω παρ. 5 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 39 παρ. 5 Ν. 3259/2004, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με τις υποστηρίζουσες το ανωτέρω πόρισμα ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές, ήτοι α) ότι οι αρχικοί ανακόπτοντες είναι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι για την κάλυψη των αναγκών της κτηνοτροφικής τους δραστηριότητας συνήψαν με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (ΑΤΕ) ΑΕ κατά το χρονικό διάστημα από τις 2-12-1994 και έως τις 30-10-2000, τις αναφερόμενες αναλυτικά στην απόφαση έξι συμβάσεις δανείων, β) ότι μετά την έκδοση της υπ' αρ. ...
απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και σε εκτέλεση αυτής σύναψαν με την ΑΤΕ την υπ' αρ. ... Πρόσθετη Δανειστική Σύμβαση Ρύθμισης Οφειλών, σύμφωνα με την οποία ρυθμίστηκαν οι συνολικές οφειλές των αρχικών ανακοπτόντων προς την ΑΤΕ από τις ανωτέρω έξι δανειακές συμβάσεις μέχρι την 31/12/2000 στο συνολικό ποσό των 119.336,68 ευρώ, μετά τη διαγραφή ποσού 2.498,05 ευρώ, που προήρχετο από τόκους υπερημερίας, το οποίο χρεώθηκε σε βάρος του λογαριασμού του Ν. 128/1975 της ΑΤΕ, το οποίο ποσό των 119.336,68 ευρώ ορίσθηκε ότι θα αποπληρωθεί σε 15 έτη από την ημερομηνία υπογραφής της με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης στις 31/3/2002 κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας, κατά την οποία σε κάθε δόση περιλαμβάνεται το χρεολύσιο, που αναλογεί και οι τόκοι του κεφαλαίου, που κάθε φορά απομένει προς εξόφληση, γ) ότι το δάνειο τελεί υπό την εγγύηση του αναιρεσίβλητου, σε περίπτωση δε μη πληρωμής δόσης, αυτή θα βεβαιώνεται από την ΑΤΕ εντός 3 μηνών στην αρμόδια ΔΟΥ, δ) ότι επειδή οι αρχικοί ανακόπτοντες δεν κατέβαλαν τις 6η, 7η, 8η και 9η δόσεις του δανείου η ΑΤΕ απέστειλε τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα στην αρμόδια 25η Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία τα διαβίβασε στην ΔΟΥ Ιωνίας, που εξέδωσε τις ανακοπτόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, κοινοποιώντας στους αρχικούς ανακόπτοντες και τις αναφερόμενες στην απόφαση ατομικές ειδοποιήσεις χρεών της ίδιας Δ.Ο.Υ., πέραν δε των ανωτέρω δεν ήταν αναγκαίες και άλλες αιτιολογίες.
Σημειωτέον, ότι δεν είναι ερευνητέα στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιτρεπόμενη κατά την παρ. 10 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 υπαγωγή ή μη της οφειλής των αρχικών ανακοπτόντων στη γενική ρύθμιση της παρ. 1 του ιδίου άρθρου 39, που περιορίζει τη ληξιπρόθεσμη οφειλή στο τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, γιατί δεν διατυπώθηκε από τους αρχικούς αναιρεσείοντες σχετική ένσταση με λόγο ανακοπής, η οποία ένσταση πάντως σε κάθε περίπτωση και αν είχε προβληθεί θα ήταν απορριπτέα, γιατί κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, κατά τη θέση σε ισχύ του Ν. 3259/2004 αυτονοήτως δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη οφειλή προς την ΑΤΕ των αρχικώς ανακοπτόντων, αφού αυτή είχε ρυθμισθεί με την 998/2001 σύμβαση σε νέο τοκοχρεωλυτικό δάνειο.
Επομένως αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες του Εφετείου με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής και δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να αποτραπεί δυσμενές γι' αυτόν δεδικασμένο, θα πρέπει να απορριφθούν κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ ως αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 39 Ν. 3259/2004, 30 Ν. 2789/2000, 916 ΚΠολΔ και των διατάξεων της ΚΥΑ 4216/Β 269/2001 προβάλλοντας την αιτίαση ότι εσφαλμένως απορρίφθηκαν οι τρίτος και τέταρτος λόγοι ανακοπής κατά τα πρώτα σκέλη τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, η οποία κατά την αρχή της ισότητας, που θεσπίζεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφαρμόζεται και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2017 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 273/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ