Supreme Court dismisses appeal against labor court decision rejecting doctor's claim for minimum wage violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Labor Court's decision rejecting her lawsuit. The appellant argued the lower court violated medical fee regulations by dismissing her claim as illegal, but the court found no grounds for appeal when a case is rejected on procedural grounds. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible when the lower court rejects a claim as illegal without entering into the merits of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 351 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 351/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Μ.-Α. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηρακλή-Ευάγγελου Μαυρομιχαλάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 22/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5292/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθήνας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20-2-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1872/187/2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 5292/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 20-3-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 22/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και δίκασε επί της ως άνω αγωγής, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του ΝΔ 3623/1956 "περί καθορισμού κατωτάτων ορίων ιατρικής αμοιβής και συνθηκών εργασίας των ιατρών", όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 17 του Ν. 3796/1957, "ιατροί υπηρετούντες εις οργανισμούς, επιχειρήσεις και εν γένει εις πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, απαλλασσόμενοι των καθηκόντων των λόγω καταργήσεως θέσεως ή αποχωρούντες της θέσεως των λόγω υγείας ή τέλος απολυόμενοι της θέσεως των δια μονομερούς λύσεως της συμβάσεως ή κατ' εφαρμογήν των διατάξεων περί πολυθεσίας, δικαιούνται αποζημιώσεως συμφώνως προς τας διατάξεις του Ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως".
Η καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως προϋποθέτει ότι ο ιατρός παρείχε τις ιατρικές υπηρεσίες του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου και όχι με σύμβαση άλλου είδους, όπως είναι η σύμβαση έργου ή η σύμβαση έμμισθης εντολής (ΑΠ 634/2013, ΑΠ 274/2009, ΑΠ 490/1990). Επιπλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω περί καταγγελίας της συμβάσεως ιατρού διατάξεις, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος με μισθό, ανεξάρτητα με τον τρόπο που αυτός καθορίζεται και καταβάλλεται, ιατρός παρέχει την εργασία, που είναι αντικείμενο της σύμβασης, ευρισκόμενος υπό την εξάρτηση του εργοδότη του και υποκείμενος στο διευθυντικό του δικαίωμα.
Η εκδήλωση των στοιχείων αυτών, που θεμελιώνουν τη νομική εξάρτηση του εργαζομένου έναντι του εργοδότη του, γίνεται πρωτίστως με τον έλεγχο και την εποπτεία του τελευταίου ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας καθώς και την εν γένει επιμελή παροχή της με βάση τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες οι οποίες είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο που υποχρεούται να συμμορφώνεται προς αυτές.
Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, γιατί σε αυτή ο εργαζόμενος δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή δεν είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και τις οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Κατά συνέπεια, επί συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών ιατρού, δε γεννάται απαίτηση του τελευταίου για νόμιμη αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της (ΑΠ ολμ. 28/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 29-9-2015 αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Αρειος Πάγος κατά την έρευνα σχετικού αναιρετικού λόγου (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθεσε ότι, την 1-12-1986 καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "ΗΡΑ-ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ", της οποίας η επωνυμία μετετράπη από 25-11-2002 σε "ΙΑΣΩ GENERAL ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΟΛΑΡΓΟΥ A.E.", σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτή τις υπηρεσίες της, ως ιατρός κυτταρολόγος, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι τις υπηρεσίες της αυτές παρείχε στην εναγομένη μέχρι τις 4-6-2015, οπότε έληξε η μεταξύ τους συνεργασία, κατόπιν της από 19-5-2015 καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να της επιδικαστούν: α) το ποσό των 56.000 ως αποζημίωση απόλυσης, υπολογιζόμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του ν.δ. 3623/1956 "περί καθορισμού κατωτάτων ορίων ιατρικής αμοιβής και συνθηκών εργασίας των ιατρών" σε συνδ.
με το άρθρο 4 του ν.δ. 4111/1960 και 94 ν.δ. 3026/1954, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 46 παρ.3 εδαφ. α,β, του ν.δ. 4194/2013 "περί κώδικος δικηγόρων", β) το ποσό των 7.650 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και γ) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, και όλα τα παραπάνω, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η ένδικη σύμβαση -όπως σαφώς αναφέρεται στην αγωγή- είναι σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προϋπόθεση απαραίτητη για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και την επιδίκαση αποζημίωσης.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την από 20-3-2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 22/2017 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε κρίνει την αγωγή νόμιμη ως προς το αίτημα αυτό και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη για τον ανωτέρω λόγο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες αντίθετα ορθά εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).
Με τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι παρέπεται, ότι ιδρύεται ο λόγος αυτός μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 44/1990, 3/1997, ΑΠ 76/2019, 9/2019, 103/2017, 973/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο απέρριψε την αγωγή της ως μη νόμιμη παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.2 του ν.δ. 3623/1956 "περί καθορισμού κατωτάτων ορίων ιατρικής αμοιβής και συνθηκών εργασίας των ιατρών" σε συνδ.
με το άρθρο 4 του ν.δ. 4111/1960 και 94 ν.δ. 3026/1954, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 46 παρ.3 εδαφ. α,β, του ν.δ. 4194/2013 "περί κώδικος δικηγόρων με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα στην περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, όπως εν προκειμένω, δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5292/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη για τα δικαστικά της έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ