Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to procedural errors and death of defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's verdict regarding a traffic accident involving a pedestrian and a driver. The appellant argued that the lower court failed to assess reaction time and the driver's duty to brake or warn the pedestrian, violating substantive law. The Court found these errors in the assessment of the driver's conduct and granted the appeal, ordering a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300 of the Civil Code and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court fails to properly assess the reaction time of a driver and the duty to take preventive measures against a pedestrian, constituting a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 347 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 347/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. χας Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πρωτοπαππά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 24-7-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Ελλάς ΑΑΕ" και ήδη "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κ. Μ. του Μ., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Τσιμογιάννη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας και β) τη βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων, που απεβίωσε στις 18-9-2024.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 380/2017 μη οριστική και 2210/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6810/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Τη γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή (Α.Π.714/2023 ). Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 193/2018, Α.Π. 382/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 07-11-2022 (βλ. την επί του δικογράφου αυτής έκθεση καταθέσεως).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο δεν παρέστη ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Κ. Μ., για τον οποίο η πληρεξούσια δικηγόρος της ετέρου αναιρεσιβλήτου Ρωξάνη Τσιμογιάννη δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο, ότι απεβίωσε, προσκόμισε δε την από 19-09-2024 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δ.Ε Α…, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο θάνατος αυτού επήλθε την 18-09-2024, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η ως άνω δικηγόρος ήταν πληρεξούσια δικηγόρος του θανόντος μέχρι την επέλευση του θανάτου αυτού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ …./…/2024 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Περιστερίου Α. Κ. και, συνεπώς, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, νομιμοποιείται να γνωστοποιήσει το λόγο αυτό της διακοπής της δίκης.
Ενόψει δε του ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία (κατ' άρθρ. 74 Κ.Πολ.Δ, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία), πρέπει, ως προς τον δεύτερο και μόνο αναιρεσίβλητο, απλό ομόδικο της πρώτης αναιρεσιβλήτου, που απεβίωσε χωρίς να δηλωθεί η επανάληψη της δίκης από κληρονόμο (ή κληρονόμους) του, να χωρισθεί η υπόθεση, λόγω της επελθούσας, εκ του θανάτου του, βιαίας διακοπής της δίκης.
Ως προς την πρώτη δε αναιρεσίβλητο η κρινόμενη από 02-11-2022 (αρ. κατ…./…/2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 6810/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση, για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1546/2014, Α.Π. 1513/2014).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014).
Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999), "...2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων, συνεχώς, υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... Την αυτή, επίσης, υποχρέωση έχει... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν...".
Επίσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ 1 του Κ.Ο.Κ ορίζεται ότι " ......Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή..".
3. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. (ΑΠ 114/2023, ΑΠ 101/2022).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 6810/2020 απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η πεζή Γ. Π. παρασύρθηκε και τραυματίστηκε από το οδηγούμενο από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 7-5-2014 και περί ώρα …..
π.μ. ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας …. I.X.E. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και εκινείτο επί της οδού Αι… στο Π…. Αττικής, με κατεύθυνση από την οδό Ατ…. προς την οδό Αγίου Ι…. Η οδός Αι… είναι ευθεία με ανωφέρεια μικρής απροσδιόριστης κλίσης, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαγράμμιση, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 5 μ., ενώ δεξιά του οδοστρώματος και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας υφίσταται πεζοδρόμιο πλάτους 0,80 μ.
Το ανώτατο όριο ταχύτητας επί της ανωτέρω οδού ορίζεται στα 50 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή. H κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αραιή, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές (καλοκαιρία) ενώ ως εκ του χρόνου του ατυχήματος υπήρχε φωτισμός ημέρας (βλ.
από 7-5-2014 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα τους ατυχήματος αστυνομική αρχή). Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και μπροστά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του εναγομένου, βάδιζε πεζή, εντός του οδοστρώματος η ενάγουσα και μάλιστα σε απόσταση περίπου 1,00 μ. από το δεξιό πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία της, στο ύψος περίπου της υφιστάμενης επί της ανωτέρω οδού πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας οχημάτων (Ρ-2 STOP), πριν τη συμβολή της οδού Αι… με την οδό Αγίου Ι….
Ο ως άνω οδηγός είχε αντιληφθεί την ενάγουσα να βαδίζει αρχικώς στο πεζοδρόμιο και στη συνέχεια εντός του οδοστρώματος, γι' αυτό εκινείτο με μικρή ταχύτητα και στο άκρο αριστερό μέρος της λωρίδας Κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, για να διευκολύνει την κίνηση της ενάγουσας, η οποία όπως προαναφέρθηκε βάδιζε εντός του οδοστρώματος και σε απόσταση περίπου 1,00 μ.
από το δεξιό πεζοδρόμιο. Σύμφωνα με το φωτογραφικό υλικό από τις κάμερες ασφαλείας, όταν το αυτοκίνητο του εναγομένου βρισκόταν περίπου στο ύψος της ενάγουσας, η τελευταία συνέχιζε να βαδίζει μιλώντας στα κινητό της τηλέφωνο και ξαφνικά επιχείρησε ανέλεγκτα να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, από σημείο που δεν υπάρχει διάβαση πεζών, με αποτέλεσμα παρά την τροχοπέδηση του οχήματός του, λόγω της εγγυτάτης μεταξύ των απόστασης (μικρότερης του ενός μέτρου), να προσκρούσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του, επί του αριστερού γλουτού της, να ρίξει στα οδόστρωμα και να τραυματισθεί.
Με βάση τα ανωτέρω, αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος και του τραυματισμού της είναι η ενάγουσα, η οποία δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός πεζός, κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 AK). Ειδικότερα, η ενάγουσα βάδιζε εντός του οδοστρώματος της οδού Αι….
και μάλιστα σε απόσταση ενός (1) περίπου μέτρου από αυτό (πεζοδρόμιο), έχοντας την ίδια κατεύθυνση με την κατεύθυνση κυκλοφορίας, κάνοντας ταυτόχρονα χρήση του κινητού της τηλεφώνου, ενώ όφειλε να βαδίζει εντός του πεζοδρομίου και στην περίπτωση που κατερχόταν στο οδόστρωμα, όφειλε να βαδίζει, όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα άκρο του οδοστρώματος και αντίθετα με την κατεύθυνση κυκλοφορίας (άρθρο 38 παρ. 1, 2, 3, 4 Κ.Ο.Κ).
Σύμφωνα, με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, στο ανωτέρω σημείο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, στο δεξιό ως προς την πορεία της ενάγουσας πεζοδρόμιο, υφίστανται μεν σταθερά εμπόδια κατά μήκος αυτού, ήτοι, δυο εξωτερικές μονάδες κλιματιστικών στον τοίχο του κτιρίου και ακολούθως επί του πεζοδρομίου και στο αριστερό άκρο αυτού, η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας οχημάτων (Ρ-2 STOP), όμως αυτά δεν καθιστούν αδύνατη τη χρησιμοποίηση του πεζοδρομίου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθόσον ο χώρος, που απομένει είναι επαρκής για τη διέλευση ενός ατόμου.
Ούτε βεβαίως καθιστούσαν αδύνατη τη χρησιμοποίηση του πεζοδρομίου τα τρία σκαλοπάτια που έχουν κατασκευαστεί εντός αυτού (πεζοδρομίου), αμέσως μετά την άνω πινακίδα λόγω της ανωφέρειας, επειδή, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ήταν χορταριασμένα. Σε κάθε περίπτωση, αν έπρεπε να χρησιμοποιήσει το οδόστρωμα, όφειλε να βαδίζει στο άκρο αυτού και όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο πεζοδρόμιο και όχι σε απόσταση ενός (1) μέτρου από αυτό (πεζοδρόμιο), όπως έκανε η ενάγουσα (βλ.
σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και φωτογραφικό υλικό από κάμερες ασφαλείας, τη στιγμή του ατυχήματος), στην περίπτωση δε, που επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα αυτό, από σημείο που δεν υπάρχει διάβαση πεζών, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, όφειλε να το πράξει μετά από έλεγχο της κίνησης των οχημάτων επί της οδού, ώστε να διέλθει με ασφάλεια.
Αντιθέτως, δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον αυτός κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 AK). Ειδικότερα, οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με ταχύτητα κάτω της επιτρεπόμενης των 50 χιλ/ώρα (άρθρα 19 παρ. 1,2,3 του ΚΟΚ) στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας του, προκειμένου να διευκολύνει την κίνηση της ενάγουσας, εντός του οδοστρώματος, την οποία βεβαίως εγκαίρως είχε αντιληφθεί.
Όμως, η τελευταία, ενώ εκινείτο παράλληλα με το όχημα του, επιχείρησε αιφνιδίως και ανελέγκτως να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, σε σημεία που δεν υπάρχει διάβαση πεζών, ενώ η απόσταση μεταξύ των ήταν λιγότερη του ενός μέτρου, με συνέπεια ο εναγόμενος να ακινητοποιήσει μεν, με τροχοπέδηση το όχημα του, αλλά, λόγω της εγγυτάτης απόστασης με την πεζή, να προσκρούσει το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του (στο ύψος του δεξιού φαναριού) στον αριστερό γλουτό της ενάγουσας και στη συνέχεια αυτή να πέσει στο οδόστρωμα.
Επομένως , πρέπει με βάση τα ανωτέρω να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο λόγος της έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας στο ένδικο ατύχημα".
5. Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επιπλέον διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της (συν)υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου - δευτέρου αναιρεσιβαλλόμενου και της υπάρξεως ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο για την υπόθεση ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και να στερείται η απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, κατά την απόδοση ευθύνης αποκλειστικής υπαιτιότητας στην αναιρεσείουσα, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δέχεται ότι "ο ως άνω οδηγός {του ΙΧΕ αυτοκινήτου}, είχε αντιληφθεί την ενάγουσα να βαδίζει αρχικώς στο πεζοδρόμιο και στη συνέχεια εντός του οδοστρώματος, γι'αυτό εκινείτο με μικρή ταχύτητα και στο άκρο αριστερό μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, για να διευκολύνει την κίνησή της ενάγουσας, η οποία όπως προαναφέρθηκε βάδιζε εντός του οδοστρώματος και σε απόσταση περίπου 1,00 μ.
από το δεξιό πεζοδρόμιο" δεν προσδιορίζει, ποιά ήταν η απόσταση μεταξύ της αναιρεσείουσας και του ζημιογόνου οχήματος, όταν ο αναιρεσίβλητος οδηγός αντιλήφθηκε την βάδιση αυτής, ως προπορευόμενης ομόρροπα με την κίνηση του αυτοκινήτου πεζής, κινούμενης εντός της δεξιάς λωρίδας του οδοστρώματος και μάλιστα σε απόσταση ενός μέτρου από το δεξί πεζοδρόμιο, ώστε να ελεχθεί αν υφίστατο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις οδηγικές ικανότητες ενός μέσου συνετού οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο επαρκής χρόνος αντίδρασης στον αναιρεσίβλητο οδηγό, προκειμένου να λάβει χρονικά και τοπικά, ως μέσος συνετός οδηγός, κάθε μέτρο πρόληψης, πρόνοιας και ασφάλειας για την αποτροπή της παράσυρσης της αναιρεσείουσας.
Επίσης δεν διευκρινίζεται, για ποιό λόγο ο αναιρεσιβαλλόμενος οδηγός, δεν μείωσε ουσιωδώς την ταχύτητά του οχήματός του και δεν βρισκόταν σε ετοιμότητα πλησιάζοντας την πεζή, να επιχειρήσει εγκαίρως αποτελεσματική τροχοπέδηση, ώστε να ακινητοποίησει έγκαιρα το όχημα του προ της κινούμενης επί του οδοστρώματος πεζής, καθώς και γιατί δεν προειδοποίησε εγκαίρως αυτήν με την χρήση των ηχητικών μέσων του οχήματος που οδηγούσε, με σκοπό να αναμείνει την αντίδραση της πεζής και την απομάκρυνσή της από το οδόστρωμα, με σκοπό την ασφαλή διέλευση του οχήματος που οδηγούσε.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 του Α.Κ. 12 παρ 1 και 19 παρ 1,2,3 του Κ.Ο.Κ[ Ν.2696/1999]. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες αυτές, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερομένων λόγων της, και να αναιρεθεί, επομένως, η απόφαση αυτή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα, του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως προς τον εν λόγω διάδικο.
Αναιρεί την 6810/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ