Legislator Case Law & Legislation
714/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against excessive damages due to death of defendant during trial proceedings.

Case Number 714/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second and third defendants, who were absent from the proceedings. The court found that the first defendant died during the trial, triggering a procedural discontinuation that necessitated a review of the remaining parties' claims. Consequently, the court ruled that the damages awarded to the deceased were disproportionately high and violated the principle of proportionality under the Constitution, ordering the case to be retried by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the same Code: The death of a party during the trial proceedings causes a discontinuation of the case, requiring the court to address the remaining claims while ensuring the principle of proportionality is respected in the assessment of damages.

Keywords

AI generated
death of party during trial procedural discontinuation principle of proportionality excessive damages constitutional review retrial by different judge legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 714 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 714/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Αstrit Lamaz του Faik, κατοίκου Αργοστολίου Κεφαλληνίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Ε., που δεν παραστάθηκε, 2) Ε. Α. του Δ. και 3) Α. συζ. Ε. Α., το γένος Κ. Φ., κατοίκων Σπαρτιάς Κεφαλληνίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Ξενίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 18-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και β) ο Δ. Α. του Ε. (1ος) απεβίωσε στις 2-1-2022, προσκόμισε δε και κατέθεσε στο Γραμματέα την αριθμ. πρωτ…./5-1-2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αργοστολίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2011 αγωγή των ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Α. του Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18-10-2011 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 9-3-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2761/2014 μη οριστική και 1989/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1158/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-8-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Τη γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή (Α.Π. 83/2019).

Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 575/2020, Α.Π. 193/2018, Α.Π. 382/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 14-9-2018 (βλ. την επί του δικογράφου αυτής έκθεση καταθέσεως). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο δεν παρέστη ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ.

Α., για τον οποίο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων Χαράλαμπος Ξενίδης δήλωσε προφορικώς στο ακροατήριο ότι απεβίωσε, προσκόμισε δε την υπ' αριθμ. πρωτ…./5-1-2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αργοστολίου Κεφαλληνίας, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο θάνατος αυτού επήλθε την 2-1-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο ως άνω δικηγόρος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος του θανόντος μέχρι την επέλευση του θανάτου αυτού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. …/5-10-2021 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Α. Λ. και, συνεπώς, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, νομιμοποιείται να γνωστοποιήσει το λόγο αυτό της διακοπής της δίκης.

Ενόψει δε του ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία (κατ' άρθρ. 74 Κ.Πολ.Δ, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία), πρέπει, ως προς τον πρώτο και μόνο αναιρεσίβλητο, απλό ομόδικο των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που απεβίωσε χωρίς να δηλωθεί η επανάληψη της δίκης από κληρονόμο (ή κληρονόμους) του, να χωρισθεί η υπόθεση, λόγω της επελθούσας, εκ του θανάτου του, βιαίας διακοπής της δίκης.

Ως προς τους λοιπούς δε αναιρεσιβλήτους, η υπό κρίση από 10-8-2018 (αρ. κατ. 8073/684/2018) αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Η παράβαση όμως των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019).

Περαιτέρω, με τα άρθρα 4, 12, 16 και 19 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα οχημάτων και πεζών. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου ατυχήματος "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ...". Κατά το άρθρο δε 4 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται", ενώ κατά το άρθρο 16 παρ. 4 "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...

εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν". Επίσης, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζόμενων αναλόγως και των ορίων της παραγράφου 7, να εξειδικεύονται τα όρια τοξικών ουσιών ή φαρμάκων της παρούσας παραγράφου που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού και να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια ".

Ήδη, με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 2500/15/135-ι'/2011(ΦΕΚ Β' 2077/19-09-2011) Κ.Υ.Α των Υπουργών ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ- ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ και ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ "Διαπίστωση χρήσης οινοπν/τος, τοξικών ουσιών & φαρμάκων από οδηγούς & πεζούς σε τροχαία ατυχήματα", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης του 42 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, ορίζεται ότι: " 1.

Απαγορεύεται η οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΕΔΧ), φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μεγαλύτερο των 3,5 τόνων, σχολικών και λοιπών κατηγοριών λεωφορείων, ασθενοφόρων, οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, από οδηγό στον οργανισμό του οποίου υπάρχει οινόπνευμα σε ποσοστό μεγαλύτερο από 0,20 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,20gr/l) μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,10 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Η ίδια απαγόρευση ισχύει και για την οδήγηση οχήματος οποιασδήποτε κατηγορίας από οδηγό που είναι κάτοχος αδείας οδήγησης επί χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού, ούτε η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1292/2021, Α.Π. 493/2020, Α.Π. 1190/2018, 1510/2017).

Για να είναι δε ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 123/2021, Α.Π. 28/2021, Α.Π.765/2020, Α.Π. 696/2020).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ.

β' και 914 του Α.Κ. αλλά και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο δεύτερος τούτων, οδηγός του ασφαλισμένου στην πρώτη τούτων, με αρ. κυκλοφορίας ΚΕΒ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι παντελώς αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δίκαιου που εφαρμόστηκαν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ποια η επίδραση αυτού στο διατακτικό, αλλά γίνεται μόνο γενική αναφορά περί παραβίασης των ως άνω διατάξεων.

Με το λόγο αυτό, κατ' επίφαση μόνο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1, ενώ στην πραγματικότητα αποδίδεται πλημμέλεια ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από τους αναιρεσείοντες. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1158/2018 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανόντος κατ' αυτό οδηγού της υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΚΤΒ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 29-7-2009 και περί ώρα 02.30 ο A. L. του F. οδηγούσε στη Κεφαλλονιά στη θέση Καλλιθέα Λακήθρας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ΚΕΒ … ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", (πρώτη αναιρεσείουσα), κινούμενος επί της επαρχιακής οδού Λακήθρας - Αργοστολίου, με κατεύθυνση προς Αργοστόλι.

Η οδός αυτή είναι διπλή κατευθύνσεως με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση. Στη θέση που έγινε το ατύχημα το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 5,28 m με πεζοδρόμιο δεξιά 0,90 m και τσιμεμντοστρωμένο τμήμα της οδού 0,80 m αριστερά κατά την κατεύθυνση προς Αργοστόλι (βλ. το από Οκτ. 2009 σχεδιάγραμμα της Α. Α., αγρονόμου τοπογράφου του ΑΠΘ), τα δύο ρεύματα διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή κίτρινου χρώματος, που, όμως, είναι δυσδιάκριτη λόγω πλημμελούς συντήρησής της.

Το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται με ρυθμιστικές πινακίδες (Ρ-32) σε 30 km/h. Στο ύψος που έλαβε χώρα το ατύχημα υπάρχει πετρόκτιστη νησίδα σε σχήμα ισοσκελούς τριγώνου, του οποίου η μία γωνία καταλήγει στη διαχωριστική γραμμή, στην κορυφή δε της γωνίας αυτής υπάρχουν Α) ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-52δ), που υποχρεώνει τα οχήματα που κινούνται από Λακήθρα προς Αργοστόλι να διέλθουν μόνο από τη δεξιά πλευρά του τριγώνου της νησίδας, ακολουθώντας υποχρεωτικά δεξιόστροφη πορεία με ανωφέρεια και Β) υπάρχει και πινακίδα (Ρ-7), που απαγορεύει την είσοδο και τη διέλευση από την αριστερή πλευρά του τριγώνου της νησίδας.

Η ίδια πινακίδα (Ρ-7) υπάρχει και στην αριστερή πλευρά του οδοστρώματος, στο ύψος που η διαχωριστική γραμμή καταλήγει στην κορυφή του τριγώνου της νησίδας. Από άποψη δε οδικών συνθηκών και φωτισμού ήταν νύχτα, υπήρχε τεχνητός φωτισμός, η κυκλοφορία ήταν αραιή και επικρατούσε καλοκαιρία. Την ίδια στιγμή ο Ε.

Α. του Δ. οδηγούσε την ΚΤΒ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του παππού του Ε. Α. του Δ., η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη για τις προξενούμενες κατά την κυκλοφορία της υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες και θανάσιμους τραυματισμούς, κινούμενος στη ίδια οδό αλλά αντίθετα δηλ. από Αργοστόλι προς Λακήθρα, είχε ήδη διέλθει από την αριστερή πλευρά του τριγώνου της νησίδας στο τέλος της οποίας (πλευράς) η οδός αυτή, που μέχρι τότε ήταν για εκείνον μονής κατεύθυνσης, μετατρέπεται σε διπλής κατεύθυνσης.

Ο οδηγός του ΙΧΕ, οδηγούσε χωρίς σύνεση, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματΌς του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενος χειρισμούς, χωρίς να έχει ρυθμίσει τη ταχύτητά του, ώστε να μπορεί διακόψει τη πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού, με ταχύτητα που δεν προσδιορίστηκε με ακρίβεια αλλά οπωσδήποτε και υπερέβαινε το όριο ταχύτητας των 30 km/h και σε κάθε περίπτωση ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις (νύχτα, με τεχνητό φωτισμό προσεγγίζοντας στην εν λόγω διασταύρωση) και ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,36 gr/lt αίματος δηλ.

μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο από το άρθρο 42 του ΚΟΚ όριο των 0,20 gr/lt, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να υπερβεί την διπλή διαχωριστική γραμμή και κινούμενος ιππαστί αυτής να εισέλθει -εν μέρει- στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν κανονικά η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ε.

Α., με αποτέλεσμα αυτή να προσκρούσει με το μπροστινό της μέρος στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας εκτινάχθηκε και έπεσε με σφοδρότητα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και ακολούθως κατέληξε στο δεξί άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αργοστόλι, με συνέπεια, εξαιτίας των πολλαπλών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη, ως μόνων ενεργών αιτίων, να αποβιώσει.

Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες και δεν προέβλεψε το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του, οι ανωτέρω δε ενέργειες και παραλείψεις συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 4§3 (Ρ-32) 5, 12§1, 16 §4, 19 § §1 και 2 , 42 του ΚΟΚ σε συνδ με 330 εδαφ β ΑΚ, τελούν δε σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα [...], αφού, αν έλλειπε μία από αυτές, δεν θα επερχόταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, με τον τρόπο και τα αποτελέσματα που επήλθαν.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να θεμελιώνουν αποκλειστική ή συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αφού αυτός οδηγούσε με σύνεση και με τεταμένη την προσοχή του, κινούνταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του και με ταχύτητα που ήταν η ενδεδειγμένη για τις επικρατούσες συνθήκες και υπολογίζεται σε 30-40 km/h.

Σε κάθε περίπτωση, και η ελαφρά αυτή υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 10 χλμ δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού αν το όχημα του A. L. του F. κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του, χωρίς να υπερβεί τη διαχωριστική γραμμή, αυτό θα είχε αποφευχθεί. Όσον αφορά το ότι αυτός οδηγούσε, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας που απαιτείται από τον ΚΟΚ, δεν αποδείχθηκε, ότι το γεγονός αυτό συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε να οδηγεί και οδηγούσε από τη ηλικία των 13 ετών.

Στην κρίση του αυτή καταλήγει το Δικαστήριο αυτό με βάση κυρίως τις καταθέσεις ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλλονιάς την 25-3-2014 των μαρτύρων Μ. Κ. του Ε. και Ν. Τ. του Σ., που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 199/2014 Πρακτικά και απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, οι οποίες πλεονεκτούν κατά το λόγο γνώσεως και τον βαθμό αξιοπιστίας των καταθέσεων των λοιπών μαρτύρων, ήσαν δε οι μόνοι αυτόπτες μάρτυρες στο ατύχημα.

Ειδικότερα, η Μ. Κ., η οποία ήταν συνεπιβάτης στη μοτοσυκλέτα του Μ., που την ίδια στιγμή κινούνταν στο ίδιο σημείο και στην ίδια κατεύθυνση με τον Ε. Α., στο δεξιό άκρο του δρόμου, προπορευόμενοι εκείνου, καταθέτει ότι πριν τη τριγωνική νησίδα ο Ε. Α. ήρθε από αριστερά δίπλα τους, χωρίς όμως να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενώ αντίθετα η "αριστερή λωρίδα" του αυτοκινήτου του A.

L. του F. ακουμπούσε τη διαχωριστική γραμμή και ότι μετά το ατύχημα το αυτοκίνητο το μετακίνησε ο οδηγός του πιο δεξιά. Ο άλλος αυτόπτης μάρτυρας Ν. Τ., που και αυτός οδηγούσε την ίδια χρονική στιγμή τη μοτοσυκλέτα του στο ίδιο σημείο με την ίδια κατεύθυνση, καταθέτει ότι ο Ε. Α. ήταν στο ρεύμα πορείας του δίπλα από τη διαχωριστική, ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου πατούσε τη διαχωριστική, με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, ο προφυλακτήρας και το φανάρι να είναι μέσα στο αντίθετο ρεύμα και όταν έγινε η σύγκρουση η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ε.

Α. ήταν μέσα στο ρεύμα πορείας της, ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν 60-70 km/h και της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Ε. Α. ήταν 30-40 km/h, ότι μετά το ατύχημα το αυτοκίνητο μετακινήθηκε πριν έρθει η τροχαία και τέλος ότι ο Ε. Α. ναι μεν δεν είχε δίπλωμα οδήγησης αλλά ήξερε να οδηγεί και οδηγούσε από την ηλικία των 12-13 ετών.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικό πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Β' έφεσης ως αβάσιμος κατ' ουσία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, Ε. Α. του Δ., κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα, δεν φορούσε, ως είχε υποχρέωση από τον ΚΟΚ, το προστατευτικό του κράνος.

Ενόψει δε του γεγονότος ότι από τη σύγκρουση και την εκτίναξή του στο οδόστρωμα υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (συντριπτικά κατάγματα προσθίου κρανιακού βόθρου και κάταγμα ρινικών οστών, βλ. την από 18-9-2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής που διενέργησε η Ιατροδικαστής Α. Τ.), οι οποίες και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο αυτού, κρίνεται και ο ίδιος συνυπαίτιος στην πρόκληση και στην έκταση του τραυματισμού και της εξ αυτού απώλειας της ζωής του, σε ποσοστό 40 %.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε, ότι η παράλειψη αυτή του παθόντος δεν συνετέλεσε στον τραυματισμό του και την έκταση αυτού, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο [Β] έφεσης με τον οποίο παραδεκτά επαναφέρουν οι εκκαλούντες τη ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, που είχαν προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΚΕΒ … ΙΧΕ αυτοκινήτου A. L. του F. είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΚΤΒ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας Ε. Α. του Δ. και ότι ο θανών βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα για την έκταση του τραυματισμού και τον εξ αυτού επελθόντα θάνατό του, σε ποσοστό 40%, λόγω του ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ.

β' και 914 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 και 2 , 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΚΕΒ … ΙΧΕ αυτοκινήτου A. L. του F. και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς επίσης και η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΚΤΒ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ως προς την επέλευση του ατυχήματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας πραγματικά περιστατικά, την οποία επέδειξε ο οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΚΕΒ … ΙΧΕ αυτοκινήτου, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι αυτός: 1) οδηγούσε χωρίς σύνεση, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενος χειρισμούς, 2) δεν είχε ρυθμίσει τη ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί διακόψει τη πορεία αυτού μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού, αλλά εκινείτο με ταχύτητα, που δεν προσδιορίστηκε με ακρίβεια, οπωσδήποτε όμως υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 30 km/h, η οποία, σε κάθε περίπτωση, ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις (νύχτα, τεχνητός φωτισμός προσέγγιση σε διασταύρωση) και 3) οδηγούσε ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,36 gr/lt αίματος, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να υπερβεί την διπλή διαχωριστική γραμμή και, κινούμενος ιππαστί αυτής, να εισέλθει -εν μέρει- στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ε.

Α., με αποτέλεσμα αυτή να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα της στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου. Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο ότι: 1) οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, 2) εκινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του, 3) εκινείτο με ταχύτητα που ήταν η ενδεδειγμένη για τις επικρατούσες συνθήκες, υπολογιζόμενη σε 30-40 km/h, χωρίς η μικρή αυτή υπέρβαση, κατά 10 km/h, της ανώτατης επιτρεπόμενης στο σημείο εκείνο των 30 km/h, να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού, αν το όχημα του A.

L. του F. δεν είχε υπερβεί τη διαχωριστική γραμμή, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί και 4) το γεγονός ότι οδηγούσε χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε να οδηγεί και οδηγούσε από τη ηλικία των 13 ετών.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: α) δεν αναφέρει ποιο το πλάτος του κάθε ρεύματος πορείας και δεν διευκρινίζει αν στο σημείο του ατυχήματος η οδός ήταν ευθεία ή υπήρχε στροφή, σε ποιο σημείο του ρεύματος κυκλοφορίας του (στο δεξιό, μέσο ή άκρο αριστερό) εκινείτο ο θανών οδηγός, για να ελεγχθεί εάν υπήρχε επαρκής απόσταση και ικανός χρόνος για καθένα από τους εμπλακέντες οδηγούς να αντιληφθεί το αντιθέτως κινούμενο όχημα και να αντιδράσει επιτυχώς για να το αποφύγει, β) δεν διευκρινίζεται από ποια απόσταση καθένας από τους εμπλεκόμενους οδηγούς αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του αντιθέτως κινούμενου οχήματος, ώστε να κριθεί αν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση και γ) αναφέρει ότι το αυτοκίνητο εκινείτο με υπερβολική για τις συνθήκες ταχύτητα, πολύ μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου των 30 χ/ω, δεν προσδιορίζει όμως, έστω κατά προσέγγιση, την ταχύτητά του, ώστε να ελεγχθεί αν αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο χρόνος σύγκλισης δύο αντιθέτως κινουμένων οχημάτων τελεί σε απόλυτη συνάρτηση με την ταχύτητα ενός εκάστου οχήματος και την άθροιση των επιμέρους ταχυτήτων τους, ο χρόνος δε σύγκλισης των οχημάτων τελεί σε άμεση συνάρτηση με τη δυνατότητα ή μη (και σε πόσο χρόνο) των οδηγών να αντιδράσουν και να αποφύγουν το ατύχημα ή να μειώσουν τις συνέπειες της σύγκρουσης.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως άνω ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη 1) τις φωτογραφίες της τροχαίας, το σχεδιάγραμμα της τροχαίας και την έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου, έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι το πιθανό σημείο σύγκρουσης είναι στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου και 2) την αμετάκλητη ποινική απόφαση, με την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου αθωώθηκε της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται επί λέξει: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, περιέχονται στα 2761/2014 πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου του δικαστηρίου και εκτιμώνται ανάλογα με το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας τους, από όλα τα από τους διαδίκους νομίμως προσκομιζόμενα στην παρούσα συζήτηση μετ' επικλήσεως έγγραφα [...], μεταξύ των οποίων είναι τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, προανακριτικές καταθέσεις κ.λ.π.), τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται [...], τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως [...] και τις ομολογίες των διαδίκων ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές και αιτιολογίες αυτής, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας (στα οποία περιλαμβάνονται οι φωτογραφίες και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας), καθώς και την προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου [με την επισήμανση ότι οι κατ' άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ.

γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, εκτιμώμενο ελεύθερα από το δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο, η μνεία δε ότι "ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα", καλύπτει και αυτές (Ολ.ΑΠ 8/2005, Ολ.ΑΠ 12/2005, ΑΠ 677/2019), εφόσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι όντως ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο], ενώ η υπ' αριθμ. 199/2014 αμετάκλητη ποινική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου αθωώθηκε της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ρητά αναφέρεται και αξιολογείται στο 6ο φύλλο, εμπρόσθια και οπίσθια όψη, της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.

Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιπλέον των παραδοχών της που αναφέρθηκαν παραπάνω, σε σχέση με τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, δέχθηκε, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...αποδείχθηκε, ότι, από τον κατ' αυτόν τον τρόπο αιφνίδιο θάνατο του Ε.

Α. του Δ., οι ενάγοντες, από τους οποίους [...] ο δεύτερος, παππούς του και η τρίτη, γιαγιά του, δοκίμασαν θλίψη και κυριεύθηκαν από ψυχική οδύνη και συνεπώς δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, και της συνυπαιτιότητας του θανόντος στην έκταση του τραυματισμού του, την ηλικία του θανόντος (17 ετών), τη συγγενική σχέση των εναγόντων με τον θανόντα, την συναισθηματική σύνδεση αυτών, και, τέλος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων και όχι εναγόμενης της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει, ότι το ποσό που πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, στην οποία περιήλθαν από το επίδικο ατύχημα και τον θάνατο του [...] εγγονού τους αντιστοίχως, ανέρχεται στο ποσόν των [...] σαράντα χιλιάδων ευρώ (40.000€) στον παππού του Ε.

Α. του Δ. και των σαράντα χιλιάδων ευρώ (40.000€) στη γιαγιά του Α. Α. το γένος Φ.". Με τις κρίσεις του όμως αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όσον αφορά στο παραπάνω ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, που προσδιόρισε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των ήδη αναιρεσιβλήτων, πάππου και μάμμης του θανόντος, το οποίο ποσό είναι πολύ μεγαλύτερο από το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις και εξαιρετικά υψηλό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του, ανερχόμενου σε ποσοστό 40%, συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του, με αποτέλεσμα ο καθορισμός του στο ως άνω ύψος, να παραβιάζει ευθέως την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος).

Επομένως, ο τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι ως άνω αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ' αυτούς, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ παρέλκει η έρευνα του τετάρτου και τελευταίου λόγου αναιρέσεως, που αφορά στο κεφάλαιο περί επιδικάσεως τόκων της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, κατά δικονομική αναγκαιότητα, εξαφανίζεται και το κεφάλαιο επιδικάσεως περί τόκων αυτής. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθούν οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αποφαίνεται ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του πρώτου αναιρεσίβλητου Δ. Α. του Ε., ως προς τον εν λόγω διάδικο.

Αναιρεί την 1158/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτη, αναιρεσιβλήτους, Ε. Α. του Δ. και Α. Α. συζ. Ε., το γένος Κ. Φ..

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους (δεύτερο και τρίτη) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ