Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague legal error claim and lack of supporting facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court's decision in a credit title procedure. The appellant argued the lower court erred in law by rejecting a specific ground of the initial appeal, but the Supreme Court found this claim inadmissible because it failed to specify the violated legal rule or the exact error. Furthermore, the court determined the argument was baseless since the lower court correctly rejected all other grounds of the initial appeal, meaning the appellant's success depended on a premise that never materialized.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; A cassation ground is inadmissible if it fails to identify the specific legal rule violated and the precise error, and is baseless if it relies on the success of other rejected appeal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 575 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 575/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γιώρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βακουφάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3096/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/6/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, υπ'αρθμ. 445/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε ακυρώσει την υπ'αρθμ. 907/2015 διαταγή πληρωμής, απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, με την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 636, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Κατά δε την παρ.3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση ειδική συμφωνία ότι το χρέος του οφειλέτη προς τη δικαιούχο ανώνυμη εταιρεία, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της μεταξύ των μερών συμβάσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της δικαιούχου εταιρείας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου, με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της εταιρείας και συνεπώς δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 1251/2020, ΑΠ1421/2013, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ1022/2003).
Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της, δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητας αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθ'ού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως, η οποία δεν διαγνώσθηκε.
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκησή της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη κατά τον ανακόπτοντα έγγραφης αποδείξεως της απαιτήσεως, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, δεν καθίσταται και το ζήτημα της υπάρξεως ή μη της απαιτήσεως για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής (ΟλΑΠ 43/2005 και 10/1997,ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 665/2006).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων. Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό της, έτσι ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο που ελέγχεται με τον παρόντα λόγο (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1567/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αρθμ. 13) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε άκυρη την ένδικη διαταγή πληρωμής, καθόσον η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν αποδεικνυόταν εγγράφως από τις προσκομισθείσες αναλύσεις καρτέλας πελάτη-έγγραφες αναλύσεις λογαριασμού, οι οποίες δεν αποτελούσαν αποσπάσματα από τα επίσημα εμπορικά βιβλία αυτής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ.2ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, ερευνώντας τους σχετικούς λόγους της ανακοπής του αναιρεσείοντος, στα πλαίσια της ασκηθείσης εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ένδικη διαταγή πληρωμής, δέχθηκε τα ακόλουθα : < Από τη θεώρηση της με επίκληση προσκομιζομένης από 16-1-2015 αιτήσεως της καθ'ης η ανακοπή-εκκαλούσης προς έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι αυτή επικαλέστηκε την ένδικη μεταξύ των μερών σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, επισυνάπτοντας σ'αυτή κυρωμένο αντίγραφό της, επικαλέστηκε την περιεχόμενη στην ίδια σύμβαση δικονομική μετά του αντιδίκου της τοιαύτη περί της αποδεικτικής δυνάμεως των εμπορικών της βιβλίων και ειδικότερα, ότι η οφειλή του θα αποδεικνυόταν και από το απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων, το οποίο θα εξήγετο από μέρους της και θα εμφάνιζε την κίνηση του χρηματοπιστωτικού λογαριασμού και το κατάλοιπό του, ενώ για την απόδειξη της κινήσεως του λογαριασμού αυτού, με το κλείσιμο του οποίου προέκυψε το αιτηθέν να της επιδικασθεί κατάλοιπο, επικαλέσθηκε τα επισυναφθέντα επίσης στην αίτησή της αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων, εξαχθέντα από τα ηλεκτρονικώς τηρούμενα τοιαύτα με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλό της που ενήργησε την εκτύπωση και που κατά τη μεταξύ των μερών δικονομική σύμβαση επείχαν θέση αποδεικτικού της κινήσεως του λογαριασμού της συμβάσεως μέσου.
Επίσης από τη θεώρηση της διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι σε αυτή αναφέρεται με πληρότητα το είδος της δικαιοπραξίας από την οποία γεννήθηκε η ένδικη απαίτηση, δηλ. η μεταξύ των μερών σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου και ότι η απαίτηση αυτή αποτελεί το κατάλοιπο του χρεωπιστωτικού λογαριασμού αυτής της συμβάσεως, όπως αυτό προκύπτει από την κίνησή του, την αποτυπωμένη στα προσκομισθέντα αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων, εξηγμένα από το μηχανογραφικό της σύστημα.
Ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αλλά και η προς έκδοσή της αίτηση, περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία.... Ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση, που εξετάζοντας τους 2ο, 3ο και 4ο λόγους της ανακοπής, έκρινε ότι τα προσκομισθέντα από την αιτούσα έγγραφα δεν ήταν ικανά να στηρίξουν, ως ανεκκαθάριστη, την απαίτησή της που βεβαιώθηκε με την ένδικη διαταγή πληρωμής, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, κατά τους βάσιμους λόγους της ένδικης εφέσεως.
Ακολούθως, δεκτής γενομένης της εφέσεως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να εξετασθεί κατ'ουσίαν η ανακοπή και να απορριφθούν οι ως άνω λόγοι αυτής.... Όπως προαναφέρθηκε, η έκδοση της διαταγής πληρωμής στηρίχθηκε στα προσκομισθέντα από την καθ'ης η ανακοπή αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων, τα οποία, κατά την μεταξύ των μερών δικονομική σύμβαση, αποδεικνύουν την κίνηση και το κατάλοιπο του λογαριασμού και θεωρούνται προσκομισθέντα εν πρωτοτύπω, δεδομένου ότι τα εμπορικά βιβλία της καθ'ης τηρούνται μηχανογραφικά, οπότε προσκομίσθηκε η έχουσα θέση πρωτοτύπου εγγράφου εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή της καθ'ης, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλό της.
Επομένως, ο περιλαμβανόμενος στον 5ο λόγο της ανακοπής ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι με την αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής προσκομίσθηκαν και τρία έγγραφα, επιγραφόμενα ως Λογαριασμός Συνεργάτη και χαρακτηριζόμενα από την καθ'ης ως έγγραφες αναλύσεις λογαριασμού, που όμως δεν αποτελούν αντίγραφα των επίσημων εμπορικών βιβλίων της, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η εκ περισσού προσκομιδή μετ' επικλήσεως των εγγράφων αυτών από την αιτούσα δεν παραβλάπτει το κύρος της προσβαλλόμενης διαταγής, η έκδοση της οποίας νόμιμα στηρίχθηκε στα προαναφερόμενα αποσπάσματα του λογαριασμού της μεταξύ των μερών συμβάσεως >.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και ειδικότερα, με το να δεχθεί, ότι η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και επισύναψε στην αίτησή της για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων, εξαχθέντα από αυτά που τηρεί ηλεκτρονικά, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλό της που ενήργησε την εκτύπωση, τα οποία, κατά τη μεταξύ των διαδίκων δικονομική σύμβαση, επείχαν θέση αποδεικτικού μέσου της κινήσεως του λογαριασμού του αναιρεσείοντος, καθώς και ότι από την ένδικη διαταγή πληρωμής προκύπτει ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης αποτελεί το κατάλοιπο του χρεωπιστωτικού λογαριασμού της συμβάσεως, όπως αυτό προκύπτει από την κίνησή του, που αποτυπώνεται στα προσκομισθέντα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης, εξηγμένα από το μηχανογραφικό της σύστημα και ότι η εκ περισσού προσκόμιση μετ'επικλήσεως των τριών εγγράφων, των επιγραφομένων ως Λογαριασμός Συνεργάτη και χαρακτηριζομένων από την αναιρεσίβλητη ως έγγραφες αναλύσεις λογαριασμού, δεν παραβλάπτει το κύρος της ένδικης διαταγής πληρωμής, η έκδοση της οποίας νόμιμα στηρίχθηκε στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης, τα αποδεικνύοντα την κίνηση του χρεωπιστωτικού λογαριασμού και το κατάλοιπο που προέκυψε μετά το κλείσιμο αυτού, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ενστάσεως (άρθρο 442ΑΚ) (ΑΠ486/2016). Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαιτήσεως του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, πράγματι από τον αριθμό 14 (και όχι από τους αριθμούς 1, 8, 10) του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συμψηφισμού των ανταπαιτήσεών του με την απαίτηση της αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της ενστάσεως συμψηφισμού των ανταπαιτήσεών του κατά της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, προερχομένων α) από ακυρώσεις ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ποσού 9.861,34 ευρώ, β) από προμήθειές του για την παραγωγή του των ετών 2011, 2012 και 2013, ποσού 14.045,96, 4.401,63 και 5.339,23 ευρώ αντίστοιχα, γ) από προμηθειών, ποσοστού 2% επί καθαρών ασφαλίστρων έτους 2008, ποσού 134.393,58 ευρώ, ανερχομένων σε 2.687,87 ευρώ και για το έτος 2009 επί καθαρών ασφαλίστρων 185.863,94 ευρώ, ανερχομένων σε 3.717,28 ευρώ, δ) από < bonus> προμηθειών, ποσοστού 2% επί καθαρών ασφαλίστρων έτους 2008, ποσού 361.802 ευρώ, ανερχομένων στο ποσό των 7.236,04 ευρώ και επί καθαρών ασφαλίστρων έτους 2009, ποσού 459.790,87 ευρώ, ανερχομένων στο ποσό των 9.195,82 ευρώ, οφειλομένων στην εταιρεία <ΠΟΡΕΙΑ ΕΕ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ>, τα οποία δυνάμει συμβάσεως εκχωρήσεως και αποδοχής χαρτοφυλακίου εδικαιούτο αυτός (αναιρεσείων) και ε) από την πίστωση του ποσού των 1.024,63 ευρώ στον λογαριασμό την ως άνω εταιρείας από τον Μάϊο του 2012, το οποίο δεν του αποδίδει η αναιρεσίβλητη, αρκείται σε αυθαίρετη αναφορά των προτεινόμενων σε συμψηφισμό ποσών των ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των προμηθειών και των bonus αυτού, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό για το πως προέκυψαν τα εν λόγω κονδύλια, αναφέρει γενικά ένα συνολικό ποσό καθαρής ασφαλιστικής παραγωγής του ιδίου και της ως άνω εταιρείας "ΠΟΡΕΙΑ" για τα επίδικα έτη, επί του οποίου υπολογίζει το αιτούμενο ποσό bonus σε ποσοστό 2%, χωρίς καμία περαιτέρω αναφορά των ειδικότερων όρων της μεταξύ των μερών συμβάσεως και χωρίς καμία αναφορά για το πώς προέκυψε το φερόμενο ως βάση υπολογισμού ποσό καθαρών ασφαλίστρων, ούτε αναφέρει από ποια αιτία προήλθε η οφειλή ποσού 1.024,63 ευρώ και πως κατέστη δικαιούχος αυτής της απαιτήσεως, αφού το εν λόγω ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό της ως άνω εταιρείας.
Κατά συνέπειαν, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε αόριστη την ένσταση συμψηφισμού, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμα. Η περαιτέρω δε περιεχόμενη στον ως άνω δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αρθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία του, ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συμψηφισμού της ανταπαιτήσεως του αναιρεσείοντος, ποσού 9.861,34 ευρώ, από τις ακυρώσεις των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, είναι απαράδεκτη, διότι αφενός είναι αλυσιτελής, καθόσον η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης ότι η ίδια ένσταση είναι αόριστη, που στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της, επλήγη αναποτελεσματικά, κατά τα προεκτεθέντα και, αφετέρου με τα όσα υποστηρίζει, προς θεμελίωσή της, πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 αρθμ.1ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, 1819/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 ( και όχι από τον αριθμό 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε τον έβδομο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ζητούσε, γενομένων δεκτών των λόγων της ανακοπής, να ακυρωθεί η επιταγή προς πληρωμή ως στηριζόμενη σε άκυρο τίτλο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και ποια η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως.
Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της ευδοκιμήσεως κάποιου από τους λοιπούς λόγους της ένδικης ανακοπής, που, όμως, δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, όλοι οι λοιποί λόγοι της ανακοπής απορρίφθηκαν στο σύνολό τους.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106,176, 183,189 αρθμ.1,191 αρθμ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ. 445/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ